Logo

 Γ' ΜΕΡΟΣ Τελευταίο

τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον

Στο πρώτο μέρος του Πάτερ ημών παρακαλούμε τον ουράνιο Πατέρα να φανερώσει σε όλους τους ανθρώπους ότι είναι Πατέρας εις τρόπον ώστε να ζήσουν σύμφωνα με το θέλημά του και έτσι να πραγματοποιηθεί το σχέδιό του, η «βασιλεία» του. Σ’ όλα αυτά, εμείς δεν είμαστε αμέτοχοι, χρειάζεται η συμμετοχή μας.

Στο δεύτερο μέρος απευθύνουμε την έκκλησή μας στον Πατέρα να μας χορηγήσει αυτά που είναι αναγκαία για να μπορέσουμε να είμαστε ενεργοί συνεργάτες της νέας κατάστασης που θέλει να εγκαινιάσει εδώ στη γη.

Η πρώτη αίτηση έχει ως αντικείμενο τον άρτο. Για τους Εβραίους η λέξη «άρτος» δηλώνει ό,τι έχει ανάγκη ο άνθρωπος για να ζήσει: τροφή, ρούχα, σκέπη... Από την αρχή η Βίβλος υπογραμμίζει ότι ο άνθρωπος, με τον «ιδρώτα του προσώπου του, θα κερδίσει το ψωμί του» (Γέννηση 3,19). Αλλά επιβεβαιώνει επίσης ότι ο Θεός είναι «αυτός που χορηγεί τροφή σε κάθε ζωντανό ον, γιατί αιώνια είναι η ευσπλαχνία του»  (Βλ. Ψαλμοί 136,25· 22,27· 104,27-28· 107,9· 111,5· 145,16).

Η ερμηνεία αυτής της πρώτης αίτησης εξαρτάται από τη σημασία που δίνεται  στο επίθετο «επιούσιος». Τη λέξη αυτή τη συναντάμε μόνο στο παρόν κείμενο της Καινής Διαθήκης και σε κανένα άλλο γραπτό ελληνικό κλασικό κείμενο. Μόνο σ’ έναν αιγυπτιακό πάπυρο (5ο αι. μ.Χ.)  βρίσκουμε τη λέξη «επιούσιος» όπου αναφέρεται σ’ ένα είδος λίστας από καθημερινά έξοδα. Είναι τόσο σπάνια αυτή η λέξη ώστε ο μεγάλος εκκλησιαστικός συγγραφέας Ωριγένης (185 – 232), νόμιζε ότι την είχαν δημιουργήσει εξ’ ολοκλήρου οι ίδιοι οι Ευαγγελιστές.

Οι μελετητές της Αγίας Γραφής δίνουν δύο εξηγήσεις για τη λέξη «επιούσιος»: τον «καθημερινό» άρτο και την πνευματική τροφή. Στην πρώτη περίπτωση παρακαλούμε να μας δώσει ο Πατέρας τον απαραίτητο για τη ζωή μας άρτο. Η δεύτερη ερμηνεία αναφέρεται κυρίως στον κόσμο του Θεού που πλησιάζει, τον άρτο της βασιλείας. Σύμφωνα με πολλούς βιβλιστές και οι δύο οι ερμηνείες είναι σωστές: παρακαλούμε το Θεό να μας δώσει και τους δύο αυτούς άρτους. Έτσι με τα λόγια «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον», προσευχόμαστε στον ουράνιο Πατέρα μας να μας δώσει σήμερα ό,τι έχουμε ανάγκη για τη ζωή μας. Αυτή τη δωρεά, όμως, δεν τη ζητάμε μόνο για τον εαυτό μας, αλλά και για την κοινότητα: «Τον άρτον ημών». Το ψωμί ανήκει σε όλους, το τεμαχίζουμε για να το μοιραστούμε. Έτσι η τροφή γίνεται και κοινωνία, αδελφική αγάπη.

Παρακαλούμε επίσης τον Πατέρα να μας δώσει τον άρτον του αύριο, τον εσχατολογικό άρτο που έχει γίνει η πνευματική τροφή για σήμερα, μετά από την ανάσταση του Κυρίου και μας πλησιάζει υπό μυστηριακή μορφή στη Θεία Ευχαριστία. Ο Χριστός είναι εκείνος ο «άρτος του Θεού που κατεβαίνει από τον ουρανό και δίνει ζωή στον κόσμο» (Ιωάννης 6,33). Ζητάμε να μας δίνει κάθε μέρα αυτόν τον άρτο για να μη χωριστούμε ποτέ από τον Ιησού.

«Τι σημαίνει τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον – αναρωτιέται ο Ιερός Αυγουστίνος – Να ζούμε εις τρόπον ώστε να μη χωριστούμε ποτέ από το βήμα του Κυρίου. Καθημερινός άρτος είναι επίσης ο Λόγος του Θεού που κάθε μέρα μας προσφέρεται και κατά κάποιο τρόπο τεμαχίζεται και μας μοιράζεται. Όπως τα σώματα πεινάνε για το ψωμί το υλικό, έτσι και τα πνεύματα πεινάνε γι’ αυτόν τον άρτο. Ζητώντας τον άρτο τον επιούσιο, παρακαλούμε το Θεό να μας χορηγήσει κι αυτόν τον άρτο: με μια λέξη ό,τι έχουμε ανάγκη για το σώμα και το πνεύμα» (Ιερός  Αυγουστινος, Sermones 58, IV,5).

καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν,ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν

Μαζί με τ’ αναγκαία για τη ζωή του σήμερα και του αύριο, ζητάμε από τον Πατέρα τον ουράνιο να μας συγχωρήσει τα ωφελήματά μας. Ο χριστιανός που καλείται να είναι «τέλειος όπως ο ουράνιος Πατέρας» (Βλ. Ματθαίο 5, 48) ανά πάσα στιγμή, αισθάνεται πόσο είναι μακριά από αυτό το κάλεσμα. Εξάλλου δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ένα παρελθόν ή ένα παρόν που να πληγώνει την ψυχή, ένα βάρος που να επιβραδύνει την πορεία μας προς το Θεό. Έχουμε απόλυτη ανάγκη, λοιπόν, από συγχώρεση, δηλαδή από την αγάπη του Θεού που μας αναδημιουργεί και μας επιτρέπει να ξαναρχίσουμε την πορεία μας, ξαλαφρώνοντας την ύπαρξή μας από τα βάρη του παρελθόντος.

Σ’ αυτή την αίτηση για τη συγχώρεση των οφειλών μας, χρειάζονται δύο εξηγήσεις που συνδέονται μεταξύ τους και αλληλοσυμπληρώνονται. Γιατί η αμαρτία εδώ και σε άλλα μέρη, ονομάζεται από τον Ιησού «οφείλημα» και τι σημαίνει αυτή η έκφραση: «Ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών»; Μήπως η ευσπλαχνία του Θεού είναι συνέπεια της δικής μας ευσπλαχνίας; Μήπως ο Θεός μας συγχωρεί τις αμαρτίες γιατί εμείς προηγουμένως συγχωρήσαμε αυτούς που μας έκαναν κακό; Πρόκειται ακριβώς για το αντίθετο. Όλη η Καινή Διαθήκη μας επιβεβαιώνει ότι η αγάπη και η ευσπλαχνία του Θεού προηγούνται της απάντησης του ανθρώπου. Ο Χριστιανός μπορεί να κάνει κάτι για το Θεό και τους συνανθρώπους μόνο γιατί ο ίδιος ο Θεός του δίνει αυτή τη δυνατότητα, γιατί μας έδωσε ως δώρο την αγάπη του μέσω της οποίας αγαπάμε και συγχωράμε, όπως αυτός ο ίδιος μας αγαπά και μας συγχωρεί (Βλ. Α’ Ιωάννη 4,7.10.19-21).

Η συγχώρεση η δική μας δεν είναι ούτε η αιτία, ούτε η προϋπόθεση της θεϊκής συγγνώμης, αλλά προϋπόθεση της αποτελεσματικότητάς της. Όταν δεν συγχωρούμε, αποδεικνύουμε ότι δεν δεχτήκαμε την ευσπλαχνία του Θεού. Αυτός που δεν είναι ικανός να συγχωρέσει, δείχνει ότι δεν έχει την εμπειρία της ευσπλαχνίας του Θεού, δείχνει ότι δεν δέχεται την προσφορά αγάπης του. Προσευχόμαστε: Πατέρα συνέχιζε να μας συγχωρείς και βοήθησέ μας να αποδεχόμαστε την ευσπλαχνία σου για να μπορούμε με τη σειρά μας να συγχωρούμε τους αδελφούς μας.

Στην αίτηση για την συγχώρηση επαναλαμβάνουμε τέσσερις φορές την παραλλαγή του «ημείς». Αυτό μας υπενθυμίζει, ακόμη μια φορά, ότι στο «Πάτερ ημών» προσευχόμαστε ως Εκκλησία. Ως Εκκλησία ζητάμε από το Θεό να μας συγχωρήσει γιατί ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι η Εκκλησία είναι «simul sancta et pecatrix» (ταυτόχρονα άγια και αμαρτωλή). Είναι παρήγορο να σκέφτεται κανείς πως εκατομμύρια αδέλφια μας παρακαλούν κάθε μέρα τον ουράνιο Πατέρα να φερθεί ευσπλαχνικά και σε εμάς.

καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν,ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ

Μ’ αυτή την αίτηση, το «Πάτερ ημών» φτάνει στο τέλος του. Προσευχηθήκαμε με την εμπιστοσύνη του μικρού παιδιού που αισθάνεται το Θεό ως τον πολυαγαπημένο του Πατέρα και τον ικετεύει να κάνει ώστε να πραγματοποιηθεί το σχέδιο του, να φανερωθεί σε όλους ως Πατέρας, έτσι ώστε όλοι να ακολουθούν το θέλημά του. Και επειδή του έχουμε άπειρη εμπιστοσύνη, ακριβώς όπως τα μικρά παιδιά, του ζητάμε εκείνα που είναι απαραίτητα για τη ζωή μας. Εντούτοις το να ζει κανείς συνεχώς μέσα σ’ αυτή τη λογική και σ’ αυτήν την πραγματικότητα, δεν είναι καθόλου εύκολο. Αργά ή γρήγορα θα φτάσουν οι δυσκολίες και η απογοήτευση. Να γιατί, τελειώνοντας την προσευχή μας, ζητάμε από το Θεό να μας βοηθήσει τη στιγμή του «πειρασμού».

Το κείμενο, ωστόσο, παρουσιάζει μερικές δυσκολίες που πρέπει να τις καταλάβουμε. Και πρώτα τι εννοούμε με τις λέξεις: μη εισενέγκεις ημάς εις πειρασμόν. Πώς είναι δυνατόν ο Θεός που είναι ο Πατέρας μας να θέλει να μας εισάγει στον πειρασμό; Η απάντηση που δίνουν οι ερμηνευτές είναι η εξής: Είναι φανερό ότι ο Ιησούς δεν δίδαξε το «Πάτερ ημών» στα ελληνικά αλλά στα αραμαϊκά ή στα εβραϊκά, γλώσσες, που έχουν την ίδια μορφολογική δομή. Στα αραμαϊκά η αντίστοιχη ελληνική λέξη εισενέγκεις σημαίνει «κάνε ώστε να μην υποκύψουμε στον πειρασμό». Αυτή η ερμηνεία είναι προσαρμοσμένη με όλη τη λογική της Καινής Διαθήκης. Ο Θεός δεν είναι αυτός που θέλει το κακό μας, αλλά αυτός που θέλει να έχουμε την πληρότητα της ζωής και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι αυτός που μας σπρώχνει προς τον πειρασμό (Βλ. Επιστολή Ιακώβου, 1, 12-14).

Για την Αγία Γραφή (βλ. Έξοδος  17, 1-7 και Ματθαίο 4,1-11) ο  «πειρασμός» συνίσταται στον κίνδυνο που απειλεί συνεχώς τον χριστιανό, μπροστά στις δυσκολίες της ζωής, να υποκύψει στον πόνο, στην κούραση, στη «σιωπή» του Θεού, με αποτέλεσμα ν’ αμφιβάλλει ότι ο Θεός είναι Πατέρας και τον αγαπά.

 Ο πειρασμός, όμως, δεν προέρχεται μόνο από τις γενικές δυσκολίες (αρρώστιες, εντάσεις με τους συνανθρώπους, αδικίες...), αλλά και από το ηθικό κακό. Αυτό θέλει να τονίσει το δεύτερο μέρος της αίτησης: αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού. «Ρύομαι εκ» αναφέρεται στα πράγματα: «απομακρύνομαι από κάτι». Αντίθετα «ρύομαι από», στην δική μας περίπτωση, αναφέρεται σε πρόσωπο: «Απομακρύνομαι από κάποιον». Αυτός ο «κάποιος», από την επιρροή του οποίου προσευχόμαστε στον Θεό να μας αποσπάσει, για τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, είναι ο Πονηρός, ο διάβολος ο «πρίγκιπας και επινοητής της αμαρτίας». Και η αμαρτία για την οποία «ενδιαφέρεται» περισσότερο ο διάβολος, είναι η απιστία που σημαίνει έμπρακτα να μην παραδεχόμαστε ότι ο Θεός είναι ο δικός μας Πατέρας. Προσευχόμαστε, λοιπόν, και λέμε: «Πατέρα δώσε μας τη δύναμη να μην αμαρτήσουμε, να μη χάσουμε ποτέ την εμπιστοσύνη μας σε σένα που είσαι ο Αββά-Πατήρ μας. Ότι και να συμβεί στην ζωή μας, κάνε εμείς να παραμείνουμε τα μικρά παιδιά σου που μόνο σε σένα  εμπιστεύονται».

Με λίγα λόγια, όταν η Καινή Διαθήκη μας μιλά για τον πειρασμό ή για τον Πονηρό, προσπαθεί να μας πει ότι μέσα μας και γύρω μας υπάρχουν δυνάμεις που προσπαθούν να μας απομακρύνουν από την εμπιστοσύνη που πρέπει να έχουμε στο Θεό τον Πατέρα μας.

Ο Χριστός δεν υποσχέθηκε μια εύκολη ζωή για τους μαθητές του, αλλά τους καλεί να έχουν εμπιστοσύνη στην τελική νίκη: «Αυτά σας τα είπα, ώστε ενωμένοι μαζί μου να έχετε ειρήνη. Ο κόσμος θα σας κάνει να υποφέρετε («θλίψιν έχετε»), αλλά εσείς να έχετε θάρρος, γιατί εγώ τον έχω νικήσει τον κόσμο» (Ιωάννης 16,33). Αυτά είναι τα τελευταία λόγια που ο Ιησούς απευθύνει στους μαθητές του κατά τη διάρκεια του μυστικού δείπνου. Και η βεβαιότητα αυτή πως μαζί με τον Ιησού μπορούμε να ξεπεράσουμε τις δοκιμασίες της ζωής και έτσι να μείνουμε πιστοί στην αγάπη του Θεού, είναι ικανή να πλημμυρίσει την καρδιά μας από βαθιά γαλήνη και ειρήνη και έτσι, με τη σειρά μας, να τη μεταδώσουμε σε άλλους που περνάνε αυτές τις δοκιμασίες.

Αυτή η τελευταία αίτηση του «Πάτερ ημών» είναι εξαιρετικά σπουδαία. Προσευχόμαστε για την καρτερία, τη σταθερότητα, την επιμονή της πίστης μας, της αγάπης μας, της εμπιστοσύνης μας προς το Θεό και Πατέρα μας. Να γιατί ο Ιησούς θέλησε να τελειώσει μ’ αυτό τον τρόπο την προσευχή που μας δίδαξε. Απ’ αυτήν εξαρτάται η τελική έκβαση της πίστης μας και της πορείας μας προς τον Πατέρα.

Μια παλαιά παράδοση μαρτυρεί ότι πιθανόν οι ιουδαιοχριστιανοί δεν αρέσκονταν να τελειώνουν μ’ αυτό τον τρόπο το «Πάτερ ημών» και ελεύθερα είχαν προσθέσει μια δοξολογία: «ότι σου εστίν η δύναμις και η δόξα εις τους αιώνας». Η μελέτη, όμως, των χειρογράφων του Ματθαίου και του Λουκά επιβεβαιώνει ότι το αυθεντικό κείμενο του «Πάτερ ημών» τελειώνει χωρίς αυτή τη δοξολογία, με την αίτηση να μην επιτρέψει ο Θεός να υποκύψουμε στον πειρασμό. Έτσι το «Πάτερ ημών», μας στέλνει και πάλι στους δρόμους της ζωής, εκεί που συνεχώς πρέπει να δείχνουμε την πιστότητά μας στο Θεό, εκεί που πρέπει να συμπεριφερόμαστε ως παιδιά του Θεού, αυτού του Θεού που στην αρχή της προσευχής μας τον επικαλεστήκαμε ως Πατέρα. Τώρα πρέπει να αποδείξουμε ότι όποιον πειρασμό και αν υποστούμε, για μας ο Θεός θα παραμείνει πάντοτε ο Πατέρας μας και δεν θα πάψουμε να συμπεριφερόμαστε απέναντί του ως στοργικά παιδιά του.

ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Τι σημαίνει, λοιπόν, να προσεύχεται κανείς υπό το φως του «Πάτερ ημών», τι σημαίνει απλώς να προσεύχεται κανείς; Πρωτίστως  πρέπει να τονίσουμε και πάλι ότι το να προσεύχεται κανείς με το «Πάτερ ημών» δεν σημαίνει αναγκαστικά να επαναλαμβάνει τυπικά τις λέξεις αυτής της προσευχής, αλλά να ζει το πνεύμα που την εμπνέει και που το έζησε με μοναδικό τρόπο ο ίδιος ο Ιησούς. Η πρωτοχριστιανική κοινότητα το είχε καταλάβει αυτό και δεν αισθάνθηκε στενά εξαρτημένη από τις λέξεις. Η έκδοση του «Πάτερ ημών» που μας άφησε ο Ματθαίος, ο Λουκάς και η Διδαχή των δώδεκα Αποστόλων δεν είναι ακριβώς η ίδια.

Το «Πάτερ ημών» είναι η σύνθεση του ευαγγελίου, αν για ευαγγέλιο εννοούμε τους δύο πόλους που είναι συνδεδεμένοι μεταξύ τους: από τη μια πλευρά ο Θεός, όχι ένας Θεός που είναι μια απλή υπόθεση φιλοσοφικής εξήγησης του κόσμου, αλλά ένας Θεός που έγινε προσιτός και πλησίασε τον άνθρωπο στο πρόσωπο του Ιησού του εσταυρωμένου και αναστημένου, και από την άλλη οι άνθρωποι που δεν είναι στατιστικοί αριθμοί της τελευταίας απογραφής, αλλά πραγματικά παιδιά του Θεού, ο καθένας  ξεχωριστά, και γι’ αυτό είναι πρόσωπα που ο Θεός «γνωρίζει» ξεχωριστά με το  όνομά τους.

Σε τελευταία ανάλυση, η προσευχή μας μαθαίνει ν’ αγαπάμε. Μια θαυμάσια προσευχή ενός ανώνυμου Ισπανού του 16ου αιώνα ικετεύει το Θεό λέγοντας: «Θεέ μου αυτό που με ωθεί να σε αγαπώ δεν είναι ο ουρανός που μου υποσχέθηκες. Δεν είναι η κόλαση που τόσο φοβούμαι, αυτή που με εμποδίζει να αμαρτήσω. Είσαι εσύ ο ίδιος, Κύριέ μου, εσύ που είσαι κρεμασμένος στο Σταυρό, εσύ με το σώμα σου πληγωμένο και καταματωμένο, εσύ που ταπεινώθηκες και πέθανες για μένα. Είναι η αγάπη σου για μένα. Γι’ αυτό Θεέ μου εγώ θα σε αγαπούσα έστω κι αν δεν υπήρχε ο ουρανός, θα σε σεβόμουν έστω και αν δεν υπήρχε η κόλαση. Εσύ δεν οφείλεις να μου δώσεις τίποτε για να σε αγαπήσω, γιατί έστω κι αν δεν έλπιζα ό,τι ελπίζω, θα σε αγαπούσα το ίδιο όπως σε αγαπώ».

+ Ιωάννης Σπιτέρης  Αρχιεπίσκοπος

cen.gr 2016