Logo

«Ο Απόστολος Παύλος ο Κήρυκας της Πίστης», του σεβασμ. Ιωάννη Σπιτέρη

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ
 
Ο Παύλος γεννήθηκε το 7 ή 8 μ.Χ. στην Ταρσό της Κιλικίας, πλούσια πόλη στα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου. Καταγόταν από ευκατάστατη οικογένεια Εβραίων εμπόρων της Διασποράς. Παράλληλα με το όνομα Σαούλ (Επιθυμητός) του προσέδωσαν το ελληνικό όνομα Παύλος (μικρός, ασήμαντος) συνήθεια των Εβραίων της Διασποράς που ζούσαν σε τόπους με ελληνική παράδοση.
Ο Σαούλ έλαβε μεγάλη μόρφωση. Στη Ραβινική σχολή της Ταρσούς έμαθε τα εβραϊκά της Θρησκείας. Παράλληλα με την πνευματική του μόρφωση έμαθε να εργάζεται και χειρονακτικά. Το αναφέρει σε επιστολή του γραμμένη στην Κόρινθο.
Στην αρχή υπήρξε διώκτης χριστιανών, αλλά, μετά από μια βαθειά εμπορεία του  Αναστημένου Χριστού, πίστεψε σε Αυτόν με μοναδική   πίστη, θέρμη και αγάπη.
Ο Χριστός του αποκαλύπτεται με ένα συγκλονιστικό τρόπο που θα χαράξει όλη τη ζωή του και τη διδασκαλία του: ο Αναστημένος Ιησούς δεν είναι μόνος, ζει και ενεργεί μέσα από το «Σώμα» του που είναι το συνολικό «Εγώ» των χριστιανών, δηλαδή η Εκκλησία.            
Ο Χριστός για τον Απόστολο Παύλο δεν αποτελεί ένα αφηρημένο πρόσωπο, αλλά μια πραγματικότητα που απορροφά όλο του το είναι, όλη την σκέψη του, όλη τη θέλησή του, όλη την αγάπη του.  Οργώνει όλη τη Μεσόγειο για να κάνει γνωστό σε όλους αυτήν την ασύλληπτη ανακάλυψη,  αυτήν την αφάνταστη αγάπη.
Η λέξη με την οποία εκφράζει αυτήν την γεμάτη αγάπη  προσκόλλησή του στο Χριστό είναι:  «ΠΙΣΤΗ».    
Στις τέσσερις περιοδείες του (ταξίδια) σε σχεδόν όλη τη Μεσόγειο, θα έρθει σε επαφή με πολλούς ανθρώπους κυρίως ελληνιστικής κουλτούρας. Θα κηρύξει τον Λόγο του Θεού, θα βαπτίσει, θα ιδρύσει Εκκλησίες, θα αγωνιστεί για την εδραίωσή τους, θα συγγράψει και θα στείλει στις Εκκλησίες τις Επιστολές του (έχουν φτάσει μέχρι εμάς 14 επιστολές).
Τελευταίος σταθμός της Ιεραποστολικής του πορείας θα είναι η Ρώμη, όπου θα φυλακιστεί και θα υποστεί τον μαρτυρικό θάνατο μεταξύ 64 και 67 μ. Χ.
 
 
Η ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ
 
Η Ανάσταση του Ιησού και το γεγονός ότι είναι Υιός Θεού, μαζί με το σωστικό τους νόημα, αποτελούν το θεμελιώδες περιεχόμενο της πίστης στην Καινή Διαθήκη, ειδικότερα στα γραπτά του Αποστόλου Παύλου και του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Στην ουσία, η καινοδιαθηκική πίστη αναγγέλλει ότι στον Ιησού αποκαλύφθηκε και εκπληρώθηκε κατά τρόπο οριστικό, μοναδικό και ανεπανάληπτο, η σωστική παρουσία του Θεού υπέρ των ανθρώπων μέσα στην ιστορία.
Επομένως και το επίκεντρο του κηρύγματος και της θεολογία του Αγίου Παύλου αντικατοπτρίζει την διδασκαλία της πρώτο-χριστιανικής κοινότητας μετά το γεγονός του Πάσχα, δηλ. την αγγελία του θανάτου και της ανάστασης του Χριστού και της σωστικής της αξίας για τον καθένα από εμάς. Το περιεχόμενο λοιπόν της πίστης είναι το χαρμόσυνο άγγελμα της σωστικής δράσης του Θεού που πραγματοποιήθηκε στον Ιησού Χριστό.
Οι όροι «πίστη» και «γνώση» είναι από τους πιο συχνούς στις επιστολές του Απ. Παύλου.  «Πιστεύω», στην πλειονότητα των περιπτώσεων, εκφράζει:
  • Την αποδοχή του κηρύγματος των Αποστόλων που αναγγέλλουν την αγάπη του Θεού που πραγματώνεται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία με αποκορύφωμα το θάνατο και την ανάσταση του Χριστού.
  • Αυτή η αποδοχή καθιστά τον άνθρωπο «δίκαιο», του δίδει, δηλαδή, την ικανότητα να καθιερώσει μια καινούργια δυναμική και ζωντανή σχέση με το Θεό, αίροντας κάθε εμπόδιο.
  • Η συγκατάθεση της πίστης, έπεται της γνώσης του περιεχομένου που αναγγέλλεται στο κήρυγμα των Αποστόλων. Πρόκειται για την γνωστική όψη της πίστης δηλ. για την γνώση του προσώπου του Χριστού, του θανάτου, της ανάστασης και των πασχαλινών του εμφανίσεων.
Αυτή η τελευταία συνιστώσα της πίστης (αποδοχή του κηρύγματος των αποστόλων) ανήκει στην κοινή παρακαταθήκη της διδασκαλίας των Αποστόλων: «Πράγματι, σας παρέδωσα αυτό που και εγώ παρέλαβα, ότι ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας σύμφωνα με τις Γραφές, ότι ενταφιάσθηκε και ότι αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με τις Γραφές και ότι φανερώθηκε στον Κηφά και έπειτα στους δώδεκα. Έπειτα φανερώθηκε σε πάνω από πεντακόσιους αδελφούς μαζί, απ’ τους οποίους οι περισσότεροι ζουν μέχρι σήμερα, ενώ κάποιοι πέθαναν. Έπειτα φανερώθηκε στον Ιάκωβο, ύστερα σε όλους τους αποστόλους. Και στο τέλος φανερώθηκε και σε μένα, σαν σε έκτρωμα. Πράγματι, εγώ είμαι ο μικρότερος των αποστόλων, που δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι απόστολος, διότι καταδίωξα την εκκλησία του Θεού. Με τη χάρη του Θεού είμαι ό,τι είμαι και η χάρη του σε μένα, δεν πήγε χαμένη, αλλά κόπιασα περισσότερο απ’ όλους αυτούς. Όχι εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που είναι μαζί μου. Λοιπόν, είτε εγώ είτε εκείνοι, αυτό κηρύττουμε και αυτό πιστέψατε» (Α’ Κορινθίους 15, 3-11).
Η πίστη λοιπόν είναι πρώτιστα συνδεδεμένη με την «ακρόαση» του Ευαγγελίου όπως το ανήγγειλε ο Απ. Παύλος.
 
 
Η ΠΝΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ
 
Η γνώση που φέρνει το αποστολικό άγγελμα δεν παραμένει στο διανοητικό επίπεδο, διότι το άγγελμα και το περιεχόμενο που γίνεται γνωστό (δηλ. ο Ιησούς σταυρωμένος και αναστημένος), έχουν νόημα αν εμπλέκει προσωπικά κάθε άνθρωπο αλλάζοντας τη ζωή του.
Ο Απόστολος Παύλος μας εξηγεί πώς η επαγγελία της πίστης και αποδοχή από αυτόν άλλαξε τη ζωή του: «Τη ζωή που τώρα ζω με τη σάρκα μου, τη ζω με την πίστη του Υιού του Θεού ο οποίος με αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό του για χάρη μου» (Γαλάτας 2, 20). Το κήρυγμα δεν έχει σκοπό, μόνο να κάνει γνωστό το γεγονός του θανάτου και της ανάστασης του Ιησού, αλλά να κάνει γνωστή την αξία τους για τη συγκεκριμένη ύπαρξη κάθε ανθρώπου, «για μένα», «για σένα» εδώ και τώρα.
Αυτό το πέρασμα από τη γνώση στην πλήρη εμπλοκή του ανθρώπου είναι «λόγος σοφίας», αποτελεί την πραγματική σοφία· μια σοφία εντελώς καινούργια γιατί δεν βασίζεται αποκλειστικά στον άνθρωπο αλλά στο Πνεύμα του Θεού. «Και ο λόγος μου και το κήρυγμά μου δεν στηρίζονταν σε λόγια σοφίας που πείθουν, αλλά σε αποδείξεις του Πνεύματος και θαυματουργικής δύναμης ώστε η πίστη σας να μη βασίζεται πάνω σε σοφία ανθρώπων, αλλά πάνω στη δύναμη του Θεού» (Α’ Κορινθίους 2, 4-5). Έτσι η αναγνώριση, η γνώση της αξίας της ζωής, του θανάτου και της ανάστασης του Χριστού «για μένα», είναι εφικτή χάρη στο Άγιο Πνεύμα, το ίδιο που γνωρίζει τα βάθη του Θεού: «Το Πνεύμα ερευνά τα πάντα, ακόμα και τα βάθη του Θεού» (Α’ Κορινθίους 2, 10)· «Εμείς δεν λάβαμε το πνεύμα του κόσμου, αλλά το Πνεύμα του Θεού, για να γνωρίσουμε όλα εκείνα που ο Θεός μας χάρισε» (Α’ Κορινθίους 2, 12).
 
 
Η ΠΙΣΤΗ ΩΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
 
Η θεώρηση της πίστης στον Απόστολο Παύλο υπογραμμίζει δυο διαστάσεις αυτής:
  • α) την πίστη ως απάντηση στο κήρυγμα
  • β) την πίστη ως καινούργια τάξη και τρόπο πραγματοποίησης των σχέσεων ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό στη νέα διαθήκη που οδηγεί στη δικαίωση.
Η σχέση ανάμεσα στο «πιστεύω» και στο «ακούω» είναι γνωστή στην Καινή Διαθήκη (βλ. την παραβολή του σπορέα, Λουκά, 8, 12· και η κατάληξη της συνάντησης με τη Σαμαρίτισσα, Ιωάννης 4, 42). Για τον Απ. Παύλο κεντρική θέση κατέχει η ακόλουθη περικοπή:
«Πώς όμως να επικαλεσθούν κάποιον στον οποίο δεν πίστεψαν; Και πώς να πιστέψουν σε κάποιον; Και πώς να ακούσουν χωρίς κάποιον που να κηρύξει; Και πώς να κηρύξουν αν δεν αποσταλούν; 'Όπως είναι γραμμένο: "Πόσο είναι ωραία τα πόδια εκείνων που ευαγγελίζουν ειρήνη, που ευαγγελίζουν τα αγαθά!  Αλλά δεν υπάκουσαν όλοι στο Ευαγγέλιο. Λέει, πράγματι, ο Ησαΐας: "Κύριε, ποιός πίστεψε όσα άκουσε από μας;".  'Αρα η πίστη προέρχεται από την ακοή και η ακοή από το λόγο του Χριστού. Αλλά ρωτώ: μήπως δεν άκουσαν; Βεβαιότατα! Σ' όλη τη γη διαδόθηκε η φωνή τους και μέχρι τα πέρατα της γης τα λόγια τους» (Προς Ρωμαίους 10, 14-18).
Ιδιαίτερα ενδιαφέροντες είναι οι στίχοι 14 και 17. Σύμφωνα μ’ αυτούς, η πίστη βασίζεται στην ακρόαση κάποιου που ομιλεί, που αναγγέλλει. Αυτή η ακρόαση της επαγγελίας, σύμφωνα με το στίχο 14, έχει δυο συμπληρωματικές δραστηριότητες:
  • την πράξη του αγγέλματος και την πράξη της ακρόασης.
Σε ό,τι αφορά την πράξη αγγέλματος υπενθυμίζεται ο ρόλος εκείνου που αναγγέλλει σε μία διαδικασία πραγματοποίησης του σχεδίου σωτηρίας του Θεού. Με βάση την προς Ρωμαίους Επιστολή δεν μπορεί να παραγνωριστεί ο ρόλος και η λειτουργία των Απεσταλμένων στη δυναμική της πίστης. Στη διαδικασία η οποία αρχίζει με το άγγελμα και οδηγεί στην πίστη, χρειάζεται να ληφθεί υπόψη και η διαδικασία της σχέσης που εμπλέκει τον Απόστολο με τον ακροατή του. Το να «γίνεις πιστός» είναι λοιπόν καρπός μια επιτυχούς επικοινωνίας προς τον ακροατή και μιας επιτυχούς προσωπικής σχέσης ανάμεσα σ’ εκείνον που ακούει και σ’ εκείνον που αναγγέλλει.
Σε ό,τι αφορά την πράξη της ακρόασης, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι πρόκειται για μια ακοή με την έννοια της υπακοής δηλ. της θέλησης να ακολουθήσω και να πραγματοποιήσω στην προσωπική μου ζωή την πραγματικότητα που ακούω να μου αναγγέλλεται.
Για τον Απόστολο Παύλο, η πίστη που γεννιέται από την ακοή, είναι το αποτέλεσμα της ακρόασης του λόγου του Θεού: «ἄρα ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ῥήματος Θεοῦ» (Ρωμαίους 10, 17). Ο Απ. Παύλος εννοεί το κήρυγμα ή το άγγελμα ως πραγματοποίηση της αποκάλυψης του Θεού που φανερώνει στον άνθρωπο το θέλημά Του να καλέσει τον άνθρωπο να συμμετέχει στη δική του ζωή.
 
 
ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ
 
Με τον αγγελιοφόρο του κηρύγματος συνδέεται η ομολογία της πίστης που συνίσταται στην αναγνώριση του εσταυρωμένου και αναστημένου Χριστού, κλειδί και ερμηνεία του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης. Πρόκειται για τον πρωταρχικό πυρήνα του κηρύγματος της πρωτοχριστιανικής κοινότητας: «Σας παρέδωσα αυτό που και εγώ παρέλαβα, ότι ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας σύμφωνα με τις Γραφές, ότι ενταφιάστηκε και ότι αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με τις Γραφές και ότι φανερώθηκε στον Κηφά και έπειτα στους δώδεκα. Έπειτα φανερώθηκε σε πάνω από πεντακόσιους αδελφούς μαζί, από τους οποίους οι περισσότεροι ζουν μέχρι σήμερα, ενώ κάποιοι πέθαναν. Έπειτα φανερώθηκε στον Ιάκωβο, ύστερα σε όλους τους αποστόλους» (Α’ Κορινθίους 15, 3-7).
Η χριστιανική πίστη δεν σταματάει στην αναγνώριση ότι ο θάνατος και η ανάσταση του Ιησού επιφέρει τη σωτηρία, αλλά περνάει επίσης στην ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο «Κύριος» (ο Adonai των Εβραίων), δηλαδή ότι με την ανάστασή του ο Χριστός και ως άνθρωπος φανερώνεται ως «ο Κύριος», συμμέτοχος της Θεϊκής φύσης: «Αν ομολογήσεις με το στόμα σου Κύριο τον Ιησού και πιστέψεις μέσα στην καρδιά σου πως ο Θεός τον ανάστησε από τους νεκρούς, θα σωθείς. Γιατί με την καρδιά πιστεύει κανείς ώστε να φθάσει στη δικαιοσύνη, ενώ με το στόμα ομολογεί για να φθάσει στη σωτηρία» (Ρωμαίους 10, 9-10). Πρόκειται για την πιο παλαιά ομολογία πίστεως όπως την πρότειναν στους νέο – βαπτισμένους.
 
 
ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΣΗ Η ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟ  ΘΕΟ
 
Η ομολογία ότι ο αναστημένος Χριστός είναι ο Κύριος, περιλαμβάνει και ταυτόχρονα υπογραμμίζει τη βασική στάση με την οποία ο άνθρωπος εγκαταλείπεται με άνευ όρων εμπιστοσύνη στο Θεό. Αυτή η εγκατάλειψη υπενθυμίζεται διαρκώς στην βιβλική παράδοση και ο Απ. Παύλος της δίνει ξεχωριστή έμφαση. Πρόκειται για κείμενα του Αποστόλου των Εθνών όπου εξηγείται το νόημα της πίστης σε σχέση με την δικαίωση ως εντελώς ανιδιοτελές δώρο. Γι’ αυτό παίρνει ως πρότυπο τον Αβραάμ, τον πατέρων όλων των πιστευόντων:
«Αυτός, παρόλο που δεν υπήρχε ελπίδα, επίστεψε, ελπίζοντας ότι θα γίνει πατέρας πολλών εθνών, σύμφωνα με ό,τι του είχε ειπωθεί: "Τόσοι θα είναι οι απόγονοί σου". Και χωρίς να κλονισθεί ως προς την πίστη, παρατήρησε το σώμα του ήδη νεκρωμένο, αφού ήταν περίπου εκατό ετών, και τη νεκρότητα της μήτρας της Σάρρας. Και στην υπόσχεση του Θεού δεν αμφέβαλε με απιστία, αλλά ενδυναμώθηκε με την πίστη, αποδίδοντας δόξα στο Θεό απόλυτα πεπεισμένος πως ό,τι υπόσχεται είναι δυνατός και να εκτελέσει εκείνο που έχει υποσχεθεί. Γι’ αυτό και του λογαριάστηκε η πίστη προς δικαίωση (Ρωμαίους 4, 18-22· βλ. επίσης 3, 21- 44· Γαλάτας  3, 6-18).
Για τον Aπ. Παύλο η πίστη ως εμπιστοσύνη και η εγκατάλειψη του Αβραάμ στο Θεό, παραμένει σε ισχύ και επίκαιρο πρότυπο για κάθε χριστιανό. Η πίστη του χριστιανού όμως πηγαίνει πιο πέρα διότι η υπόσχεση ζωής που έγινε στον Αβραάμ πραγματοποιείται οριστικά με την ανάσταση του Χριστού: «σε όσους πιστεύουν στο Θεό που ανέστησε από τους νεκρούς τον Ιησού τον Κύριό μας» (Ρωμαίους 4, 24). Για τη θεολογία του Απ. Παύλου λοιπόν, η πίστη που δικαιώνει συνίσταται στη γεμάτη εμπιστοσύνη εγκατάλειψη στο Θεό που είναι πιστός και τηρεί τις υποσχέσεις του. Η επικύρωση της πιστότητας του Θεού, η οποία με τη σειρά της αναμένει την άνευ όρων απάντηση του ανθρώπου, δίδεται με το γεγονός της ανάστασης του Χριστού από τους νεκρούς. Αυτή ακριβώς η εγκατάλειψη του ανθρώπου στην σωστική δράση του Θεού εν Χριστώ, επιτρέπει στον άνθρωπο μια ανήκουστη κατανόηση του εαυτού του η οποία ξεπερνά τις ικανότητες και τους φυσικούς περιορισμούς του (βλ. Γαλάτας, κεφάλαιο 3 και Ρωμαίους κεφάλαιο 4). Ο Αβραάμ πίστεψε «ενάντια κάθε ελπίδας» (Ρωμαίους 4, 18), δηλαδή δεν είχε κανένα γήινο θεμέλιο για να πιστέψει, όμως ακριβώς γι’ αυτό η γεμάτη πίστη ελπίδα του εμφανίζεται ως άνευ όρων εμπιστοσύνη και υπακοή στο λόγο της θεϊκής υπόσχεσης, η οποία μπορεί αυτό που ανθρώπινα είναι αδύνατο, δηλ. να δώσει τη ζωή στους νεκρούς και να καλέσει στην ύπαρξη αυτό που δεν υπάρχει. Η πίστη που δικαιώνει ενεργεί μια ριζική μεταμόρφωση της κατάστασης του ανθρώπου, ο οποίος εναποθέτει την εκπλήρωσή του στη σωστική δράση του Θεού εν Χριστώ.
 
 
ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ
 
Ίσως, όσο καμία άλλη, η περικοπή της προς Φιλιππησίους 3, 4-11 φανερώνει το νόημα της πίστης ως έναν δυναμισμό που μεταμορφώνει:
«Αλλά για το Χριστό όλα εκείνα που για μένα ήταν κέρδη (δηλ. την προέλευση από τη φυλή του Βενιαμίν, Φαρισαίος ως προς το νόμο, διώκτης ως προς το ζήλο), τα θεώρησα ως ζημία. Πραγματικά, όλα τώρα τα θεωρώ ότι είναι ζημία, εξαιτίας της υπεροχής που έχει η γνώση του Ιησού Χριστού του Κυρίου μου, για χάρη του οποίου ζημιώθηκα τα πάντα και τα θεωρώ σκουπίδια, με σκοπό να κερδίσω το Χριστό και να βρεθώ μαζί του, χωρίς να έχω μια δική μου δικαίωση που να πηγάζει από το νόμο, αλλά έχοντας τη δικαίωση του Χριστού που προέρχεται από την πίστη, δηλαδή τη δικαίωση που προέρχεται από το Θεό και βασίζεται πάνω στην πίστη. Κι αυτό, με σκοπό να γνωρίσω το Χριστό, τη δύναμη της ανάστασής του, τη συμμετοχή στα παθήματά του, λαβαίνοντας την ίδια μορφή του θανάτου του, με την ελπίδα να φθάσω στην ανάσταση από τους νεκρούς» (7-11).
Ο Παύλος, ανεπίληπτος ως προς την τήρηση του νόμου και πλούσιος σε τίτλους και δόξες κάθε είδους, χάρη στη συνάντηση με το Χριστό, κατάλαβε ότι όλα, ακόμα και η δικαιοσύνη η οποία βασίζεται στην άψογη προσωπική στάση, είναι δίχως αξία. Αξίζει μόνο η πίστη στον Ιησού, με την οποία απαρνιέται κάθε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και ανοίγεται ολοκληρωτικά στον Κύριο, ζώντας την εσωτερική του ζωή ως μια κούρσα διαδρομής προς Αυτόν. Ο ορατός κόσμος παρέχει πρόσκαιρες αιτιολογίες για τη ζωή, η πίστη όμως ατενίζει το Λόγο και την υπόσχεση του Θεού που εξασφαλίζουν την αιώνια ζωή. Μ’ αυτή την έννοια η διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα που μπορεί να διαπιστωθεί και την πραγματικότητα της υπόσχεσης, είναι κατά βάθος αυτό που ο Απ. Παύλος στην Β’ Επιστολή προς Κορινθίους δηλώνει ως το «ορατό» και το «επίγειο» από τη μια και το «αόρατο» και το «αιώνιο» από την άλλη: «Διότι, το πρόσκαιρο και ελαφρύ βάρος της θλίψης μας, προετοιμάζει ένα υπερβολικό και αιώνιο μέγεθος δόξας για μας, οι οποίοι δεν έχουμε για σκοπό μας ό,τι φαίνεται, αλλά εκείνα που δεν φαίνονται. Πράγματι, εκείνα που φαίνονται είναι πρόσκαιρα, ενώ εκείνα που δεν φαίνονται είναι αιώνια» (4, 17 -18).
Για την πίστη είναι βασική προϋπόθεση να εγκαταλείψει ο άνθρωπος την αλαζονεία, η οποία τον οδηγεί στην περιφρόνηση των εντολών του Θεού και την ανύψωση  του εαυτού του με τα «έργα» του νόμου.
Στην πρώτη περίπτωση, ο άνθρωπος προσπαθεί να επιτύχει την πληρότητά του και να οικοδομήσει το μέλλον του, εμπιστευόμενος αποκλειστικά τις δυνάμεις του ολότελα χωρισμένος από το Θεό. Στη δεύτερη περίπτωση, παρά την εξωτερική τήρηση των εντολών του Θεού, στην πραγματικότητα ο άνθρωπος επικεντρώνεται στον εαυτό του και όχι στο Θεό. Λείπει μια αυθεντική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Θεό.
Η δικαίωση δεν πραγματοποιείται μέσω των έργων του νόμου αλλά μονάχα μέσω της πίστης στον Χριστό που πέθανε και αναστήθηκε και οδηγεί τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Θεό σε ένα εντελώς καινούργιο επίπεδο, αυτό της υιοθεσίας. Η δικαίωση που επιτυγχάνεται μέσω της πίστης, βιώνεται ενόψει της μελλοντικής σωτηρίας: δικαιωμένοι «τώρα» για να φθάσουμε «έπειτα» στη σωτηρία: «Δικαιωμένοι λοιπόν από την πίστη, έχουμε ειρήνη με το Θεό διαμέσου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Πολύ περισσότερο τώρα, δικαιωμένοι με το αίμα του, θα σωθούμε από την οργή, δια-μέσου του. Διότι, αν όντας εχθροί συμφιλιωθήκαμε με το Θεό διαμέσου του θανάτου του Υιού του, πολύ περισσότερο τώρα, αφού είμαστε συμφιλιωμένοι, θα σωθούμε μέσω της ζωής του» (Ρωμαίους 5, 1.9-10). Η πίστη, λοιπόν, σημαίνει αποδοχή της δωρεάς που κάνει ο Θεός του εαυτού του εν Χριστώ και τώρα προσφέρεται μέσω της χάρης. Η αποδοχή αυτή είναι η μοναδική «δίκαιη», «σωστή» στάση του ανθρώπου απέναντι στο Θεού και ανοίγει την ελπίδα μας προς την πλήρη πραγματοποίηση των υποσχέσεων του Θεού.
 
+ Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος
cen.gr 2016