Logo

Πασχαλινό μήνυμα του σεβ. Εμμανουήλ, Αποστολικού Εξάρχου των Ελληνορρύθμων Καθολικών Ελλάδος

 

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΣΧΑ 2021

 

«Eἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως. Εἴ τις δούλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ. Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον. Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα. Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω. Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω˙ καί γάρ οὐδέν ζημειοῦται. Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω, μηδέν ἐνδοιάζων. Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἐνδεκάτην, μή φοβηθῆ τήν βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον καθάπερ καί τόν πρῶτον˙ ἀναπαύει τόν τῆς ἐνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης˙ καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι καί τούτω χαρίζεται˙ καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται˙ καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ.». (Πασχαλινός Κατηχητικός Λόγος του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου).

 

Με τη σύντομη αυτή παράγραφο της Κατήχησης του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, την οποία διαβάζουμε και διακηρύττουμε με πίστη και δύναμη τη νύχτα του Πάσχα, αρχίζω αυτήν την παρούσα πασχαλινή επιστολή μου, γιατί πιστεύω ότι αυτή συνοψίζει και φέρνει στην επιφάνεια αυτό που είμαστε και ζούμε κάθε χρόνο στο Πάσχα, και ιδιαίτερα κατ' αυτό το δεύτερο Πάσχα της πανδημίας. Η παράγραφος αυτή του Χρυσοστόμου συγκεντρώνει όχι μόνο αυτό που αποτελεί την πραγματικότητα της χριστιανικής μας ζωής, αλλά και αυτό που είναι η σχέση μας με τον Κύριο: είμαστε εργάτες στον αμπελώνα του, εργάτες που είθε να εργαστούμε από την πρώτη ώρα με επιμέλεια και ευλάβεια, περιμένοντας τον δίκαιο μισθό μας· είθε να φτάσουμε στην Τρίτη ώρα με τον πόνο να γίνουμε δεκτοί στη γιορτή· ίσως να φτάσουμε μονάχα στην έκτη ώρα, αλλά με εμπιστοσύνη ότι δεν θα αποκλειστούμε· ίσως να καθυστερήσουμε μέχρι την ένατη ώρα, και με δυσκολία πλησιάζουμε στην εργασία μας, η οποία τώρα πια έγινε βραδυνή·τελικά, ίσως είμαστε εργάτες οκνηροί, που αμελείς φτάσαμε μονάχα στην ενδέκατη ώρα, αλλά παρόλα ταύτα γίναμε δεκτοί από Εκείνον που έχει ανοιχτές αγκάλες για τον τελευταίο, όπως και για τον πρώτο, ελεεί εκείνον που δεν έκανε σχεδόν τίποτα, και τιμά εκείνον που Του πρόσφερε όλο τον καιρό, όλη τη ζωή του. Γιατί ο Κύριος, (παραφράζοντας την τελευταία φράση του κειμένου) ... δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται˙ καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ».

Το τμήμα αυτό της χρυσοστομικής κατήχησης συγκεντρώνει αυτό που είναι η σχέση μας με τον Κύριο, ιδιαίτερα κατά τους τόσο μακρινούς αυτούς μήνες της δοκιμασίας, του πόνου, οι οποίοι στην αρχή ήταν επίσης μήνες επανάστασης για τόσους και τόσους άντρες και γυναίκες, που έκαναν να ανεβαίνουν από την καρδιά στα χείλη τους ερωτήσεις, που ήταν και προσευχές: «Έως πότε Κύριε; γιατί Κύριε; ...... Αυτά τα ερωτήματα, αυτές οι ικεσίες, αυτές οι φωνές, σιγά σιγά, ενώ περνούν οι μήνες, έγιναν προσευχές, ασφαλώς με πίστη και ελπίδα προς Εκείνον, ο οποίος (όπως τον επικαλούμαστε στη βυζαντινή μας παράδοση), είναι «ο γιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας». Αλλά οι προσευχές αυτές μπορούν να χάσουν τη δύναμη τους, σχεδόν να αποκρυφτούν και να δεχτούν ως κάτι το αναπόφευκτο αυτό που συμβαίνει σε όλη την ανθρωπότητα. Λες και εμείς οι χριστιανοί δεν λέω πέσαμε, αλλά προσαρμοστήκαμε σε μία χριστιανική ζωή μακριά από τις εκκλησίες μας, μακριά από τα αδέλφια μας, και κατά κάποιο τρόπο «εξαρτημένοι» από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την τεχνολογία· αυτά τα μέσα και αυτή η τεχνολογία μας επιτρέπουν να συνεχίζουμε την εργασία μας και τη μελέτη μας, αλλά στον εκκλησιαστικό τομέα δεν θα μπορέσουν ποτέ να αντικαταστήσουν τη ζωή της προσωπικής και της κοινοτικής προσευχής μέσα στην Εκκλησία, δεν θα αντικαταστήσουν ποτέ τη μυστηριακή ζωή, η οποία είναι θεμελιώδης για τη χριστιανική μας ζωή.

Σταματώ μονάχα στη διάσταση της προσευχής, και στην άποψη της καθημερινής πιστότητας, μιας προσευχής μέσα στην Εκκλησία, μέσα στην οικογένεια, μέσα στην χριστιανική μας καρδιά. Και εδώ κάνω τη σύνδεση με την παράγραφο του Χρυσοστόμου την οποία ανέφερα στην αρχή: προσευχή προσωπική και προσευχή κοινοτική, και οι δύο πάντοτε προσευχές εκκλησιαστικές στις οποίες μερικές φορές θα είμαστε εργάτες από την πρώτη ώρα, γεμάτοι ζήλο και θερμότητα, και άλλες φορές θα είμαστε εργάτες της ενδέκατης ώρας, αν όχι οκνηροί, ασφαλώς αμελείς, και αδύνατοι. Αλλά πάντοτε γεμάτοι εμπιστοσύνη ότι ο Κύριος έχει υπομονή για μας, είτε η προσευχή μας είναι θερμή και επίμονη, είτε αυτή είναι ασθενική, βέβαιοι στην συνειδητοποίηση μας ότι Αυτός «..˙ καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται˙ καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ».

Η προέκταση του κόσμου μας στην πανδημία του κορωνοϊού, οι ατέλειωτοι μήνες στους οποίους είμαστε σχεδόν καρφωμένοι, περιμένοντας να φτάσουμε στο τέλος των πόνων μας, χάρη σε ένα εμβόλιο που θα μας φέρει ασφαλώς την θεραπεία αλλά προπάντων θα μας οδηγήσει στην ελευθερία εκείνη την οποία αισθανόμαστε ως χαμένη ή σχεδόν δεσμευμένη, με οδηγούν συχνά να σκεφτώ την απαραίτητη υπομονή που χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε την παρούσα στιγμή. Πραγματικά, τόσες και τόσες φορές ο ένας και ο άλλος προσπαθήσαμε να βρούμε θάρρος με την επιθυμία και την ευχή μιας καλής δόσης αναμονής και υπομονής.

Και τώρα στις πύλες του Πάσχα, το οποίο εφέτος για μας στην Ελλάδα συμπίπτει με μία καθυστερημένη άνοιξη, σκέπτομαι συχνά και την υπομονή του Κυρίου· Αυτός ο ίδιος έχει υπομονή για μας, και μας υπομένει πάντοτε, τόσο όπως στην αρχή της πανδημίας, όταν ήμασταν οργισμένοι για τις στερήσεις και τους περιορισμούς (πέρυσι διαμαρτυρόμαστε γιατί «δεν μπορούσαμε να κάνουμε..., δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε...»), όσο και εφέτος, όταν η συνεχιζόμενη πανδημία και οι περιορισμοί της, μας έχουν σχεδόν αποκρύψει, και μας έκαναν να χάσουμε ακόμα και την επιθυμία να μιλούμε, να ζητούμε, να προσευχόμαστε.

Ο Κύριος έχει πάντοτε υπομονή για μας, τόσο όταν επιμένουμε στην προσευχή μας, όσο και όταν εγκαταλειπόμαστε σε μία αδιαφορία, σαν να μην ενδιαφερόμαστε πια για το πότε και το πώς θα τελειώσει αυτή η κατάσταση, που μας δοκιμάζει εδώ και ένα χρόνο.

Στην επιστολή μου για τη φετινή Σαρακοστή, σας προέτρεπα να ζήσετε αυτήν την περίοδο «με προσευχή και με προσοχή». Και τώρα, στις πύλες του Πάσχα, υπογραμμίζω ακόμα τη διπλή αυτή όψη, αλλά υπογραμμίζοντας προπάντων την πρώτη... «με προσευχή...» μια προσευχή επίμονη, δυνατή, σταθερή. Όταν ήμουν Διευθυντής του Ποντιφικού Ελληνικού Κολλεγίου, έλεγα συχνά μεταξύ σοβαρού και αστείου στους ιεροσπουδαστές ότι ενίοτε πετύχαιναν μία άδεια (την οποία στην αρχή τους την είχα αρνηθεί), την πετύχαιναν «διαμέσου της εξάντλησης» έτσι μου άρεσε να λέω, ασφαλώς της δικής μου εξάντλησης έναντι της επίμονης αίτησής τους. Στην Αγία Γραφή βρίσκουμε παραδείγματα αυτής της επίμονης προσευχής, με ολοκληρωτική παρρησία προς τον Κύριο. Σκέπτομαι τα κείμενα της Γεν.18, 20-23, όπου ο Αβραάμ με μεγάλη επιμονή απευθύνεται στον Κύριο και ικετεύει για να σωθούν τα Σόδομα χάρη στους πενήντα δικαίους, έπειτα χάρη στους σαράντα .... μέχρι χάρη στους δέκα δικαίους της πόλης. Έπειτα σκέπτομαι την παραβολή του Λκ.18, 2-5, όπου η χήρα ζητά επίμονα δικαιοσύνη από τον δικαστή. Σ'αυτά τα κείμενα βρίσκουμε καθαρά αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε υπομονή του Κυρίου προς εμάς. Βρίσκουμε τον Κύριο, ο οποίος είναι υπομονετικός, ο οποίος ακούει, υποκύπτει στην επίμονη προσευχή. Η υπομονή του Κυρίου, η καλοσύνη του Κυρίου, η οποία φανερώνεται με την παραβολή της επίμονης χήρας, και σ' αυτήν την περίπτωση, ας μου επιτραπεί η έκφραση «χάρη στην εξάντληση». Τελικά, έχουμε και την Κατήχηση του Χρυσοστόμου, όπου ο Κύριος δέχεται τον εργάτη της πρώτης, της τρίτης, μέχρι και της ενδέκατης, τον τελευταίο εργάτη, σχεδόν σαν να τον περιμένει ακριβώς αυτόν η υπομονή του Κυρίου.

Πέρυσι ο Κύριος ήταν υπομονετικός για μας, για την αγωνία μας, για τον φόβο μας, για το αίσθημα ότι είμαστε ανυπεράσπιστοι, σχεδόν ανήμποροι μπροστά στην πανδημία του COVID19. Ήταν επίσης υπομονετικός μπροστά στη δυσφορία μας, σχεδόν μπροστά στην εξέγερσή μας για τα δραστικά μέτρα τα οποία εμπόδιζαν την συμμετοχή μας στις λατρευτικές τελετές, τις οικογενειακές ή φιλικές συναντήσεις μας, τις εκδηλώσεις της πίστης μας, της ανθρωπιάς μας, η οποία αποτελείται από σχέσεις και συναντήσεις.

Ο Κύριος είναι πάντοτε υπομονετικός προς εμάς, είτε στην εξέγερσή μας, είτε στην απόκρυψή μας και στην αποστροφή μας. Ο Κύριος ποτέ δεν απομακρύνεται από εμάς, αντίθετα κατεβαίνει στον Άδη, στα κατώτερα μέρη της γης, για να τραβήξει έξω τον Αδάμ και την Εύα, και όλη την ανθρωπότητα (όλους εμάς), για να μας επαναφέρει στον Παράδεισο.

Κατά το Πάσχα ετούτο, (όπως για κάθε Πάσχα της ζωής μας), σας στέλνω την ευλογία μου και την ευχή μου: μείνετε σταθεροί και σε κοινωνία με ολόθερμη, διαρκή και επίμονη προσευχή προς Αυτόν «ο οποίος ακούει την προσευχή μας, και προσηλώνει το αυτί του στην ικεσία μας».

π. Εμμανουήλ Νιν Αποστολικός Έξαρχος

cen.gr 2016