Logo

Ο Επίσκοπος ως ορατό σημείο ενότητας στην Εκκλησία

 
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 
Με την ευκαιρία της εκλογής του διαδόχου μου θα ήθελα να μοιραστώ με όλους εκείνους που διαβάζουν τα κείμενα μου, μέρος ενός άρθρου μου που αφορά ένα θέμα το οποίο με απασχόλησε σε όλα τα χρόνια της διδασκαλίας μου στη Ρώμη, το συγγραφικό μου έργο και την επισκοπική μου διακονία, δηλαδή την ενότητα των Εκκλησιών και, όσο αφορά κάθε τοπική Εκκλησία, τον επίσκοπο ως ορατό σημείο αυτής της ενότητας. Δεν είναι χωρίς νόημα το γεγονός όπου  διάλεξα ως επισκοπικό θυρεό την ευαγγελική  φράση: «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν». Δεν ξέρω βέβαια αν το επέτυχα. Ο Θεός ξέρει.
       
Ο Επίσκοπος, ήδη από τη μετά-αποστολική περίοδο, θεωρήθηκε ως το ορατό σημείο της ενότητας της Εκκλησίας, όπως μαρτυρείται από τις πολυάριθμες και συγκινητικές συστάσεις του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, με τις οποίες προέτρεπε τους Πρεσβυτέρους να είναι ενωμένοι με τον Επίσκοπο, ώστε η Εκκλησία να εμφανίζεται με όλη την ομορφιά της ενότητάς της. Και είναι ωφέλιμο να θυμηθούμε ένα σχετικό παράδειγμα, διανθισμένο με υποβλητικές και αποτελεσματικές εικόνες: «Αρμόζει να συμπορεύεστε με τη γνώμη του Επισκόπου, κάτι το οποίο και κάνετε. Διότι το πανεύφημο πρεσβυτέριο σας, το αντάξιο του Θεού, είναι κατά τέτοιο τρόπο συναρμοσμένο στον επίσκοπο, όπως οι χορδές στην κιθάρα. Γι’ αυτό από την ομόνοιά σας και από την ομόφωνη αγάπη σας ας υμνείται ο Ιησούς Χριστός. Και ο καθένας από εσάς ας γίνεται μέλος αυτής της χορωδίας, έτσι ώστε με την αρμονία της συμφωνίας σας, παίρνοντας το ηχόχρωμα του Θεού, ενωμένοι να υμνείτε με μία φωνή, δια του Ιησού Χριστού, τον Πατέρα, ώστε να σας ακούσει και να σας αναγνωρίσει, μέσω των καλών έργων που πράττετε, όντας μέλη του Υιού του. Είναι, λοιπόν, χρήσιμο να βρίσκεστε σε άψογη ενότητα, για να είστε πάντοτε μέτοχοι του Θεού» (Προς Εφεσίους Επιστολή, IV).
 
            Η ενότητα που διαμορφώνεται γύρω από το πρόσωπο του Επισκόπου έχει μια δυναμική, η οποία κινείται προς δύο κατευθύνσεις: η ενότητα προέρχεται από την Αγία Τριάδα και επομένως είναι η εικόνα της, αλλά οδηγεί επίσης στην Αγία Τριάδα. Πράγματι, η ενότητα των Πρεσβυτέρων και των πιστών με τον Επίσκοπο είναι σημείο και φανέρωση της ενότητας της Εκκλησίας, η οποία με τη σειρά της αποκαλύπτει την άφατη ενότητα της Αγίας Τριάδας και οδηγεί σε Αυτήν.
 
            Αυτή η ενότητα φανερώνει τον ιερομυστηριακό χαρακτήρα της στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας και εκφράζεται με ουσιαστικό τρόπο από τον Άγιο Ιγνάτιο: «Εάν εγώ, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησα τόση οικειότητα με τον Επίσκοπό σας, όχι ανθρώπινη, αλλά πνευματική, πόσο περισσότερο μακαρίζω εσάς που είστε στενά μαζί του συνδεδεμένοι, όπως η Εκκλησία με τον Ιησού Χριστό, και όπως ο Ιησούς Χριστός με τον Πατέρα, ώστε όλα να είναι σύμφωνα με την ενότητα. Κανείς ας μην πλανάται· όποιος δεν βρίσκεται εντός του θυσιαστηρίου, στερείται τον άρτο του Θεού. Διότι, εάν η προσευχή του ενός ή των δύο έχει τόσο μεγάλη δύναμη, πόσο μάλλον η προσευχή του Επισκόπου και ολόκληρης της Εκκλησίας! Εκείνος, λοιπόν, που δεν έρχεται στη συνάθροιση, αυτός έχει υπεροψία και διαχωρίζει πλέον τον εαυτό του» (Αυτόθι, V).
 
            Ο Επίσκοπος, στην ποιμαντική του αποστολή, πρέπει να καθιστά ορατή την ενότητα που απορρέει από την Αγία Τριάδα. Και, πράγματι, όλη η ποιμαντική του δραστηριότητα πρέπει να εμπνέεται συνεχώς από την παμμακάριστη Τριάδα και να αντλεί δύναμη και αποτελεσματικότητα από Αυτήν. Γι’ αυτό και το Ρωμαϊκό Αρχιερατικό (Pontificale Romanum), στην τελετουργική ομιλία που απευθύνεται στους εψηφισμένους κατά τη διάρκεια της εις Επίσκοπον χειροτονίας, αναφέρει: «Να αγρυπνείτε με αγάπη επάνω σε όλο το ποίμνιο, στο οποίο το Πανάγιο Πνεύμα σας θέτει για να ποιμάνετε την Εκκλησία του Θεού, στο όνομα του Πατέρα, του οποίου εσείς παρουσιάζετε την εικόνα· στο όνομα του Ιησού Χριστού, του Υιού του, από τον οποίο κατασταθήκατε διδάσκαλοι, ιερείς και ποιμένες· στο όνομα του Αγίου Πνεύματος, το οποίο ζωογονεί την Εκκλησία και με τη δύναμή του μας ενισχύει στην αδυναμία μας».
           
Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΩΣ ΟΡΑΤΟ ΙΕΡΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
           
Ο Επίσκοπος μπορεί να οριστεί ως το «ορατό ιερό μυστήριο» αυτής της πολλαπλής ενότητας, ο εγγυητής και η φανέρωσή της. Κανείς περισσότερο από τον Άγιο Κυπριανό δεν έχει μελετήσει το θέμα του Επισκόπου ως μυστηρίου ενότητας της Εκκλησίας. Η επισκοπική διακονία θεωρούμενη τόσο ως σύνολο (η καθ’ όλου Εκκλησία) όσο και στις τοπικές Εκκλησίες, είναι η αρχή της ενότητας της Εκκλησίας: «Η Εκκλησία δια θελήματος του Χριστού είναι μία, ακόμη και αν διαιρείται σε πολλά μέλη, διάσπαρτα σε όλο τον κόσμο. Όπως η επισκοπική διακονία είναι μία και αντιπροσωπεύεται από το πλήθος των Επισκόπων σε συμφωνία μεταξύ τους» (Επιστολή 55, 24).  Η ίδια έννοια εκφράζεται από τον Άγιο Κυπριανό και στο De catholicae Ecclesiae, εμπλουτισμένη με μια σειρά εικόνων που καθιστούν την αρχή της πιο κατανοητή: «Πρέπει να κατέχουμε και να επιδιώκουμε σταθερά αυτήν την ενότητα, προπάντων εμείς οι Επίσκοποι που είμαστε επικεφαλής της Εκκλησίας, για να αποδείξουμε ότι και η επισκοπική διακονία είναι μία και αδιαίρετη. Κανείς ας μην εξαπατήσει την αδελφοσύνη με το ψεύδος, κανείς ας μην αλλοιώσει την αλήθεια της πίστεως με μιαν άθλια προδοσία. Υπάρχει μόνο μία επισκοπική διακονία και τα επιμέρους πρόσωπα την κατέχουν στην ολότητά της. Μόνο μία είναι η Εκκλησία, ακόμη και αν εκτείνεται παντού με πλούσια γονιμότητα, καθώς μόνο ένα είναι το φως ακόμη και αν οι ακτίνες του ήλιου είναι πολλές, καθώς μόνο ένας είναι ο κορμός που βυθίζει βαθιά τις ρίζες του, παρότι τα κλαδιά του δέντρου είναι πολλά. Μία μόνη μένει η πηγή, παρότι πολλά είναι τα ρυάκια που πηγάζουν από αυτήν. Ακόμη και αν ο πλούτος της φαίνεται να αναβλύζει σε μεγάλες ποσότητες και να πολλαπλασιάζεται, η ενότητα ωστόσο διατηρείται σε σχέση με την προέλευση» (De catholicae Ecclesiae,  V).
 
            Γι’ αυτό, όπως για τον Άγιο Ιγνάτιο, έτσι για τον Άγιο Κυπριακό, ο Επίσκοπος είναι ένα ιερομυστηριακό σημείο της Εκκλησίας και της ενότητάς της, και η ενότητα μαζί του αποτελεί εγγύηση σωτηρίας. Γράφει ο Άγιος Επίσκοπος Καρχηδόνος: «Για τον Χριστό η Εκκλησία αποτελείται από τον λαό που είναι ενωμένος με τον Επίσκοπό του και το ποίμνιο που παραμένει πιστό στον ποιμένα του. Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζεις ότι ο Επίσκοπος βρίσκεται εντός της Εκκλησίας και ότι η Εκκλησία είναι εντός του Επισκόπου· αν κάποιος δεν μένει μαζί με τον Επίσκοπο δεν βρίσκεται εντός της Εκκλησίας [...] Η Εκκλησία στην οικουμενικότητά της είναι μία και δεν μπορεί να χωριστεί σε διαφορετικά μέρη. Η Εκκλησία είναι αναμφισβήτητα στενά ενωμένη· ο δεσμός της συνίσταται στην αδελφοσύνη που ενώνει τους Επισκόπους μεταξύ τους» (, Επιστολές, 66, 8).
 
Ο Επίσκοπος αποτελεί μια αδιαχώριστη ενότητα με όλους τους άλλους Επισκόπους σε όλο τον κόσμο. Όλοι μαζί αποτελούν μια «ιερή συλλογικότητα» (collegium). Έτσι, επίσης, τα διάφορα ποίμνια που αυτοί ποιμαίνουν, αποτελούν ουσιαστικά ένα ποίμνιο, την Μία και Αγία Εκκλησία του Θεού· επομένως, κάθε Επίσκοπος είναι υπεύθυνος για τη σωτηρία όλου του ποιμνίου του Κυρίου. Αυτός πρέπει να υπερασπίζεται προπαντός την ενότητα αυτού του ποιμνίου και να καταπολεμήσει κάθε μορφή αίρεσης. Ο Επίσκοπος Καρχηδόνος γράφει σε έναν συνάδελφό του Επίσκοπο: «Φίλτατε αδερφέ, ο αριθμός των Επισκόπων που απαρτίζουν το εκκλησιαστικό σώμα είναι πράγματι μεγάλος. Αυτοί συνδέονται αμοιβαία με μια ομόνοια, που τους ενώνει ως κόλλα στον δεσμό της ενότητας. Για αυτόν τον λόγο, όταν κάποιο μέλος της συλλογικότητάς μας επιχειρεί να δημιουργήσει αίρεση και να καταστρέψει το ποίμνιο του Χριστού και να το οδηγήσει στον όλεθρο, οι άλλοι πρέπει να παρέμβουν και, ως ωφέλιμοι και ευσπλαχνικοί ποιμένες, πρέπει να ξαναφέρουν τα πρόβατα του Κυρίου πίσω στο ποίμνιό Του [...] Εμείς οι ποιμένες, αν και είμαστε πολλοί, ποιμαίνουμε μόνο ένα ποίμνιο. Πρέπει, λοιπόν, να συνάξουμε και να φροντίσουμε όλα αυτά τα πρόβατα, τα οποία ο Χριστός εξαγόρασε  με την τιμή του Αίματος και των αγίων Παθών Του» (Επιστολές, 68, 3-4).
 
Στην επόμενη ενότητα θα αναλύσουμε πως ο επίσκοπος εξασκεί την αποστολή του ως σημείο ενότητας: Στην τέλεση της Αγίας Ευχαριστίας και στην ενεργό εμπλοκή του στο οικουμενικό διάλογο.   
 
Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΕΠΙΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ     ΣΤΗΝ ΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ
 
            Η Ευχαριστιακή σύναξη των Χριστιανών δεν είναι μία πράξη περιστασιακή. Γι’ αυτό χρειάζεται έναν χειροτονημένο προϊστάμενο. Χωρίς τη διακονία του προϊσταμένου, η Ευχαριστιακή συνάθροιση δεν είναι δυνατή και κατά συνέπεια δεν υπάρχει η Εκκλησία. Η διακονία του Επισκόπου είναι απαραίτητη για την Εκκλησία σε οντολογικό επίπεδο. Η διακονία  του επισκόπου δεν είναι αποτέλεσμα ιστορικής ανάπτυξης ή πρακτικών και λειτουργικών αναγκών, αλλά πηγάζει από την ίδια τη φύση της Εκκλησίας. Χρησιμοποιώντας την κλασική ορολογία, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ευχαριστιακή διακονία του Επισκόπου, καθότι ιερομυστηριακό σημείο της ενότητας της Εκκλησίας, αποτελεί θέλημα του ιδίου του Κυρίου.
           
            Η σπουδαιότητα της επισκοπικής διακονίας για την ενότητα της Εκκλησίας επιβεβαιώνεται από τις πατερικές και ιστορικές μαρτυρίες. Στην μετά-αποστολική περίοδο, πράγματι, στις μεγάλες πόλεις δεν ήταν πλέον δυνατόν να συγκεντρωθούν όλοι οι πιστοί για μία και μοναδική τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτόν τον λόγο έγινε απαραίτητο να τελούνται αρκετές Ευχαριστίες υπό την προεδρία των Πρεσβυτέρων. Η ενότητα της Εκκλησίας επί τη βάση της μοναδικής Ευχαριστίας δεν ήταν επομένως εμφανής με την πρώτη ματιά. Έτσι, ήδη ο Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας μιλάει για το πρόσωπο του Επισκόπου ως το δεύτερο ενοποιό στοιχείο της τοπικής Εκκλησίας, ο πρώτος είναι  ο ίδιος ο Χριστός. Για τον Άγιο Ιγνάτιο, η Ευχαριστιακή τέλεση είναι η εικόνα του Μυστικού Δείπνου και ο Επίσκοπος είναι ο “τύπος” του Χριστού· συνεπώς όπου υπάρχει ο Επίσκοπος εκεί υπάρχει η Εκκλησία, και όποιος δεν είναι μαζί με τον Επίσκοπο δεν είναι καν στην Εκκλησία (Προς Σμυρναίους 8,2-9,1· Προς  Φιλαδελφείς 3-4· Προς Μαγνησιείς 6-7).
Ακόμη και εξωτερικά, στην τέλεση της Θεία Ευχαριστίας, τουλάχιστον κατά τους πρώτους αιώνες, ο ρόλος του Επισκόπου ήταν εμφανής ως στοιχείο ενότητας μεταξύ των διαφόρων συστατικών του ενός σώματος που είναι η Εκκλησία. Οι αρχαιολόγοι γνωρίζουν ένα τυπικό αρχιτεκτονικό στοιχείο των παλαιοχριστιανικών ναών που ονομάζεται «σύνθρονο» (ο θρόνος του Επισκόπου εκτείνεται σε σχήμα πετάλου, που βρίσκεται πίσω από το ιερό θυσιαστήριο). Ο Επίσκοπος καθόταν στο κέντρο και περιβαλλόταν από τους Πρεσβυτέρους που κάθονταν στις δύο πλευρές, θεωρούμενοι ως προεκτάσεις του επισκοπικού θρόνου (Ευχαριστιακός κοινός θρόνος). Με αυτόν τον τρόπο οι Πρεσβύτεροι σχημάτιζαν, ακόμη και εξωτερικά, ένα σώμα με τον Επίσκοπό τους. Απέναντι βρισκόταν ο λαός του Θεού ο οποίος, διαμέσω του Διακόνου, ήταν σε στενή ενότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργικής ιεροπραξίας με τον Επίσκοπο και το Πρεσβυτέριό του. Αν και η αιτία της Ευχαριστιακής ενότητας είναι το Άγιο Πνεύμα, το οποίο «συν-θέτει» το Ευχαριστιακό-Εκκλησιαστικό Σώμα του Χριστού, ωστόσο ο ορατός άξονας όλης αυτής της λειτουργικής ενότητας ήταν και είναι ο Επίσκοπος. Η εκκλησιαστική ενότητα δεν αναφέρεται μόνο στην τοπική Εκκλησία, αλλά και στην καθ’ όλη Εκκλησία (την παγκόσμια Εκκλησία). Πράγματι, αν και κάθε τοπική Εκκλησία που τελεί την Ευχαριστία είναι επίσης Καθολική Εκκλησία, επειδή η πληρότητα και η ενότητα της Εκκλησίας δεν έχουν ποσοτικό χαρακτήρα αλλά εξαρτώνται από την πληρότητα και την ενότητα του Σώματος του Χριστού, εντούτοις κάθε τοπική Εκκλησία πρέπει να είναι σε κοινωνία με όλες τις άλλες τοπικές Εκκλησίες που τελούν την Ευχαριστία. Ο Επίσκοπος που τελεί τη Θεία Ευχαριστία, πρέπει συνεπώς να είναι σε επαφή με όλους τους άλλους Επισκόπους και, για τους καθολικούς,  κυρίως με τον Επίσκοπο Ρώμης. Αλλά ακόμη και οι Πρεσβύτεροι που τελούν την Ευχαριστία χωρίς τον Επίσκοπο, πρέπει να είναι σε κοινωνία μαζί του και αυτό υποδηλώνεται από τη μνημόνευση του ονόματός του στα δίπτυχα. Κατά τους τρεις πρώτους χριστιανικούς αιώνες, διατηρήθηκε το έθιμο της μοναδικής Ευχαριστιακής τέλεσης στην πόλη της οποίας προΐστατο ένας Επίσκοπος, ένα έθιμο που διατηρήθηκε ακόμη και μετά, με τη χρήση του «fermentum» και τη μνημόνευση του ονόματος του Επισκόπου και του Πάπα. Το «fermentum» ήταν μία μερίδα του Άρτου που είχε καθαγιαστεί κατά τη Θεία Ευχαριστία που τελούσε ο Πάπας, το οποίο αποστελλόταν στους Πρεσβυτέρους των ναών της Ρώμης, οι οποίοι δεν είχαν καταφέρει να συμμετάσχουν στη Θεία Ευχαριστία μαζί με τον  Πάπα, επειδή έπρεπε να προΐστανται στην τέλεση της Ευχαριστίας στη δική τους κοινότητα. Αυτό το «fermentum» ερρίπτετο στο άγιο ποτήριο τη στιγμή της ειρήνης, ως ένδειξη κοινωνίας με τον Επίσκοπο Ρώμης.
 
            Από την επισκοπική εξουσία καθαγιασμού της Ευχαριστίας ακολουθεί ως συνέπεια η εξουσία της διαποίμανσης και της διακυβέρνησης της κοινότητας και της διατήρησης της ενότητάς της. Η διακονία του Επισκόπου προς την κοινότητα συνίσταται στη διακήρυξη του λόγου του Θεού (Εβρ. 13,7· Α’ Θεσ. 5,12) και στη διαφύλαξη της ορθοδοξίας της πίστεως (Α’ Τιμ 3,5· 5.17· Τιτ. 1,9). Στον Επίσκοπο εναπόκειται επίσης η διακονία της φιλανθρωπίας (Πράξ. 4,32-37· 6,1-3). Ο Επίσκοπος, καθόσον ποιμένας μιας τοπικής κοινότητας, κατέχει την πληρότητα της ιερατικής και ποιμαντικής εξουσίας στην Εκκλησία, η οποία είναι μια οργανωμένη κοινωνία από την αρχή της.
 
            Θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε αυτό που η Β’ Σύνοδος του Βατικανού διδάσκει αναφερόμενη στις Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες: «Είναι επίσης γνωστό σε όλους με πόση αγάπη οι Ανατολικοί Χριστιανοί τελούν τις λατρευτικές ιεροπραξίες, προπαντός τη Θεία Ευχαριστία, η οποία είναι πηγή της ζωής της Εκκλησίας και αρραβώνας της μελλοντικής δόξας, χάρη στην οποία οι πιστοί ενωμένοι με τον Επίσκοπο έχουν πρόσβαση στον Θεό Πατέρα μέσω του Υιού, του Ενσαρκωθέντος Λόγου, του αποθανόντα και δεδοξασμένου, και, έχοντας λάβει τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, εισέρχονται σε κοινωνία με την Αγία Τριάδα, γινόμενοι “κοινωνοί της θεϊκής φύσεως” (Β’ Πε. 1,4). Επομένως, μέσω της τέλεσης της Ευχαριστίας του Κυρίου σε αυτές τις επιμέρους Εκκλησίες, η Εκκλησία του Θεού οικοδομείται και αυξάνει και δια της συλλειτουργίας φανερώνεται η κοινωνία μεταξύ τους»  (Διάταγμα για τον οικουμενισμό “Unitatis Redintegratio” (Η αποκατάσταση της ενότητας), στον αρ. 15).
           
Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΡΟΩΘΕΙ  ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟ
 
            Δεδομένου ότι ο Επίσκοπος, ενωμένος με τους άλλους Επισκόπους και προπαντός με τον Επίσκοπο Ρώμης, αποτελεί ορατό σημείο ενότητας της Εκκλησίας, δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορος εμπρός στο σκάνδαλο της διαίρεσης των Χριστιανών.
 
            Η μετασυνοδική Αποστολική Παραίνεση του Πάπα Ιωάννου Παύλου Β’  “Pastores gregis” (Οι Ποιμένες του ποιμνίου) (16 Οκτωβρίου 2003), διδάσκει ότι «η προσευχή του Κυρίου Ιησού για την ενότητα μεταξύ όλων των μαθητών Του (“ἵνα ὦσιν ἕν”: Ιω. 17,21) αποτελεί για κάθε Επίσκοπο μια επείγουσα έκκληση για ένα συγκεκριμένο αποστολικό καθήκον […] Ανταποκρινόμενη στις προσευχές και στις προθέσεις του Κυρίου και στη θυσιαστική προσφορά Του επάνω στον Σταυρό για να συνάξει σε ένα τα διασκορπισμένα τέκνα Του, (βλ. Ιω. 11,52), η Καθολική Εκκλησία αισθάνεται αμετάκλητα αφοσιωμένη στον οικουμενικό διάλογο, από τον οποίον εξαρτάται η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας της στον κόσμο. Επομένως, είναι απαραίτητο να επιμείνουμε στην οδό του διαλόγου, της αλήθειας και της αγάπης» (αρ. 94).
 
            Συνεπώς, από τη στιγμή που ο οικουμενικός διάλογος είναι μη αναστρέψιμος για την Καθολική Εκκλησία, καθόσον από αυτόν εξαρτάται η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας της στον κόσμο, για κάθε Επίσκοπο ο οικουμενισμός δεν είναι κάτι το προαιρετικό, αλλά ένα συγκεκριμένο και πολύ σοβαρό καθήκον. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Παραίνεση συνεχίζει ως εξής: «Πολλοί Συνοδικοί Πατέρες υπενθύμισαν τη συγκεκριμένη κλήση που έχει κάθε Επίσκοπος, δηλαδή να προωθήσει αυτόν τον διάλογο στη δική του Επισκοπική επαρχία και να τον αναπτύξει εν αληθεία και αγάπη (βλ. Εφ 4,15). Το σκάνδαλο της διαίρεσης μεταξύ των Χριστιανών, πράγματι, γίνεται αντιληπτό από όλους ως αντίθετο προς τη χριστιανική ελπίδα» (Αυτόθι).
 
            Το ποντιφικό έγγραφο δείχνει μερικές πρακτικές μορφές οικουμενισμού στο επίπεδο της τοπικής Εκκλησίας: «Οι συγκεκριμένες μορφές για αυτήν την προώθηση του οικουμενικού διαλόγου, λοιπόν, επισημάνθηκαν στην καλύτερη αμοιβαία κατανόηση μεταξύ της Καθολικής Εκκλησίας και των άλλων Εκκλησιών και εκκλησιακών Κοινοτήτων που δεν είναι σε πλήρη επικοινωνία με αυτήν, σε κατάλληλες συναντήσεις και πρωτοβουλίες, και προπαντός στη μαρτυρία της αγάπης. Υπάρχει, πράγματι, ένας οικουμενισμός της καθημερινής ζωής, ο οποίος χαρακτηρίζεται από αμοιβαία αποδοχή, ακρόαση και συνεργασία, που έχει μια εξαιρετική αποτελεσματικότητα» (Αυτόθι).
 
            Εύχομαι στο νέο εκλεγμένο Επίσκοπο, αλλά και σε όλους τους άλλους αδελφούς μου επίσκοπους αυτές οι σκέψεις να είναι χρήσιμες.  
           
           
+ Ιωάννης Σπιτέρης

 

cen.gr 2016