«"Χριστιανική" Οικολογία, Μια απάντηση του Ανατολικού και Δυτικού Χριστιανισμού», του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη

 
Αυτές τις μέρες όλοι είμαστε σοκαρισμένοι εξ αιτίας των βιβλικών καταστροφών που οι πλημμύρες έχουν προκαλέσει στην Γερμανία. Ο Πρόεδρος της Γερμανικής Δημοκρατίας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, τόνισε στους συμπατριώτες του: «Μόνο αν διεξαγάγουμε με αποφασιστικότητα τη μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής, θα μπορέσουμε να περιορίσουμε ακραίες καιρικές συνθήκες όπως τις ζούμε σήμερα».
 
Η χριστιανική παράδοση όχι μόνο ήταν και είναι αντίθετη σε κάθε κακοποίηση της Φύσης, αλλά αντίθετα, τη θεωρεί ως ένα ανοικτό βιβλίο στο οποίο βλέπει, με τα μάτια της πίστης, τα αχνάρια του Θεού για να δοξάσει, να υμνήσει και να ευχαριστήσει τον Θεό τον Δημιουργό.
Μετά από αυτά τα τραγικά συμβάντα, μπορεί να είναι χρήσιμο για εμάς τους χριστιανούς, η ανάγνωση του ακόλουθου κειμένου στο οποίο αναλύουμε τη σοφία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας και ενός Αγίου της Δύσης, του Αγίου Φραγκίσκου, σχετικά με μια «χριστιανική οικολογία».   
 
                 
Έχουν συμπληρωθεί έξι χρόνια (18 Ιουνίου 2021) από τη δημοσίευση της σπουδαίας Εγκυκλίου του πάπα Φραγκίσκου «Laudato sí» αναφορικά με την «ολοκληρωμένη οικολογία». Τα λόγια στα ιταλικά και όχι στα λατινικά όπως συνηθίζεται στα παπικά ντοκουμέντα, που αποτελούν το input της Εγκυκλίου, προέρχονται από έναν ύμνο που έγραψε ο Άγιος Φραγκίσκος (το πρώτο απολύτως στην ιταλική γλώσσα ποίημα της ιταλικής λογοτεχνίας). Σε αυτό, ο Φτωχούλης του Θεού, ο προστάτης της φύσης και των ζώων, δοξάζει το Θεό για όλα τα πλάσματά του.
 
Γράφει ο ίδιος ο Πάπας: « “Laudatosi’, mi’ Signore”, “Δοξασμένος να’ σαι, Κύριέ μου”, έψαλλε ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης. Σε αυτόν τον ωραίο ύμνο, μας υπενθύμισε ότι ο κοινός μας οίκος είναι όπως μια αδελφή, με την οποία μοιραζόμαστε την ύπαρξη, και όπως μια ωραία μητέρα που μας δέχεται μέσα στην αγκαλιά της: «Δοξασμένος να’ σαι, Κύριέ μου, για την αδελφή μας, τη μητέρα Γη, που μας τρέφει και μας αναβαστάζει, και γεννάει πλήθος οπωρικά και πολύχρωμα άνθη και δένδρα» (Εγκύκλιος Laudatosi’, αρ. 1).
 
Αυτή η χριστιανική οικολογία είναι κοινή όχι μόνο στον Άγιο Φραγκίσκο, αλλά σε όλους τους παλαιούς Πατέρες της Εκκλησίας.
 
Με την ευκαιρία των έξι χρόνων της πρωτοδημοσίευσης αυτής της εγκυκλίου, παρουσιάζουμε μία σύνθεση για το πώς μερικοί Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, καθώς και ο Άγιος Φραγκίσκος, έζησαν πνευματικά τη σχέση τους με τη φύση ως δημιουργία του Θεού.       
 
ΑΙΣΙΟΔΟΞΗ ΑΤΕΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
 
Κατ’ αρχάς, η πρώτη διαπίστωση που πρέπει να κάνουμε είναι ότι και η πνευματικότητα των Ελλήνων Πατέρων, όπως και η φραγκισκανή, έχει μια αισιόδοξη θέαση του κόσμου.
 
Σε μία εποχή όπου γεννιόντουσαν κινήματα, όπως αυτό των «Καθαρών», εμπνευσμένα από μια έντονα δυαδική και μανιχαϊστική φιλοσοφική και θεολογική πίστη, σε μία εποχή που ο πάπας Ιννοκέντιος ο Γ’ (1160 – 1216) έγραφε το «De contemptu mundi» (Περί περιφρόνησης του κόσμου), που είχε μεγάλη επιρροή στους επόμενους αιώνες, και η μοναστική πνευματικότητα του Μεσαίωνα είχε μια συμπεριφορά έκδηλα απαισιόδοξη απέναντι στον κόσμο ως τέτοιον, ο Άγιος Φραγκίσκος διακρινόταν για μια απεριόριστη αγάπη προς τον κόσμο και για μια αισιόδοξη προοπτική απέναντι στη δημιουργία, που κατέληγε σε μια πρώιμη «οικολογική θεολογία». Η «ύψιστη πτωχεία» του δεν πηγάζει από την απαξίωση του κόσμου, αλλά από την αγωνιώδη επιθυμία του να μιμηθεί «τον Χριστό και τη φτωχούλα Μητέρα του», από την επιθυμία της απόλυτης ελευθερίας και από τη «ελαχιστότητά» του απέναντι σε κάθε δημιούργημα με την συνακόλουθη επιλογή να μην χρησιμοποιεί εγωιστικά τους ανθρώπους και τα πράγματα. Ο Φραγκίσκος μέσα σε μια πλήρη απλότητα αγαπά τα δημιουργήματα, επειδή τα «καθαρά μάτια» του διακρίνουν σ’ αυτά τα ίχνη του Αγαπημένου του. Πρόκειται για ένα από τα πλέον ξεκάθαρα θέματα ολόκληρης της φραγκισκανικής πνευματικότητας.
 
Στην πατερική πνευματικότητα, η αισιόδοξη θέα του κόσμου θεμελιώνεται και σωτηριολογικά: η ύλη προσλήφθηκε από το Λόγο για να υπηρετήσει τη σωτηρία μας. «Δε θα σταματήσω να αποδίδω σεβασμό στην ύλη, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκε η σωτηρία μου», γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (Λόγος πρῶτος ἀπολογητικὸς πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας, Ι, PG 94, 1245ΑΒ).
 
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΩΣ «ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ»
 
Οι Πατέρες της Εκκλησίας παραπέμπουν στη Βίβλο για να υποστηρίξουν αυτήν την αισιόδοξη προοπτική του κόσμου, και ακριβέστερα στο εδάφιο της Γέννησης 1,10: «καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν». Σύμφωνα με τους ερμηνευτές, το καλόν αναφέρεται στην ωφέλεια των όντων για τον άνθρωπο, ενώ ο όρος ωραίο εκφράζει τη χαρά που αντλεί ο άνθρωπος από τη δημιουργία. Οι Πατέρες συχνά παραθέτουν αυτή τη βιβλική έκφραση για να επιβεβαιώσουν την καλοσύνη και την ομορφιά του σύμπαντος. Το κάλλος-καλοσύνη του κόσμου πηγάζει από τη σοφία του Θεού, του δημιουργού του κόσμου. Όλα τα δημιουργήματα διαποτίζονται από αυτή την ομορφιά, βεβαιώνει ο Μέγας Βασίλειος, έτσι όπως το νερό ποτίζει ένα φυτό δίνοντάς του την δυνατότητα να υπάρχει ντυμένο με χρώματα (Βλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εἰς τὴν Ἑξαήμερον, 5,9: PG 29, 113D).
 
Οι Πατέρες τείνουν να βλέπουν τον κόσμο σαν μια «θεοφάνεια», ένα είδος ιερού «μυστηρίου» της παρουσίας του Θεού και, επομένως, και του κάλλους του. Πρόκειται για μια πραγματική «μυστηριακή κοσμολογία». Όλος ο κόσμος είναι «ιερός», επειδή περιέχει μια αρχή της ενσάρκωσης του Θείου Λόγου. Ο μεγάλος δάσκαλος της «κοσμολογικής μυστηριολογίας» είναι ο Αλεξανδρινός εκκλησιαστικός συγγραφέας Ωριγένης (185 – 254) . Γι’ αυτόν ολόκληρος ο κόσμος αποτελεί ένα ιερό «μυστήριο» της παρουσίας του Θεού. Μυστήριο είναι και ο ίδιος ο Θεός και όλα αυτά που δημιουργήθηκαν απ’ Αυτόν μέσω του Λόγου. Ο κόσμος, επομένως, είναι φτιαγμένος από «δηλωτικά ή εκφραστικά σημεία» που πρέπει να ξέρει κανείς να τα ερμηνεύσει και να τα αποκωδικοποιήσει για να πλησιάσει Αυτόν τον οποίον εκφράζουν και σημαίνουν. Γι’ αυτό, πρέπει να κατέχει κανείς την αίσθηση του μυστηρίου. «Αντιλαμβανόμαστε - επαναλαμβάνει ο Ωριγένης - ότι τα πάντα είναι γεμάτα μυστήριο» (ΩΡΙΓΕΝΗΣ, Homilia in Leviticum III,8: PG 12, 433B-434C). Και σε άλλο σημείο γράφει: «Κάθε τι που μας πλησιάζει, μας προσεγγίζει μέσω του μυστηρίου»  155 ΩΡΙΓΕΝΗΣ, Homilia in Genesim IX,1: PG 12,211A).
 
Αυτή η «ανάγνωση» της κτήσης, ωστόσο, δεν πραγματοποιείται με τις ανθρώπινες δυνάμεις, είναι αποτέλεσμα της χάρης του Θεού. Ολόκληρος ο κόσμος αποτελεί μια απέραντη «εικόνα» του θείου κάλλους και γι’ αυτό γίνεται αντικείμενο ενόρασης, «θεωρίας».
ΤΟ «ΚΑΛΛΟΣ» ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
 
Η στάση του χριστιανού μπροστά στην ομορφιά του κόσμου δεν υπαγορεύεται από αισθητικούς ή ρομαντικούς λόγους, αλλά από την πίστη και τη χάρη του Θεού. Ο Άγιος Βασίλειος βεβαιώνει σχετικά:
«"Και ο Κύριος είδε ότι ήταν καλό". Η Γραφή δεν θέλει να μας πει ότι ο Θεός είδε όμορφη τη θάλασσα από αισθητική άποψη..., επειδή ο Κύριος δεν χρειάζεται μάτια που θαυμάζουν την ομορφιά των έργων του. Αυτός θεωρεί τα όντα μέσω της ανείπωτης σοφίας του. Φυσικά δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς το ευχάριστο θέαμα που προσφέρει η γαλάζια θάλασσα όταν επικρατεί βαθιά ηρεμία... Αλλά, δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο, σύμφωνα με τη Γραφή, η θάλασσα φαίνεται όμορφη και γοητευτική στα μάτια του Θεού. Το κάλλος προέρχεται από το γεγονός ότι αυτό προϋπάρχει στον Θεό και βρίσκεται στη βάση του δημιουργικού του έργου» (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εἰς τὴν Ἑξαήμερον, 4,6: PG 29, 92BC).
 
Το να σταματά κανείς, αποκλειστικά, πάνω στην αισθητική ομορφιά του κόσμου, θα αποτελούσε ένα είδος ειδωλολατρίας, μια απομάκρυνση από το δημιουργό Θεό, στον οποίο πρέπει να οδηγεί κάθε έργο του. Η «θεωρία» (ενόραση) της φύσης αποτελεί ένα μεγάλο μέσο, που βοηθά να τροφοδοτείται μέσα μας η «μνήμη του Θεού». Αυτό το ρητό, «μνήμη του Θεού», αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικότερες εκφράσεις της πνευματικότητας του Μ. Βασιλείου. «Στην κοσμολογική σκέψη του Αγίου Βασιλείου - γράφει ένας μελετητής της ανατολικής πνευματικότητας - ο κόσμος ολόκληρος στην πολυπλοκότητά του, στο ρυθμό του και στη θαυμάσια τάξη του, δεν έχει άλλο σκοπό από το να συνιστά μια «ανάμνηση» των σχέσεών μας με τον Θεό. Αν το ανθρώπινο πνεύμα δημιουργήθηκε γι’ αυτή την ανάμνηση του Θεού, τα υλικά αγαθά είναι με τη σειρά τους προορισμένα να επικαλούνται αυτή την ανάμνηση» (Τ. ŠPIDLIΚ, La spiritualité de lOrient chrétien, II, La Prière, OCA 230, Ρώμη 1988, 364). Αν σκεφτεί κανείς ότι για τον επίσκοπο Καισαρείας το «ίδιον» του χριστιανού είναι «να διατηρεί σταθερά τη μνήμη του Θεού», αντιλαμβάνεται πόση σημασία αποκτά γι’ αυτόν η ενατένηση της φύσης: «Θέλω να αφυπνίσω μέσα σου - βεβαιώνει ο Διδάσκαλος από την Καισαρεία - ένα βαθύ θαυμασμό της δημιουργίας, ώστε εσύ σε κάθε μέρος, θεωρώντας τα φυτά και τα λουλούδια, να κυριεύεσαι από μια ζωηρή ανάμνηση του Δημιουργού» (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εἰς τὴν Ἑξαήμερον, 6,1: PG 29, 97C ).
 
Πρόκειται, κυριολεκτικά, για «πάθος» απέναντι στα θαύματα της φύσης: ο κόσμος αποτελεί ένα θέαμα μπροστά στο οποίο οτιδήποτε άλλο ξεθωριάζει. «Πράγματι - συμπεραίνει ο Μέγας Βασίλειος - αν οι παθιασμένοι με το θέατρο ή τις ιπποδρομίες κυριαρχούνται ακόμη και στον ύπνο τους από αυτό το πάθος τους, πόσο περισσότερο οφείλουμε να παραμένουμε σαγηνευμένοι εμείς, που ο Κύριος, εκείνος ο μεγάλος Δημιουργός και Καλλιτέχνης των θαυμάτων του κόσμου, μας προσκαλεί να παρακολουθήσουμε το θέαμα των έργων του. Θα αποφύγουμε λοιπόν να δούμε μέσα μας, θα διστάσουμε εμείς να ακούσουμε τις διδασκαλίες του Πνεύματος; Θα αποφύγουμε λοιπόν εμείς να θεωρήσουμε εκείνο το μεγάλο εργαστήριο της θείας δημιουργίας κατευθύνοντας το βλέμμα μας στην αρμονία του σύμπαντος... στον ουρανό..., στη γη..., στον αέρα;» (Αυτόθι 4,1: PG 29, 80AB ).
 
Όπως είναι γνωστό, στους Πατέρες, με αφετηρία τον Ωριγένη, γίνεται λόγος για την τριπλή οδό της πορείας του ανθρώπου προς τον Θεό. Ο Ωριγένης (185 – 253), πράγματι, είναι ο πρώτος που ανέπτυξε τη θεωρία των τριών βαθμίδων της πνευματικής ζωής. Ο χριστιανός στην αναζήτηση του Θεού πρέπει να περάσει τρία στάδια:
 
  • Την «πρακτική ζωή», δηλαδή τον αγώνα για την αγάπη και την κάθαρση, που είναι η βασιλική οδός που μας οδηγεί προς τη γνώση του Θεού (ΩΡΙΓΕΝΗΣ, Περὶ Ἀρχῶν, Ι, 3, 8 PG 11, 155).
  • Τη «φυσική θεωρία», δηλαδή τη μελέτη του Θεού μέσω των μυστηρίων της δημιουργίας, του κτιστού κόσμου. Στην εκκλησιαστική παράδοση «θεωρία» προέρχεται από το ρήμα «ὁράω» (βλέπω) και σημαίνει κοίταγμα, στοχασμός. Μερικοί Πατέρες, φιλολογικά εσφαλμένα, αλλά μυστηριακά σωστά, ερμήνευσαν τη λέξη «θεωρία» ως «Βλέπω το Θεό».
  • Τελικά φτάνει κανείς στη «Θεο-λογία», δηλαδή τη γνώση του Θεού μέσω του θείου Λόγου. Πρόκειται για μια βαθμιαία ένωση που συνοδεύεται από την κάθαρση των παθών και την αγάπη που επιτελείται στο σώμα της Εκκλησίας. Πρόκειται για τους μυστικούς γάμους της ανθρώπινης ψυχής με τον θείο Λόγο που περιγράφονται αλληγορικά στο Ἆσμα Ἀσμάτων.
 
Η αρχαία παράδοση της Εκκλησίας, επομένως, τοποθετεί, σε λογική σειρά, τη θεωρία της φύσης μετά την κάθαρση από τα πάθη και πριν από την θεωρία της Υπεραγίας Τριάδας που κατέχουν μερικοί, λίγοι, μύστες της Εκκλησίας. Η φυσική θεωρία είναι η θέα του κόσμου μέσω των «πνευματικών αισθήσεων», που έχουν ανυψωθεί από τη θεία χάρη για να συλλάβουν τους κρυμμένους σε όλα τα όντα θείους λόγους, δηλαδή τη σοφία και την αγαθότητα του Θεού Δημιουργού που έπλασε καθετί διά του Λόγου Του. Μόνο σ’ αυτήν την περίπτωση υπερβαίνει κανείς την επιφανειακότητα των όντων και «ακούει» την πραγματική τους γλώσσα. Πρόκειται για την πραγματική «επιστήμη» των όντων, στην οποία ο χριστιανός, εξαγνισμένος και έχοντας αποκτήσει «καθαρή καρδιά», μπορεί να διαβλέψει σ’ αυτά το «θεϊκό σχέδιο» και να ανακαλύψει τη θεία Πρόνοια που συνθέτει η αγάπη και η σοφία Του. Τότε η φύση καθίσταται, πραγματικά, ένα «ανοιχτό βιβλίο», όπου διαβάζοντάς το, γνωρίζει κανείς τον Θεό και το σχέδιό του που πλημμυρίζει από αγάπη. Ο Μάξιμος ο Ομολογητής (580 – 662) γράφει: «Δε γνωρίζουμε τον Θεό στην ουσία Του, αλλά από τα μεγάλα έργα Του και την πρόνοιά Του για τα όντα. Διά μέσω αυτών, όπως σ’ έναν καθρέφτη, καταλαβαίνουμε την άπειρη αγαθότητα, σοφία και δύναμή Του» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, 96 PG 90, 981. Πρβλ. Προς Θαλάσσιον, 9,13: PG 90, 293D-296A ).
 
Για το Μέγα Βασίλειο κάθε όν αποτελεί μια συγκεκριμενοποίηση, μια πραγματοποίηση του λόγου του Δημιουργού (Ο λόγος του Θεού γίνεται «πράγμα», ο Θεός «είπε» και «έγινε»). Κάθε πλάσμα, επομένως, οφείλει να φανερώνει τον Πλάστη, να μιλά, να διηγείται τη δόξα του Κυρίου (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος XVIII: PG 32, 152CD). Αυτός που φανερώνει και τελειοποιεί τη δόξα του Κυρίου στα πλάσματα είναι το Άγιο Πνεύμα, όπως η λάμψη ανήκει στον ήλιο, έτσι η δόξα του Θεού ανήκει στο Άγιο Πνεύμα.
 
Κάθε πραγματική ομορφιά των πλασμάτων είναι σχετική, με την έννοια ότι οδηγεί πάντα στο Ύψιστο Κάλλος και από αυτό αντλεί τη λάμψη της. Γι’ αυτό, η γεμάτη θαυμασμό θεωρία των πλασμάτων είναι ικανή να εγείρει στην ψυχή μια «ἐν Κυρίῳ αγαλλίαση», επειδή οδηγεί τον πιστό προς τον Πλάστη κάθε ομορφιάς και στη βαθιά πεποίθηση ότι μόνο Αυτός κατέχει με απόλυτο τρόπο «ένα τέτοιο κάλλος, μια τέτοια αγαθότητα και μια τέτοια σοφία» (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εἰς τοὺς Ψαλμοὺς, ΛΒ΄, 1: PG 29, 324Β). Η ψυχή αγάλλεται, γιατί ο Κύριος είναι μέγας, αγαθός και ωραίος. Κάθε αληθινή ομορφιά, συνεπώς, όντας μια αντανάκλαση του θείου κάλλους, δεν αποσπά τον άνθρωπο από τον Θεό, δεν τον ταράζει, και έτσι τη διακρίνει μια «χαρούμενη και γλυκιά όψη» που κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο και ήρεμο (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εἰς τὴν Ἑξαήμερον, 2,7: PG 29, 48ΑΒ).
Ο ΑΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ Ο ΥΜΝΩΔΟΣ ΤΟΥ ΠΛΑΣΤΗ  
 
Ένα από τα χαρακτηριστικά του Αγίου Φραγκίσκου, το οποίο προκαλεί αίσθηση ιδίως στη σύγχρονη εποχή, είναι η αγάπη του για τη φύση: θεωρείται ως ο κατ’ εξοχήν Άγιος που λάτρευε την κτίση. Ο Νίκος Καζαντζάκης, στο μυθιστόρημά του Ο Φτωχούλης του Θεού, παριστάνει το Φραγκίσκο να πεθαίνει, ενώ ο αδελφός Ειρηναίος τού τραγουδούσε τον Ύμνο των Πλασμάτων, και περιτριγυρισμένο από «κοπάδια πρόβατα, βόδια, αλόγατα, σκυλιά, να ’ρχουνται βουερά θρηνώντας και να στέκουνται, με γερμένα τα κεφάλια, πίσω από τους αδελφούς. Κι απ’ το δάσος πέρα κίνησαν αγρίμια, λύκοι, αρκούδες, αλεπούδες, τσακάλια, και στάθηκαν πίσω από τα ήμερα ζωντανά κι άρχισαν κι αυτά το θρήνο. χιλιάδες φτερουγητά ακούστηκαν από πάνω μου, σήκωσα τα μάτια κι είδα λογής-λογής σμάρια πουλιά να κατεβαίνουν στριγγλίζοντας και να κουρνιάζουν γύρα από το Φραγκίσκο» (Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Ὁ Φτωχούλης τοῦ Θεοῦ, 360).
 
Ίσως, καμία άλλη πλευρά της προσωπικότητας του Φραγκίσκου να μην παρεξηγήθηκε περισσότερο από την «αγάπη του για τη φύση».
 
Είναι γνωστό ότι η φραγκισκανική «αδελφοσύνη» αναπνέει με τα πνευμόνια του σύμπαντος. Στον Άγιο Φραγκίσκο είχε γίνει τόσο οικεία και απαρασάλευτη η πεποίθηση της καθολικής πατρότητας του Θεού, ώστε, χωρίς προσπάθεια, χωρίς ρητορείες, ένιωθε πραγματικά «αδελφός» όχι μόνο με όλους τους ανθρώπους, αλλά, επίσης, με όλα τα δημιουργήματα. Η λέξη «αδελφός» ή «αδελφή» παραμένει η αγαπημένη του προσφώνηση προς όλα τα όντα της δημιουργίας. Είναι ο ευγενής τίτλος τους και ταυτόχρονα η ζωτική στάση που τον ενώνει με ολόκληρο το σύμπαν. Είχε δίκιο ο Βιογράφος του Αγίου της Ασίζης, Tommaso da Celano (1185 – 1285) όταν παρατηρούσε: «Και τελικά αποκαλούσε όλα τα δημιουργήματα με το όνομα του αδελφού και αδελφής, διαισθανόμενος τα μυστικά τους με τρόπο αξιοθαύμαστο και άγνωστο σε όλους, επειδή είχε κατακτήσει την ελευθερία της δόξας, που ανήκει στα παιδιά του Θεού» (Πρώτος Βίος, 81).
 
Είναι γνωστό ότι το κομβικό σημείο για μια ερμηνεία της σχέσης του Φραγκίσκου με τη φύση είναι το Άσμα των δημιουργημάτων. Πρόκειται για ένα ποίημα που έγραψε ο Άγιος Φραγκίσκος στο οποίο δοξάζει το Θεό για όλα τα πλάσματά του. Αξίζει να θυμηθούμε ότι το «Άσμα» αυτό αποτελεί μια στιγμή εξαιρετικού ύμνου απευθυνόμενου στο Δημιουργό που ανακαλύπτεται στα δημιουργήματά του. Και για τον Άγιο Φραγκίσκο τα δημιουργήματα συνθέτουν ένα σημείο σχεδόν «ιερό», όπου βλέπει όχι μόνο την παρουσία, αλλά και την απέραντη αγαθότητα του Κυρίου του.
 
Σημειώνουν οι πρώτοι βιογράφοι του: «Απορροφημένος εντελώς στην αγάπη του Θεού, ο Φραγκίσκος αντιλαμβάνονταν τέλεια την καλοσύνη του Θεού όχι μόνο στην ψυχή που ήδη ακτινοβολούσε μέσα στην τελειότητα κάθε αρετής, αλλά και σε κάθε δημιούργημα. Και γι’ αυτό στρεφόταν με εξαιρετικά θερμά αισθήματα προς τα δημιουργήματα».
 
Αυτός, απέχοντας πολύ από το να βλέπει στα δημιουργήματα μια ευκαιρία που τον απομακρύνει από τον Κύριο, αντιλαμβάνεται σ’ αυτά το δώρο που ο Κύριος του προσφέρει. Γι’ αυτό, μπροστά σε τόση καλοσύνη, δεν μπορεί παρά να ευχαριστήσει και να υμνήσει τον Δότη τόσων δώρων και προσκαλεί τους αδελφούς του να κάνουν το ίδιο. Η κανονική συμπεριφορά για εκείνον και τους αδελφούς του είναι η «ευχαριστία». Γράφει στο «Μη εγκεκριμένο Κανονισμό (17, 17-18): «Και όλα τα αγαθά ας τα αποδίδουμε στον ύψιστο και υπέρτατο Κύριο τον Θεό και ας αναγνωρίζουμε ότι κάθε αγαθό ανήκει σ’ αυτόν, και για όλα τα αγαθά ας ευχαριστούμε αυτόν, από τον οποίο προέρχεται κάθε αγαθό. Και αυτός, ο ύψιστος και υπέρτατος, ο μοναδικός αληθινός Θεός, ας έχει, κι ας του αποδίδονται, κι ας δέχεται κάθε τιμή και σεβασμό, κάθε ύμνο και ευλογία, κάθε ευχαριστία και τιμή επειδή κάθε αγαθό είναι δικό του και αυτός είναι ο μόνος αγαθός».
 
 Γι’ αυτό ο Φραγκίσκος όχι μόνο αγαπά τα δημιουργήματα, αλλά τα σέβεται και ... τα τιμά.
 
Γράφει σχετικά ο πάπας Φραγκίσκος: «Πιστεύω ότι ο Φραγκίσκος είναι το κατεξοχήν παράδειγμα της φροντίδας για ό,τι είναι αδύναμο και μιας ολοκληρωμένης οικολογίας, βιωμένης με χαρά και αυθεντικότητα. Είναι ο άγιος προστάτης όλων όσοι μελετούν και εργάζονται στο πεδίο της οικολογίας, αγαπητός και από πολλούς που δεν είναι χριστιανοί. Εκδήλωσε μια ιδιαίτερη προσοχή προς τη δημιουργία του Θεού και προς τους πιο φτωχούς και εγκαταλειμμένους. Αγαπούσε και ήταν αγαπητός για τη χαρά του, τη γενναιόδωρη αφοσίωσή του, την οικουμενική καρδιά του. Ήταν ένας μυστικιστής και ένας προσκυνητής που ζούσε με απλότητα και με μία θαυμαστή αρμονία με τον Θεό, με τους άλλους, με τη φύση και με τον εαυτό του. Σε αυτόν, διαπιστώνουμε μέχρι ποίου σημείου είναι αδιαχώριστες η ανησυχία για τη φύση, η δικαιοσύνη για τους φτωχούς, η στράτευση μέσα στην κοινωνία και η εσωτερική ειρήνη» (Εγκύκλιος «Laudato sí», αρ. 10).
 
 
+ Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος  
 
Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian