Logo

«Ο Ιερός Αυγουστίνος, ο Ερευνητής της Πίστης», του σεβασμ. Ιωάννη Σπιτέρη

 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ   
 
O Άγιος Αυγουστίνος (354 – 430), επίσκοπος Ιππώνος, «άφησε βαθύτατα αποτυπώματα στην πολιτισμική ζωή της Δύσης, αλλά, μπορούμε να πούμε, και σε ολόκληρο τον κόσμο. Σπάνια ένας πολιτισμός συναντήθηκε με μία τόσο μεγάλη   προσωπικότητα, αξιοποιώντας τις ενδόμυχες αξίες της και ταυτόχρονα ανάπτυξε  νέες ιδέες με τις οποίες θα είχαν τραφεί οι μετέπειτα γενεές» (Πάπας Βενέδικτος 16ος). «Μπορούμε να πούμε πως όλη η σκέψη της αρχαιότητας διοχετεύεται στα έργα του Αγίου Αυγουστίνου και από αυτήν προέρχονται τα κινήματα στοχασμού που εμπότισαν και εμπνέουν όλη την μετέπειτα πνευματική ανάπτυξη της Δύσης» (Πάπας Παύλος 6ος).       
 
Το θέμα της πίστης, υπήρξε για τον Άγιο Αυγουστίνο κεντρικός παράγοντας της ζωής του. Όλη η ζωή του ήταν μια παθιασμένη αναζήτηση της αλήθειας ακόμα και στην πρώτη φάση, με τις εσφαλμένες ή αμφιλεγόμενες επιλογές του. Αυτό το πάθος, τον ωθούσε, σε όλη του τη ζωή, στην αναζήτηση του Θεού και εντέλει τον ώθησε στην άνευ όρων εγκατάλειψη στην αγκαλιά του. Στον Θεό φτάνει μέσω της πίστης στο Χριστό, ο οποίος του φανερώνει το Θεό, μέσα του, κοντά του, προσιτό, χειροπιαστό. 
 
Το αριστούργημά του, «Εξομολογήσεις», δεν είναι άλλο από μια αυτοβιογραφία αυτής της αναζήτησης και της ανάπτυξης της πίστης του. Μοναδικό παράδειγμα στη χριστιανική γραμματεία.
Ο Πάπας Βενέδικτος 16ος γράφει σχετικά με τον Άγιο Αυγουστίνο: «Η πίστη, βεβαιώνει ο ιερός Αυγουστίνος, "ενδυναμώνεται πιστεύοντας" (De utilitate credendi, 1, 2). Ο Άγιος Επίσκοπος Ιππώνος είχε κάθε λόγο για να εκφραστεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Όπως γνωρίζουμε, η ζωή του υπήρξε μια διαρκής αναζήτηση της ομορφιάς της πίστης έως ότου η καρδιά του βρήκε ανάπαυση στο Θεό (Βλ. Ιερού Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις, Α, 1). Τα πολυάριθμα γραπτά του, στα οποία εξηγείται η σπουδαιότητα του να πιστεύεις και η αλήθεια της πίστης, παραμένουν έως τις μέρες μας ως μία παρακαταθήκη απαράμιλλου πλούτου και επιτρέπουν ακόμα σε πολλούς που αναζητούν το Θεό, να βρουν τη σωστή διαδρομή για να φθάσουν στην “θύρα της πίστης”» (Η Θύρα της Πίστης, 7).
 
  Αυτό που θα επιθυμούσαμε να επιχειρήσουμε στη συνέχεια, το να περιγράψουμε δηλαδή την πίστη στον Άγιο Αυγουστίνο, θα απαιτούσε έναν ολόκληρο τόμο. Είναι αυτονόητο, λοιπόν, πως το εγχείρημά μας, εκ των πραγμάτων, θα παρουσιάσει αρκετές ελλείψεις.     
 
Η ΠΙΣΤΗ ΩΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΗΓΗ ΓΝΩΣΗΣ
ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
 
Ο Άγιος Επίσκοπος της Ιππώνος, περιγράφοντας την πίστη ως εμπιστοσύνη, ξεκινά από μία κοινή διαπίστωση: χωρίς την εμπιστοσύνη, δεν θα μπορούσε να υπάρχει κανένας συγγενικός δεσμός, γιατί, δίχως να εμπιστεύομαι την αγάπη ενός άλλου για μένα, θα ήταν αδύνατον να συνδεθώ με εκείνον κι έτσι θα εξέλειπαν όλες οι σχέσεις, ξεκινώντας ήδη από τις συζυγικές ενώσεις. Πιο αναλυτικά, χωρίς την εμπιστοσύνη θα κατέρρεε κάθε σχέση γονέων-παιδιών. Πράγματι, κανένας δεν θα μπορούσε να ξέρει ποιανού είναι παιδί, εάν δεν το μάθαινε από τους γονείς του και τους φίλους του: «Μήπως δεν είχα την ακλόνητη πεποίθηση ότι είμαι γιος των γονιών μου; Αυτό ειδικά δεν θα μπορούσα να το ξέρω, παρά μόνο δίνοντας πίστη στα λόγια τους» (Ιερού Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις, βιβλ. Στ’, 5·7, ελλην. μετ. Φ. Αμπατζοπούλου, τ. Α’, Αθήνα 1999², 263).             
  
Τέλος, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα χωρίς την πίστη, ακόμα και στην πολιτιστική διάσταση της κοινωνικής ζωής. Πράγματι, γεγονότα, τοποθεσίες, πρόσωπα του παρελθόντος, γίνονται γνωστά μόνο χάρη στις μαρτυρίες που μας μεταδίδουν τα έγγραφα και τα τεκμήρια του παρελθόντος. Εάν λοιπόν δεν θα είναι εφικτό να πιστεύεις αυτό που δεν μπορείς να γνωρίζεις, άμεσα και προσωπικά, όχι μόνο θα κατέρρεε η ανθρώπινη κοινωνία λόγω έλλειψης ομοθυμίας, αλλά και τίποτα απ’ αυτήν δεν θα έμενε που να μην τίθεται συνεχώς σε αμφιβολία. Με μία λέξη, η πίστη ως εμπιστοσύνη είναι καθοριστική σε όλες τις διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης: «Πιστεύουμε σ’ αυτά που μας λένε, γιατί αλλιώς θα ήταν αδύνατο να κάνουμε οτιδήποτε σ’ αυτή τη ζωή» (Αυτόθι). Είναι μια πραγματικότητα που υποβοηθά τη γνώση και ταυτόχρονα είναι μια διακριτή και συγκεκριμένη μορφή γνώσης.
 
Η στάση ταπεινότητας και υποταγής ενέχει την αναγνώριση των ορίων της νόησης του ανθρώπου. Ο Αυγουστίνος υπογραμμίζει ότι στη διαδικασία της γνώσης, παρουσιάζεται η ανάγκη να εμπιστευθείς τη μαρτυρία κάποιου άλλου και να εμπιστευθείς μια ανθρώπινη αυθεντία. Γράφει στις Εξομολογήσεις: «Τότε, Κύριε, σιγά-σιγά, μ’ ένα χέρι απαλό και σπλαχνικό, άρχισες να ξεχερσώνεις και να σμιλεύεις την καρδιά μου, και με έκανες να προσέξω πόσο αμέτρητα ήταν τα πράγματα στα οποία έδινα πίστη χωρίς να τα έχω δει, χωρίς να είμαι παρών όταν συνέβησαν. Για παράδειγμα, τόσα και τόσα γεγονότα από την ιστορία των εθνών, τόσες πόλεις και μέρη που δεν είχα δει, και τόσα άλλα, τα οποία είχα πιστέψει στηριγμένος στα λόγια φίλων, γιατρών και χιλίων δύο άλλων ανθρώπων» (Ιερού ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ, Εξομολογήσεις, βιβλίο Στ’, 5·7, ελλην. μετ. τ. Α’, 262-263).        
 
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ
 
Η πίστη δεν υποκαθιστά τη νόηση αλλά την βοηθά να φθάσει στο σκοπό της, ευθυγραμμίζοντάς την, επανορθώνοντας την υπεροψία και την ρηχότητα στην αναζήτηση της αλήθειας. Η πίστη προϋποθέτει μια στάση ταπεινότητας και διαθεσιμότητας του ανθρώπου να υποταγεί στη θεϊκή αυθεντία, μέσω της αυθεντίας της Αγίας Γραφής μαζί με εκείνης της Εκκλησίας. Στα γραπτά του ιερού Αυγουστίνου, ο όρος auctoritas (αυθεντία) αναφέρεται στο Χριστό, αλλά συχνά και στην Αγία Γραφή και στην Εκκλησία, οι οποίες αντιπροσωπεύουν την αυθεντία του Χριστού μέσα στον κόσμο. Η Εκκλησία είναι η ορατή απόδειξη της αυθεντίας της Αγία Γραφής και αυτή, με τη σειρά της, του Χριστού.
 
«Δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι τόσο σωτήριο μέσα στην Καθολική Εκκλησία όσο το πρωτείο της αυθεντίας πάνω στη νόηση» (De mor. Eccl. Cath. 1, 25, 47). Κι όπως γράφει, «εγώ ο ίδιος δεν θα πίστευα στο Ευαγγέλιο εάν δεν με ωθούσε να το πράξω η αυθεντία της Καθολικής Εκκλησίας» (Contra ep. Man. 5, 6).  
 
Η στάση ταπεινότητας και διαθεσιμότητας της νόησης στην πράξη της πίστης, δεν σημαίνει ότι η διανοητικότητα υποτιμάται. Αντίθετα, η ανταμοιβή που ο πιστός λαμβάνει από την πίστη είναι ακριβώς η διεύρυνση των γνώσεών του και αυτό συμβαίνει με το να συμμετέχει στην ίδια τη γνώση που ο Θεός κατέχει και μας την αποκαλύπτει. Πράγματι, το να πιστεύεις μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν σημαίνει απλώς ότι «πιστεύεις το Θεό» (credere Deo), αποδέχομαι δηλαδή απλά την ύπαρξη του Θεού, αλλά και το ότι αποδέχομαι αυτά που μου αποκαλύπτει ο ίδιος ο Θεός. Αυτό ακριβώς αποτελεί τον πλούτο και την διεύρυνση της γνώσης μου, που προέρχεται από το περιεχόμενο της θεϊκής αποκάλυψης.
 
 Ο Άγιος Αυγουστίνος μεταχειρίζεται και μία άλλη έκφραση σχετικά με την πίστη: «πιστεύω στο Θεό» (credere in Deum), δηλαδή πιστεύω, εμπιστεύομαι στην αγάπη του για μένα και ανταποκρίνομαι σ’ αυτήν.
 
Ο Άγιος Αυγουστίνος εξηγεί αυτή τη διαφορά  (credere Deo και credere in Deum) υπομνηματίζοντας τη φράση από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο: ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστι τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύσητε εἰς ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος» (6, 29): «Το κείμενο λέει " ἵνα πιστεύσητε εἰς ὃν ", όχι να πιστεύετε αυτόν. Είναι αλήθεια ότι αν πιστεύετε σ’ αυτόν πιστεύετε και αυτόν. Δεν είναι όμως εξίσου αλήθεια ότι όποιος πιστεύει το Θεό, πιστεύει και σ’ αυτόν. Πράγματι, και οι δαίμονες πίστευαν το Θεό (ότι ο Θεός υπάρχει) αλλά δεν πίστευαν σ’ αυτόν (δεν έχουν σ’ αυτόν εμπιστοσύνη προερχόμενη από την αγάπη). Με την ίδια έννοια, μιλώντας για τους Αποστόλους, μπορούμε να πούμε: πιστεύουμε τον Παύλο, όχι στον Παύλο·πιστεύουμε τον Πέτρο, όχι στον Πέτρο. Τι σημαίνει "πιστεύω σ’ αυτόν"; σημαίνει να αγαπώ πιστεύοντας, να είμαι ευλαβής πιστεύοντας, να τον ατενίζω και να ενσωματώνομαι στο σώμα του που είναι η Εκκλησία, του πιστεύοντας. Αυτή είναι η πίστη που απαιτεί από μας ο Θεός… Δηλαδή, όχι μία οποιαδήποτε πίστη αλλά την πίστη που ενεργεί μέσω της αγάπης» (Ιερού Αυγουστίνου, Comm. Evang. Io.  6, 29, tr. 29, 6, PL 35, 1631).     
 
Για να είναι λοιπόν χριστιανική η πίστη, δεν επαρκεί να πιστεύεις το Θεό (υπάρχει Θεός) αλλά να πιστεύεις σ’ Αυτόν, δηλαδή να ζεις σ’ Αυτόν κάνοντας το θέλημά Του. Αυτό που δεν καταλαβαίνεις σε βοηθά να το καταλάβεις η πίστη.
 
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η πίστη στον ιερό Αυγουστίνο, στην ουσία της, είναι ταυτόχρονα:
  • Συγκατάθεση του πνεύματος στην υπερφυσική αλήθεια: πιστεύω το Θεό (credere Deo).
  • Ταπεινά εγκαταλείπομαι ολοκληρωτικά στη χάρη του Χριστού: πίστη στον Θεό (credere in Deum), δεσμεύοντας σ’ Αυτόν την ελευθερία μου και εκπληρώνοντας το θέλημα του Θεού.
 
ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ
 
 ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΝΟΥ
 
Αναφορικά με τη σχέση ανάμεσα στην πίστη και τη μεταστροφή, είναι ενδιαφέρουσα η περίπτωση του Αγίου Αυγουστίνου την οποία περιγράφει στις Εξομολογήσεις. Η πίστη δεν είναι πρώτιστα ζήτημα νόησης αλλά θέλησης, δηλαδή αγάπης. Είναι γνωστή η φράση του Αυγουστίνου: «Η κατανόηση είναι η ανταμοιβή της πίστης. Γι’ αυτό μην προσπαθείς να καταλάβεις για να πιστέψεις, αλλά μάλλον πίστεψε για να καταλάβεις» («Intellectus enim merces est fidei. Ergo noli quaerere intelligere ut credas, sed crede ut intelligas», Ιερού Αυγουστίνου, Comm. In Io Ev. tr. 29, 6, PL 35, 1630). 
 
ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ
 
Με άλλα λόγια, για να κατανοήσεις χρειάζεται να πιστεύεις αγαπώντας. Πράγματι, «η πίστη του χριστιανού συνοδεύεται από την αγάπη, η πίστη του δαιμόνιου είναι χωρίς αγάπη» («Cum dilectionis fides christiani, sine dilectione fides daemonis» Ιερού Αυγουστίνου, In Io. Ep. tr. 10, 2, PL 35, 2055). 
Να γιατί χρειάζεται να φθάσει κανείς σ’ αυτήν την αγαπητική πίστη: η συγκατάθεση της νόησης στην αλήθεια δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με τρόπο μόνιμο και καθοριστικό δίχως έναν βαθύ εξαγνισμό και της θέλησης. 
 
ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ
 
Αυτό συνεπιφέρει μία βαθιά μεταμόρφωση της αγάπης, ως πραγματικότητα στην οποία ο άνθρωπος ζει τις σχέσεις του. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Αυγουστίνος ανακαλύπτει μία καινούργια, περισσότερο δεσμευτική φάση στην πορεία που οδηγεί στο Θεό. Μετά την πίστη, η οποία δείχνει το δρόμο, τίθεται το ζήτημα της δέσμευσης που χαρακτηρίζει την παραμονή σ’ αυτό το δρόμο. Ο δρόμος, δηλ. το πρόσωπο του Σωτήρα, μου άρεσε, λέει ο Αυγουστίνος, όμως δεν μου άρεσε να διαβώ από τα στενά και δύσκολα σημεία αυτού του δρόμου.
Το φως της πίστης δεν επαρκεί για να πορευθείς στο δρόμο της, χρειάζεται και η δύναμη για την υπέρβαση των δυσκολιών, ενεργώντας καλά και με τρόπο ορθό. Έτσι, ο Αυγουστίνος αντιλαμβάνεται τους δεσμούς, ανάμεσα στην πίστη και στη θέληση. Στο πλαίσιο της θέλησης, αναλύοντας την εμπειρία του, δοκιμάζει με βαθύτατη στεναχώρια την εσωτερική του διαίρεση και αισθάνεται την ανάγκη της μεταστροφής. Σ’ αυτό είναι χρήσιμη η ανάγνωση του 8ου βιβλίου των Εξομολογήσεων (Βλ. Ιερού Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις, βιβλίο H’, 5·7, ελλην. μετ. τ. Β’, 11- 44). 
 
ΠΙΣΤΕΥΩ, ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΤΗΡΙΖΟΜΑΙ ΣΤΟ ΘΕΟ
 
Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΟ ΘΕΟΥ
 
Στη διαδικασία της μεταστροφής, έρχεται στο φως η «τόλμη της ταπεινότητας». Η αντίθεση των όρων δεν πρέπει να αναζητηθεί ανάμεσα στο «μπορώ» και στο «δεν μπορώ», αλλά ανάμεσα στο μπορώ αφ’ εαυτού μου (από μόνος μου) και στο μπορώ εν Κυρίω.·Η μεταστροφή δεν είναι λοιπόν το αποτέλεσμα της φανέρωσης της δύναμης του ανθρώπου, αλλά η φανέρωση της δύναμης του Θεού: η μεταστροφή είναι δώρο και όχι κατάκτηση του ανθρώπου
Το να μεταστραφείς σημαίνει για τον Αυγουστίνο να στηριχθείς στο Θεό και όχι πια στον εαυτό σου. Όποιος στηρίζεται στον εαυτό του στην πραγματικότητα αυταπατάται. Το να στηρίζεσαι στο Θεό σημαίνει να στηρίζεσαι στην ίδια τη Σταθερότητα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το πέρασμα στο Θεό, να «ριχθείς», σ’ Αυτόν (proice te in eum): σ’ αυτή την κίνηση πλήρους εγκατάλειψης βρίσκουμε τον αυθεντικό δρόμο ανάβασης σ’ Αυτόν, διότι είναι Αυτός που μας ανυψώνει κοντά Του.
 
Η ΠΙΣΤΗ ΠΕΡΙΚΛΕΙΕΙ ΤΗ ΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΘΕΛΗΣΗ
 
Αυτή η κίνηση, το «ρίξιμο» στο Θεό, είναι η πράξη πίστης που αγκαλιάζει τόσο τη διάνοια (το νου) όσο και τη θέληση. Είναι η πίστη στην ολότητά της, η οποία περιέχει και την απαραίτητη θέληση για να βρει τη δύναμη να ελευθερωθεί από τη σκλαβιά της φιληδονίας. Ακριβώς αυτή είναι η στιγμή όπου, για πρώτη φορά, ο Αυγουστίνος αρχίζει να προσεύχεται το Θεό για την πραγματοποίηση της μεταστροφής του: «Ως πότε, Κύριε; Ως πότε θα είσαι οργισμένος;» (Αυτόθι, 42). Στηριγμένος μονάχα στο Θεό, θα μπορέσει να απαρνηθεί οριστικά τα πάθη του που τον καθιστούσαν δούλο, για να «ενδυθεί το Χριστό», σύμφωνα με τα λόγια της Γραφής: «ντυθείτε τον Κύριο Ιησού Χριστό και μη φροντίζετε για τη σάρκα για να εκτελείτε τις επιθυμίες της» (Ρωμ. 13, 14). 
 
Η μεταστροφή σηματοδοτεί την προσέγγιση, σχεδόν την μεταμόρφωση της ανθρώπινης θέλησης στη θέληση του Θεού: «Αυτό συνέβη όταν δεν ήθελα πια εκείνο που ήθελα εγώ, αλλά ήθελα εκείνο που ήθελες εσύ» (Et hoc erat totum volle, quod volebam, et velle, quod volebas). Όταν επιλέγεις εκείνο που θέλει ο Θεός, βρίσκεις τον αληθινό Θεό, πιστεύεις και αγαπάς τον αληθινό Θεό, η αλήθεια της ζωής οδηγεί στην αλήθεια της πίστης, στην αληθινή πίστη όπου η νόηση και η θέληση συναντώνται στην ολόψυχη συγκατάθεση του «είναι» μας στο Θεό.
 
Αν για οποιαδήποτε αιτία, κυρίως εξαιτίας της σκληροκαρδίας, η πίστη μέσα μας πέσει σε «λήθαργο», χάνουμε την επαφή με το Χριστό: «εάν στην καρδιά σου η πίστη κοιμάται, είναι όπως με το Χριστό που κοιμάται μέσα στη βάρκα σου: εκείνος ο Χριστός που κατοικεί σ’ εσένα μέσω της πίστης» («Si fides tua dormit in corde tuo, tanquam in navi tua dormit Christus: quo Christus per fidem in te habitat» (Ιερού Αυγουστίνου, Enarratio in psalmum 90, d.2, 11, PL 37, 1169).
 
«ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ» ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΟΠΩΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ 
 
Το να κατοικεί ο Χριστός μέσα μας σημαίνει να τον «συλλαμβάνουμε» διαρκώς μέσω της πίστης. Δεν πρόκειται για κάτι που αποκτάται άπαξ διαπαντός, αλλά διαρκώς ο Χριστός γεννάται μέσα μας. Γίνεται σ’ εμάς αυτό που έγινε στην Παρθένο Μαρία, η οποία συνέλαβε τον Ιησού πρώτα με την πίστη, έγινε δηλαδή μαθήτριά Του πριν να γίνει μητέρα Του.
 
«Δεν έκανε μήπως το θέλημα του Πατέρα η Αειπάρθενος Μαρία, η οποία εξαιτίας της πίστης πίστεψε, εξαιτίας της πίστης συνέλαβε, επιλέχτηκε ώστε να γεννηθεί για μας η σωτηρία, ενώ και η ίδια δημιουργήθηκε από το Χριστό πριν ο Χριστός να δημιουργηθεί στα σπλάχνα της; Η Αγία Μαρία έκανε το θέλημα του Πατέρα και το έκανε πέρα για πέρα· και γι’ αυτό αξίζει περισσότερο για τη Μαριάμ να είναι μαθήτρια του Χριστού απ’ ότι είναι μητέρα Του·αξίζει περισσότερο, είναι ένα ακόμα πιο ευτυχές προνόμιό της το ότι είναι μαθήτρια απ’ ό,τι μητέρα του Χριστού» (Ιερού Αυγουστίνου, Sermones, 72/A, 7 PL 38).     
 
«Αν η Μαριάμ υπήρξε μακάρια διότι συνέλαβε το σώμα του Χριστού, υπήρξε πολύ περισσότερο μακάρια στο να Τον δεχθεί με την πίστη… Καμία αξία δεν θα είχε για εκείνη αυτή η ίδια η θεϊκή μητρότητα, εάν δεν έφερε στην καρδιά της το Χριστό, με μια τύχη καλύτερη από εκείνη που είχε όταν τον γέννησε κατά σάρκα. Μακάρια λοιπόν υπήρξε η Μαριάμ δεχόμενη μέσα της το Χριστό με την πίστη της απ’ όταν τον συνέλαβε κατά σάρκα» (Beatior ergo Maria percipiendo fidem Christi, quam concipiendo carnem Christi) (Ιερού Αυγουστίνου, De Sancta Virginitate 3, 3, PL 40, 398).
 
+ Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος
cen.gr 2016