Logo

«Ο Μεσαίωνας, Μια προκατάληψη που καλά κρατάει», του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη

 
Εκφράσεις όπως «Μήπως είμαστε στο Μεσαίωνα;», «Ο σκοταδισμός του Μεσαίωνα», «Μεσαίωνας, σκοτεινός Αιώνας», «Εργατικός Μεσαίωνας», ακούγονται συχνά πυκνά, όχι μόνο από ανθρώπους χωρίς κάποια κουλτούρα, αλλά και από δημοσιογράφους και μορφωμένους ανθρώπους.  Στην πραγματικότητα ο Μεσαίωνας αφορά μία μεγάλη περίοδο της ιστορίας, η οποία παραμένει ακόμα και σήμερα άγνωστη και γεμάτη προκαταλήψεις.
 
Κάθε φορά που πέφτουν στην αντίληψή μου τέτοιες «ανακρίβειες»  ενοχλούμαι ιδιαίτερα και γι’ αυτό αποφάσισα να «αντιδράσω», δυστυχώς όμως, πρόκειται για μία αντίδραση ενός μη εξειδικευμένου ιστορικού και για αυτό το λόγο το κείμενό μου, χρειάζεται, σίγουρα, να συμπληρωθεί με πολύ περισσότερα στοιχεία. Εξάλλου πώς θα μπορούσε κανείς, σε λίγες σελίδες,  να αντικρούσει τις κατηγορίες ενάντια χιλίων χρόνων ιστορίας. Ένα πράγμα είναι βέβαιο, η σύγχρονη σοβαρή και αντικειμενική ιστοριογραφία έχει πλέον «δικαιώσει» αυτήν την μακραίωνη περίοδο στην οποία θα αναφερθούμε περαιτέρω.            
 
Ωστόσο, για πολλούς ακόμα σήμερα, ο Μεσαίωνας αντιπροσωπεύει μία περίοδο άγνοιας, βαρβαρότητας και γενικής υπανάπτυξης. Δεν μπορεί να αμφιβάλλει κανείς πως οι συγκεκριμένες συνθήκες, σε αυτήν την περίοδο, δημιούργησαν και βαρβαρότητα και άγνοια, αλλά μόνο αυτό; Αλήθεια, πιστεύετε πως είναι η κατ’ εξοχήν «σκοτεινή» περίοδος; «Έχετε προσέξει πως ό,τι είναι αναχρονιστικό, βάρβαρο, σκοταδιστικό στις νοοτροπίες και στις συμπεριφορές μας το ονομάζουμε μεσαίωνα;» (Βλ. Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου: Ο «Σκοτεινός Μεσαίωνας», Αθήνα 2010, 13. Από τώρα και εμπρός =  «Σκοτεινός Μεσαίωνας»).
 
Ένα λόγος, ακόμα, για τον οποίο θα ήθελα να ασχοληθώ με αυτές τις αντιιστορικές  κραυγές,  είναι  γιατί αντιπροσωπεύουν  άμεσα, μεταξύ των άλλων, και ένα άδικο κατηγορώ ενάντια στα σχεδόν 1000 χρόνια (5ος – 15ος αι.) ιστορίας της Καθολικής Εκκλησίας. Πράγματι,, πολλοί όταν λένε «Μεσαίωνας» αναφέρονται  μόνο στη Δύση και κυρίως στην Καθολική Εκκλησία! (Βλ. Ρ. ΜΠΕΝΒΕΝΙΣΤΕ, Από τους Βαρβάρους στους Μοντέρνους. Κοινωνική ιστορία και ιστοριογραφικά προβλήματα της μεσαιωνικής Δύσης, Αθήνα 2007, 19-35).  Από την άλλη, η έννοια  «Μεσαίωνας» «στις χώρες τις ορθοδοξίας, χρησίμευε και χρησιμεύει, συχνά, ως το ανεστραμμένο τους είδωλο, ως η παπική ανάγνωση του χριστιανισμού των καταβολών και των πατέρων της Εκκλησίας» (βλ. «Σκοτεινός Μεσαίωνας», σελ. 16).
 
Ιστορικά η λέξη «Μεσαίωνας» σημαίνει «οι ενδιάμεσοι χρόνοι». Δηλώνει  την περίοδο που βρίσκεται μεταξύ του κλασικού ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και της Αναγέννησης (16ος αι.) που «μιμείται» αυτόν τον πολιτισμό. Επομένως υπάρχουν δύο εποχές πολιτισμού: ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός και η Αναγέννηση αυτού του πολιτισμού. Η περίοδος που βρίσκεται «στη μέση» δεν δύναται να αντιπροσωπεύσει παρακμή.             
     
 
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗΣ
 
Είναι περίεργο, σήμερα, κυρίως στο Νέο Κόσμο (Βόρειος Αμερική, Αυστραλία…)  να υπάρχει μια μεγάλη έλξη για την περίοδο που ονομάζουμε «Μεσαίωνας». Συναντάμε ινστιτούτα και ερευνητικά κέντρα, που ως αποκλειστικό σκοπό έχουν τη μελέτη αυτής της περιόδου και μένουμε θετικά κατάπληκτοι από τα πορίσματα και τα συμπεράσματα αυτών των μελετών. Είναι τόση η νοσταλγία για αυτήν την εποχή, ώστε στην Αμερική αναπλάθονται ολόκληρες μεσαιωνικές πόλεις ως υπαίθρια μουσεία. Έχουν μεταφερθεί, πέτρα πέτρα, ολόκληρα τεράστια μνημεία της εποχής αυτής και  ο κόσμος σχηματίζει ουρές για να τα επισκεφθεί.
 
Στην Ευρώπη, όμως, η κοιτίδα του «μεσαίωνα», άρχισαν ένα ανελέητο κατηγορώ ενάντια στην ίδια την ιστορίας της. Αυτό οφείλεται κυρίως στους διαφωτιστές του 17ου αι και κυρίως στους γερμανούς λουθηρανούς οι οποίοι θα αναζητήσουν στον «παπισμό» αυτής της περιόδου, την προδοσία του πρώιμου αυθεντικού χριστιανισμού. Ο Βολταίρος, όμως, είναι αυτός που το 1757  θα φέρει στα άκρα την αρνητική σημασία της λέξης «Μεσαίωνας». Αυτός θα καταστήσει τη λέξη, συνώνυμη του εκκλησιαστικού σκοταδισμού και αντίθετη της έννοιας του «θριάμβου των Φώτων».  
 
Είναι τέτοιο το μίσος ενάντια σ’ αυτή την εποχή, ώστε στη Γαλλία, μετά την επανάσταση (1789 – 1799) καταστρέφονται μοναστήρια και εκκλησίες τεράστιου καλλιτεχνικού και ιστορικού ενδιαφέροντος. Έτσι π.χ. στην κυριολεξία κατεδαφίζουν το μοναστήρι του Cluny μαζί με την εκκλησία, που ήταν η μεγαλύτερη και ωραιότερη εκκλησία της χριστιανοσύνης ρωμανικού ρυθμού. Όπου δεν καταστρέφονται οι εκκλησίες, στη Γαλλία και στην Ιταλία, μετατρέπουν τα ιστορικά μοναστήρια και τις εκκλησίες σε στρατώνες ή σε άλλη δημόσια χρήση. Ας σκεφτεί κανείς πως, για πολλά χρόνια, μέχρι το 1927, στην Ασίζη, η εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου (1228 – 1253) με αριστουργήματα του Giotto, Cimabue, Simone Martini…,είχε μετατραπεί σε στάβλο. Σήμερα είναι μνημείο παγκόσμια κληρονομιάς της UNESCO.
 
Ας δούμε, λοιπόν,  κατά πόσο είναι αλήθεια πως ο Μεσαίωνας αποτελεί την κατεξοχήν περίοδο του σκοταδισμού.
 
ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΦΕΥΡΕΣΕΩΝ
 
Μέχρι τον 15ο αι. τα βιβλία παράγονταν στα αντιγραφεία ή  «σκριπτόρια» των μοναστηριών, με έργα όχι μόνο των Λατίνων συγγραφέων, αλλά και των Ελλήνων, άρα υπήρχαν μοναχοί  που γνώριζαν τα ελληνικά. Αυτοί οι κώδικες, αργότερα, στην Αναγέννηση,  έδωσαν την δυνατότητα στους μορφωμένος της εποχής να γνωρίσουν τους κλασικούς συγγραφείς και να τους μιμηθούν!        
 
Επιπλέον κατά την διάρκεια  αυτής την περιόδου,  ανακαλύπτεται, μεταξύ των άλλων, ο τρόπος κατασκευής του χαρτιού και επομένως του βιβλίου με τεράστιες συνέπειες για τον πολιτισμό. Περίπου το 1400 ο Johannes Gutenberg ανακαλύπτει την τυπογραφία με κινητά στοιχεία. Μία ανακάλυψη που τινάζει στα ύψη την μάθηση και τη γνώση.
 
Την περίοδο του Μεσαίωνα  ανακαλύπτονται τα γυαλιά οράσεως, οι τράπεζες, τα κουμπιά, οι νότες της μουσικής, το γυαλί στα παράθυρα, τα βιτρό στις εκκλησίες και τόσες άλλες μικρές και μεγάλες ανακαλύψεις.  
 
Αλλά ένας από τους πιο σπουδαίους νεοτερισμούς ήταν τα πανεπιστήμια.  Άρχισαν ως φιλελεύθεροι Σύλλογοι Φοιτητών (universitas scholarum) και καθηγητών (universitas magistrorum), εξελιχτήκαν όμως σε σπουδαία κέντρα σπουδών, όπως αυτά στην Οξφόρδη, στο Παρίσι, στην Μπολόνια κ.α.
 
Αυτά τα κέντρα σπουδών έδωσαν διδασκάλους στην θεολογία, που σήμερα πολλοί, με περιφρόνηση, τους ονομάζουν «σκολαστικούς» θεολόγους. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για αφάνταστα σπουδαία μυαλά, οι οποία εξασκούσαν τους μαθητές τους με περίπλοκους  λογικούς  στοχασμούς. Αυτοί οι ίδιοι όμως, όταν ήθελαν να εκφράσουν τη θρησκευτική τους εμπειρία, χρησιμοποιούσαν άλλη γλώσσα, τη γλώσσα της καρδιάς και της βαθειάς  πίστης.
 
ΥΜΝΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΕΟ ΟΙ ΓΟΤΘΙΚΟΙ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΙ ΝΑΟΙ 
   
   Με την ευκαιρία της πυρκαγιάς της Παναγίας των Παρισίων, μεταξύ των άλλων είχαμε  γράψει: «Μία παγκόσμια εκδήλωση αλληλεγγύης εκφράστηκε εκείνες τις ώρες από ανθρώπους διαφόρων φυλών, διαφόρων εθνών και διαφόρων θρησκειών ανεξαρτήτως. Ένας ιστορικός ναός, μέσα από την καταστροφή του, ένα κομμάτι ιστορίας και πολιτισμού την ώρα που χανόταν μέσα στις φλόγες, ένωσε λαούς και κυβερνήσεις που έσπευσαν να εκφράσουν την αγωνία και την συμπαράστασή τους. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Κινέζου Προέδρου Σι Τζινπίνγν προς το Γάλλο ομόλογό του Εμμανουέλ Μακρόν, χαρακτηρίζοντας την Παναγία των Παρισίων «μοναδικό θησαυρό για όλη την ανθρωπότητα».
 
Κι αναρωτιέμαι, πώς μπορεί ένα τέτοιο μνημείο να ενώνει και να συγκινεί ολόκληρη την ανθρωπότητα όταν είναι καρπός και δημιούργημα μία εποχής, του μεσαίωνα, που ακόμη και σήμερα χαρακτηρίζεται από πολλούς ως μία «περίοδος σκοταδισμού»; Πώς μπορεί να θεωρείται περίοδος σκοταδισμού μία εποχή κατά την οποία, μόνο στη Γαλλία, ιδρύονται 75 καθεδρικοί ναοί όπως αυτόν της Παναγίας στο Παρίσι; Σε μία Ευρώπη που όλο και περισσότερο αποχριστιανοποιείται, που πεισματικά αρνείται να αναγνωρίσει τις χριστιανικές τις ρίζες και το πνεύμα του πολιτισμού της, ένα μνημείο που δημιουργήθηκε πριν από 850 χρόνια από τη θρησκευτικότητα χιλιάδων απλών ανθρώπων, συνεχίζει να συγκινεί το χριστιανικό υποσυνείδητο όλης της Ευρώπης. Είναι γεγονός πως οι γοτθικοί καθεδρικοί ναοί δεν κτίστηκαν γιατί το θέλησαν κάποιοι βασιλείς ή κάποιοι ηγεμόνες, αλλά γιατί το θέλησε αυθόρμητα ο λαός του Θεού, ωθούμενος από την πίστη του και την ευλάβειά του. Οι ναοί αυτοί αποτελούν μία απέραντη συμφωνία πίστης και δέους, καθώς οι πύργοι, τα βέλη, τα αγάλματα, τα τοξωτά παράθυρα και οι αψίδες υψώνονται ως ικεσίες στον ουρανό, μετατρέποντας αυτό που είχε πει ο Καζαντζάκης «την ύλη σε πνεύμα» και εκφράζοντας τη δίψα του ανθρώπου να επικοινωνήσει με το Θεό. Και παραδείγματα σαν αυτό της Παναγίας των Παρισίων συναντάμε και σε άλλες ιστορικές πόλης της Ευρώπης, στους καθεδρικούς ναούς της Βιέννης, του Μιλάνο, της Chartres, της Κολωνίας  και αλλού. Αντιπροσωπεύουν τις πυραμίδες του Δυτικού χριστιανισμού, την αθάνατη ψυχή του. Φτάνει να διαβάσει κανείς Παναγιώτης Κανελλόπουλος,  Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος.  Από τον Αυγουστίνο στον Μιχαήλ ΆγγελοΑθήνα,  1986, για να αντιληφθεί τον πολιτιστικό πλούτο αυτής της περιόδου.
 
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
 
Ένα από τα χαρακτηριστικά της Αναγέννησης αφορά τη γνωριμία και την μίμηση των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων. Πολλοί όμως δεν γνωρίζουν πως υπήρξε μία κάποια πρώιμη «αναγέννηση» και κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Ήδη αναφέραμε πως στα «σκριπτόρια» των μοναστηριών, οι μοναχοί αντιγράφοντας, μαζί με τους Λατίνους και τους Έλληνες συγγραφείς, πρόσφεραν «υλικό» στους διανοούμενους της Αναγέννησης. Συχνά αναφέρεται το γεγονός πως τα έργα του Αριστοτέλη διασώθηκαν διότι τα μετάφρασαν στα αραβικά οι άραβες της Ισπανίας. Κάπου διάβασα: «Το Ισλάμ έσωσε τον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό και βγήκε μπροστά από τη μεσαιωνική Ευρώπη». Δεν αναρωτιούνται που βρήκαν οι Άραβες της Ισπανίας τους κώδικες του Αριστοτέλη και των άλλων ελλήνων συγγραφέων για να τα μεταφράσουν στα αραβικά. Χωρίς άλλο στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών της περιοχής.
 
Ο Σιλβέν Γκουγκενέμ,  καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Λυών, εξέδωσε μια ιστορική μελέτη που απέδειξε ατράνταχτα τη συμβολή της μεσαιωνικής Δύσης, και όχι του Ισλάμ, στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού, στη λατινοκρατούμενη γλωσσικά, Δυτική Ευρώπη. Η ιστορική μελέτη του «Ο Αριστοτέλης στο Μον-Σεν-Μισέλ» (μτφρ.: Φανή Γαϊδατζή, Φανή Μπούμπουλη, «Ολκός», Αθήνα 2009), δημιούργησε τεράστια εντύπωση όταν εκδόθηκε στα γαλλικά το 2008. Η θέση του συνίσταται στο εξής: Ότι η αρχαία σοφία και η αριστοτελική σκέψη δεν μεταφέρθηκαν στη Δύση από τις λατινικές μεταφράσεις των αραβικών κειμένων του Αριστοτέλη. Από το Βυζάντιο διαδόθηκε στη Δύση, με σημείο αιχμής τον 12ο αιώνα, στη μονή του Όρους του Αγίου Μιχαήλ (Le Mont-Saint-Michel), που βρίσκεται στα σύνορα της Νορμανδίας με τη Βρετάνη. Οι πρώτες αριστοτελικές μεταφράσεις οφείλονται στον αντιγραφέα Ιάκωβο από τη Βενετία, που είχε ζήσει στην Ανατολή και γνώριζε καλά τα ελληνικά.
 
Αποδεικνύει ότι η Ευρώπη, διατηρούσε πάντα επαφή με τον ελληνικό κόσμο. Το αββαείο του Μον-Σαιν-Μισέλ, κυρίως, αποτελούσε ένα δραστήριο κέντρο μετάφρασης των έργων του Αριστοτέλη ήδη από τον 12ο αιώνα, ενώ οι πρώτες μεταφράσεις των ευρωπαίων λογίων προηγήθηκαν αρκετές δεκαετίες των αραβικών, οι οποίες ήταν κυρίως έργο των χριστιανών Αράβων. Ακόμα και ο τομέας της ισλαμικής φιλοσοφίας (Αβικένας, Αβερρόης) παρέμεινε εν μέρει ξένος προς το ελληνικό πνεύμα.
 
 Το ότι οι διανοούμενοι, πριν ακόμα και από το 12ο αιώνα, γνώριζαν τους έλληνες φιλοσόφους και συγγραφείς, μας το μαρτυρεί ο Επίσκοπος  Ισίδωρος της Σεβίλλης (Ισπανία) (560-636) ο οποίος στο μνημειώδες έργο του «Etymologiae», μας άφησε ένα «θησαυρό γνώσεων» που επηρέασε θετικά όλη αυτήν την περίοδο. Πρόκειται για ένα είδος εγκυκλοπαίδειας, στην οποία αναλύει την προέλευση κάθε λήμματος, κάνοντας αναφορά σε αμέτρητα έργα Ελλήνων και Λατίνων  συγγραφέων και Πατέρων της Εκκλησίας. Άρα, γνώριζε αυτούς τους συγγραφείς στην πρωτότυπη γλώσσα.
 
Συναντάμε και μία πρώιμη Αναγέννηση στην αυλή του Καρλομάγνου.  Καλλιεργούνται συστηματικά οι Έλληνες και οι Λατίνοι συγγραφείς. Ο μεγάλος μύστης του Μεσαίωνα, ο Άγιος Βερνάρδος του Κλαιρβώ (1090 – 1153), στα αναρίθμητα γραπτά του, μεταχειρίζεται τη λατινική γλώσσα με τέτοια επιδεξιότητα ώστε θυμίζει τους κλασικούς Λατίνους συγγραφείς. Τους γνωρίζει και συχνά τους αναφέρει στα έργα του. Είναι αυτός, ο οποίος, έχοντας υπόψη του αρχαίους συγγραφείς, πρώτος έγραψε: «Εμείς είμαστε σαν νάνοι σκαρφαλωμένοι στους ώμους γιγάντων».  
 
ΛΑΜΠΕΡΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ
 
Εδώ είναι απαραίτητο να υπενθυμίσω και μία τεράστιας σημασίας γυναικεία προσωπικότητα αυτής της εποχής,  την Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν (Hildegard von Bingen, 1098 – 17 Σεπτεμβρίου 1179).  Αυτή ήταν Γερμανίδα συγγραφέας, συνθέτης και φιλόσοφος. Θεωρείται από τις πρώτες προσωπικότητες, που συγκέντρωσε τα χαρακτηριστικά του «οικουμενικού ανθρώπου», όπως αυτά παρουσιάστηκαν στην Αναγέννηση. Συνέγραψε θεολογικά και βοτανολογικά κείμενα, ύμνους για τη Θεία Λειτουργία, ποιήματα, ιντερλούδια (τα παλαιότερα σωζόμενα) και ζωγράφισε εξαίρετες μικρογραφίες σε χειρόγραφα. Επίσης, έχει μείνει γνωστή για τα οράματα που έβλεπε και για την ικανότητά της να προβλέπει το μέλλον.
 
Στις 4 και 5 Μαρτίου 2020 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, δόθηκε μια σύγχρονη παράσταση μουσικού θεάτρου βασισμένου σε μουσική και ύμνους της συνθέτριας Hildegard von Bingen. Οι εφημερίδες αυτής της περιόδου, μεταξύ άλλων έγραψαν για αυτήν: «Η Χίλντεγκαρντ έζησε, σχεδόν, όλη τη ζωή της σαν μοναχή. Άφησε όμως πίσω της έναν θησαυρό ποιημάτων, επιστημονικών πραγματειών, εικονογραφημένων χειρογράφων και θρησκευτικών ύμνων απαράμιλλης ομορφιάς, που χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν 900 χρόνια για να «ανακαλυφθούν» αφού, μέχρι το 1979 δεν υπήρχε η παραμικρή αναφορά στο μουσικό της έργο. Σήμερα βέβαια υπάρχουν δεκάδες ηχογραφήσεις των ύμνων της, έχουν γραφτεί πολυάριθμες βιογραφίες, έχουν γυριστεί ντοκιμαντέρ και ταινίες για τη ζωή της, έχει γίνει ηρωίδα μυθιστορημάτων.
 
 Η Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν γεννήθηκε γύρω στο 1098. Ήταν το δέκατο παιδί ενός γερμανού ευγενούς και από την ηλικία των 8 ετών μέχρι το θάνατό της αφιερώθηκε στον μοναστικό βίο. Η Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν ήταν μια σπουδαία προσωπικότητα για τον Μεσαιωνικό κόσμο. Επίσκοποι, ευγενείς, βασιλείς, ακόμα και ο Πάπας, προσέτρεχαν σ’ εκείνη για πνευματική και πολιτική καθοδήγηση, όπως αποδεικνύεται από τον τεράστιο όγκο αλληλογραφίας της που έχει διασωθεί.
 
Η  Χίλντεγκαρντ ανέπτυξε ένα ιδιαίτερο μουσικό ύφος με συνθέσεις που δύσκολα κατατάσσονται στην τυπική λειτουργική μουσική. Οι μελωδίες της είναι πιο ελεύθερες, σχεδόν αυτοσχεδιαστικές. Δεν είναι τυχαίο πως παρ’ όλη τη φήμη της στη Μεσαιωνική Ευρώπη, η μουσική της δεν ακούστηκε ποτέ έξω από τους τοίχους του μοναστηριού. Όσο για το «Ordo virtutum», το μουσικό δράμα που συνέθεσε με θέμα τη διαμάχη της ανθρώπινης αρετής και του πειρασμού του διαβόλου, δεν είναι λίγοι οι μουσικολόγοι που θεωρούν πως είναι η πρώτη όπερα που γράφτηκε ποτέ − αιώνες πριν τον Μοντεβέρντι. Έγραψε εννέα βιβλία, ποιήματα και την περίφημη «Symphonia Armonie Celestium Revelationum», μια συλλογή από 77 θρησκευτικούς ύμνους και ένα μουσικό δράμα. Η εύθραυστη υγεία της την οδήγησε να παρατηρήσει τη φύση γύρω της και να αναζητήσει νέες θεραπείες σε βότανα, βάμματα και λίθους. Τα ευρήματά της βρίσκονται συγκεντρωμένα στο «Liber divinarum operum», ένα βιβλίο πρακτικής ιατρικής, το οποίο μελετήθηκε τον 20ο  αιώνα και τα οφέλη πολλών από τις συνταγές της, επιβεβαιώθηκαν επιστημονικά.
 
Σε όλη της τη ζωή, η Χίλντεγκαρντ υποστήριξε με πάθος το δικαίωμα των γυναικών να μορφώνονται και να είναι ανεξάρτητες. Δίδασκε πως και η γυναίκα πλάστηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού και αρνήθηκε να επιτρέψει στην εκκλησία να συμπεριφέρεται στις γυναίκες ως κατώτερες από τους άνδρες. Χαρακτήριζε δε τις γυναίκες «μελαγχολικές» ενώ τους άνδρες «πικρόχολους, ακόλαστους και ανεξέλεγκτους σαν γαϊδούρια στις επαφές τους με τα θηλυκά». (Πηγή: https://www.athensvoice.gr/culture/music/623392_poia-einai-telos-panton-i-hilntegkarnt-fon-mpingken). Η Καθολική Εκκλησία αναγνώρισε  τη Χίντεγκαρντ ως Αγία και Διδάσκαλο της Εκκλησίας.
 
Υπάρχουν και άλλες τέτοιες ισχυρές γυναικείες προσωπικότητες σε αυτ’ην την περίοδο, όπως η ιταλίδα Αγία  Αικατερίνη της Σιένας  (1347-1380), οι γερμανίδες Αγία Gertrud η Μεγάλη από τη Helfa (1261 – 1302)  η Αγία Μπριγκίτα της Σουηδίας (1342 – 1416),  η αγγλίδα Julianna από το Norwich (1342 – 1416). Αυτές και άλλες μεγάλες γυναικείες προσωπικότητες του Μεσαίωνα, άφησαν μία τεράστια πνευματική, πολιτιστική και κοινωνική παρακαταθήκη μέχρι και σήμερα. Αυτές υπήρξαν οι γυναίκες… του «σκοτεινού Μεσαίωνα». 
 
Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην επανάσταση στην τέχνη  (Gioto, Cimabue, Simone Martini…) με την «ανακάλυψη» της τρισδιάστατης τεχνοτροπίας στη ζωγραφική. Δεν θα μπορούσαν να υπήρξαν οι μεγάλοι ζωγράφοι της Αναγέννησης χωρίς αυτούς τους πρωτεργάτες του Μεσαίωνα.     
 
Θα μπορούσαμε επίσης να αναφερθούμε στην τεράστια παραγωγή φιλοσοφικών και θεολογικών έργων και ακόμα «επιστημονικών» μεγάλων ιδιοφυιών αυτής της περιόδου. Ας θυμηθούμε τον Άγιο Αλβέρτο τον Μέγα (1193 - 1280), ο οποίος, εκτός από τα θεολογικά έργα, ασχολήθηκε και έγραψε έργα που αφορούσαν τη φυσική, την αστρονομία, τη βιονομία, την ορυκτολογία  και τη χημεία. Είναι αυτός που γνώρισε τον Αριστοτέλη και τον έκαμε γνωστό στα τότε πανεπιστήμια, κυρίως στο μαθητή του τον Θωμά Ακινάτη  (1225 – 1274) ο οποίος «συμφιλίωσε» την εκκλησία με τον Αριστοτέλη. Αν και γνώριζε όπως κανένας άλλος τον Αριστοτέλη,  έλεγε: «Για αυτόν που έχει πίστη, καμία εξήγηση δεν είναι αναγκαία. Για αυτόν που δεν έχει πίστη, καμία εξήγηση δεν είναι δυνατή». Ας μη ξεχάσουμε και τους φραγκισκανούς θεολόγους της εποχής που αξιοποίησαν στη θεολογία τους τον Πλάτωνα: τον Άγιο Μποναβεντούρα (1221 – 1274), τον Ιωάννη Duns Scoto (1266 – 1308) και τόσους ακόμα.
 
Λιγότερο γνωστός  είναι ο Καταλανός  Ραμόν Λουλ (Ramon Llull) (1232 περ.- 1316), ο οποίος  υπήρξε μια ευφυΐα, τουλάχιστον 400 χρόνια μπροστά από την εποχή του. Όσον αφορά το διάλογο μεταξύ των θρησκειών, αυτά που ο ίδιος υποστήριξε και έπραξε, μόνο μετά τη Β’ Σύνοδο του Βατικανού (1962 – 1965) διδάσκονται και εν μέρει πράττονται μέσα στην Καθολική Εκκλησία. «Πράγματι, ο ίδιος έχοντας μεγαλώσει σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, όπου κυριαρχούσαν οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες,  Χριστιανισμός, Εβραϊσμός και Μουσουλμανισμός, αφιερώθηκε στην εύρεση κοινών στοιχείων ανάμεσα σε αυτές, διδάχτηκε μάλιστα την αραβική γλώσσα από έναν μαύρο σκλάβο και σπούδασε λατινικά, μουσουλμανική φιλοσοφία και θεολογία, ενώ έδειξε ενδιαφέρον για το Σουφισμό, την Καμπάλα και γενικά το μυστηριακό πνεύμα της Ανατολής.  
 
Συνέγραψε περισσότερα από 250 βιβλία για τη Φιλοσοφία, την Επιστήμη, το Μυστικισμό, τη Γραμματική, για την εξήγηση της Τέχνης του – ώστε να γίνει προσιτή σε όλους – ένα εγχειρίδιο Ιπποσύνης, καθώς και αλληγορικά μυθιστορήματα που κυκλοφορούσαν στα Αραβικά, τα Καταλανικά και τα Λατινικά, όπως Το Δέντρο της Γνώσης, Το Βιβλίο περί της Ανόδου και της Πτώσεως του Νου, Το Βιβλίο του Εραστή και του Ερωμένου». (Πηγή: Ραμόν Λουλ (1232 περ.- 1316) | Διδάσκοντας Ελληνικά (teachingreek.blogspot.com).
 
 Μη ξεχνάμε, εντέλει, πως και ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, ο κατεξοχήν «οικουμενικός» άνθρωπος, είναι τέκνο του Μεσαίωνα (1181/1182 – 1226).     
 
 Όλα αυτά δεν είναι απλά ονόματα, αλλά αυτά και πολλά ακόμα, είναι προσωπικότητες φορτωμένες με τεράστια μόρφωση που αποδεικνύουν πως ο Μεσαίωνας κάθε άλλο υπήρξε παρά σκοτεινός.
 
Βέβαια υπήρξαν και σκοτεινές και βίαιες σελίδες εκείνη την εποχή. Μήπως όμως και ο 20ος αιώνας, ο δικός μας αιώνας, δεν είχε τόσες σκοτεινές και τραγικές πτυχές; Αρκεί να θυμηθούμε τους δύο παγκόσμιους πολέμους με τα εκατομμύρια των νεκρών και τις τόσες γενοκτονίες. Σε ολόκληρο το Μεσαίωνα δεν συναντάμε κανένα Auschwitz – Birkenau, κανένα Dachau. Εξάλλου, δεν μπορούμε να κρίνουμε μια μακρινή εποχή με τα κριτήρια του σήμερα.
 
Σε κάθε περίπτωση, θα έχουμε την ευκαιρία να επανέλθουμε σε αυτήν την περίοδο, αγγίζοντας και άλλα θέματα όπως τον φεουδαρχισμό, τις σταυροφορίες και την ιερά εξέταση.
 
  
+ Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος 
cen.gr 2016