Logo

«Η Ιστορική Εξέλιξη του Παπικού Πρωτείου στην Ανατολή και στη Δύση» του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη

 
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 
 
Η Μικτή Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Καθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στην οποία είμαι μέλος εδώ και 17 χρόνια, μελέτησε το θέμα:  «Το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης στην πρώτη χιλιετία». Το συμπέρασμα αυτού του διαλόγου, υπήρξε το Κείμενο του Κιέτι (Ιταλία) με τίτλο: «Συνοδικότητα και Πρωτείο κατά την πρώτη χιλιετία: καθ’ οδόν προς μία κοινή κατανόηση στην υπηρεσία της ενότητας  της Εκκλησίας» (Κιέτι, 22.09.2016).
 
Πρόθεσή μας δεν είναι να αναλύσουμε αυτό το κείμενο, καθώς αυτό έχει ήδη πραγματοποιηθεί, τόσο από καθολικής όσο και από ορθόδοξης πλευράς.
 
Το κείμενο αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον, ωστόσο, όπως είναι φυσικό, είναι  περισσότερα τα προβλήματα που αφήνει άλυτα, παρά αυτά που επιλύει. Για τις δυο ομολογίες, υπάρχει πράγματι, μια κόκκινη γραμμή που a priori δεν μπορεί να ξεπερασθεί, κυρίως σε ότι αφορά το Πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης και αυτό δυσκολεύει πάρα πολύ το διάλογο. 
 
 Εντούτοις, τα δύο μέρη αναρωτιούνται: «πόσο βαθύ είναι το χάσμα που χωρίζει τις δύο παραδόσεις, σχετικά με αυτό το κρίσιμο σημείο, και, πράγματι, αυτό το χάσμα είναι τόσο αξεπέραστο; Καθώς υπήρξαν ιστορικές συγκυρίες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση των εκκλησιολογικών δομών των Εκκλησιών μας, μπορούν οι ιστορικές μελέτες, να αποτελέσουν ένα είδος κάθαρσης ώστε να αποβάλλουμε ορισμένα βάρη που μας έχει φορτώσει το παρελθόν;».  
 
Όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, δεν είναι εύκολο να δοθούν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, τα κοινά αποδεκτά από όλους. Χρειάζονται μελέτες, εξειδικευμένων ιστορικών σε αυτά τα νευραλγικά για το διάλογο θέματα, αλλά και μεγάλη ελευθερία πνεύματος.
 
Σε ένα ορθόδοξο περιβάλλον, όπως αυτό στο οποίο βρισκόμαστε, νομίζω πως θα ήταν χρήσιμο να γίνει μια, έστω, και σύντομη αναφορά στα συμπεράσματα των ερευνών καθολικών, ειδικευμένων ερευνητών, που αφορούν στην ιστορική εξέλιξη του πρωτείου του επισκόπου Ρώμης στην πρώτη χιλιετία. Ως εκ τούτου, σε αυτό το εβδομαδιαίο κείμενο, θα παρουσιάσουμε μέρος μιας διάλεξης, που δώσαμε σε μια ημερίδα, οργανωμένη από τη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ.,  η οποία, με τη σειρά της, αντλεί στοιχεία από τη διδακτορική μου διατριβή, η οποία είναι δημοσιευμένη ήδη από το 1974. Δυστυχώς, στις ιστοσελίδες στις οποίες γίνεται η ανάρτηση αυτού του κειμένου, δεν φαίνονται οι υποσημειώσεις, με την πλούσια βιβλιογραφία, που είναι, πράγματι, απαραίτητη σε τέτοιες μελέτες.                 
 
Αυτό το κείμενο δεν έχει απολογητικό σκοπό. Αποτελεί μια μικρή σύνθεση από μελέτες δεκάδων σοβαρών ιστορικών της Δύσης, πολλοί από τους οποίους δεν ήταν καν καθολικοί. Ωστόσο, ορισμένα συμπεράσματα, αυτής της μελέτης, δεν θα γίνουν αποδεκτά από την ορθόδοξη πλευρά, αν και εν μέρει, είναι αποδεκτά από ορισμένους ορθοδόξους μελετητές. 
 
Είμαι της γνώμης, πως είναι χρήσιμο να γίνουν γνωστά αυτά τα συμπεράσματα, στην παρούσα συγκυρία του οικουμενικού διαλόγου, αν και υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της απλοποίησης και της παρεξήγησης, από τη στιγμή που θα αναγκαστούμε, μόνο, να αναφερθούμε στα αποτελέσματα και όχι στις αναλύσεις και στις πηγές αυτών των μελετών. 
 
ΠΩΣ ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΝ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ 12ο ΑΙΩΝΑ
 
Οι μαρτυρίες που σώζονται στην ανατολική Χριστιανοσύνη υπέρ του παπικού πρωτείου, κατά τους πρώτους εννέα αιώνες, που θεωρούνται λίγο ή πολύ κανονικές, μεταξύ των δύο χριστιανικών παραδόσεων, δεν είναι πάντοτε ομόγνωμες, ούτε ομόθυμες. Συχνά, υπάρχει μία αντίφαση μεταξύ των θετικών θέσεων υπέρ της Ρώμης και των αντιδράσεων ορισμένων παραγόντων του Βυζαντίου, σχετικά με την εξουσία του επισκόπου Ρώμης στα υπόλοιπα Πατριαρχεία. Θα πρέπει να αμβλυνθεί η δογματική σημασία πολλών βυζαντινών κειμένων, που υμνολογούν το πρωτείο της ρωμαϊκής εκκλησίας, καθώς εκφράζουν τάσεις προς μία «Captatio Benevolentiae» (κολακείες και φιλοφρονήσεις για την εύνοια του Πάπα). Αυτοί οι ίδιοι παράγοντες απευθύνονται και υμνούν τη Ρώμη, όταν έχουν ανάγκη της υποστηρίξεως της Δύσεως, για να καταπολεμήσουν αντιπάλους, εναντίον των οποίων δεν βρίσκουν ένα στήριγμα, σ’ αυτήν την ίδια την Ανατολή, κυρίως κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας. Εντούτοις και παρ’ όλους αυτούς τους περιορισμούς, μπορούμε να δεχθούμε ως ιστορικώς αποδεδειγμένα τα ακόλουθα: Σ’ αυτήν την περίοδο, η βυζαντινή Χριστιανοσύνη αναγνώρισε, ξεκάθαρα, στον επίσκοπο της Ρώμης μία εξουσία και ένα πρωτείο, που δεν μπορεί να ελαχιστοποιηθεί σ’ ένα απλό «πρωτείο τιμής». Η Ρωμαϊκή Έδρα είναι η πρώτη από τις πατριαρχικές έδρες και σ’ αυτήν ανήκει μία ειδική αρμοδιότητα να διακηρύσσει την ορθή πίστη του Πέτρου και των άλλων Αποστόλων και να αντιπροσωπεύει την εκκλησιαστική ενότητα. Γι’ αυτό, η κοινωνία με τον επίσκοπο της Ρώμης, θεωρείται μεγάλης σημασίας. Οι μελέτες σχετικά με αυτό το θέμα είναι πολλές. 
 
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ
 
Οι Βυζαντινοί, συχνά συνδέουν το πρωτείο του επισκόπου της Ρώμης με τον Πέτρο, τον «Κορυφαίον» των αποστόλων, ακόμη και κατά την περίοδο που η Ρώμη δεν ήταν πια πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Εντούτοις, κατά προτίμηση εφαρμόζουν το κείμενο του Ματθαίου (16,18) «κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι…»,  όχι εις το πρόσωπο του Πέτρου, αλλά εις την πίστη του Πέτρου ή εις την ομολογία του, δηλαδή στο Χριστό. Άλλες αιτίες που συμβάλουν εις το να κάνουν τη Ρώμη πρώτη έδρα είναι: Οι διατάξεις των κανόνων των Συνόδων Νικαίας (325) και Σαρδικής (343), το οποίο αφορά το δικαίωμα ενός επισκόπου καταδικασμένου από μια περιφερειακή σύνοδο να προσφύγει στο επίσκοπο της Ρώμης. Επιπλέον, της πρώτης συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (381) και της Χαλκηδόνος (451). Τέλος, ο Ιουστινιανός, στη μέριμνά του να ξαναδώσει αίγλη στην Παλαιά Ρώμη, την οποία είχε ανακαταλάβει από τους βαρβάρους και να την ξανακάνει ηθικό κέντρο της αυτοκρατορίας, συμβάλλει εις το να δώσει λαμπρότητα στον επίσκοπο της Ρώμης. Όμως, με τον 28ο κανόνα της Συνόδου της Χαλκηδόνος, σημειώνεται η τάση στους Βυζαντινούς να μεταθέσουν το κριτήριο του πρωτείου της εκκλησίας από την αποστολική αρχή (εξαιτίας του Αποστόλου  Πέτρου), στην πολιτική αρχή (εξαιτίας της παρουσίας του Αυτοκράτορα).
 
ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ
 
Αν και στο Βυζάντιο οι μαρτυρίες υπέρ του πρωτείου του Επισκόπου Ρώμης είναι πολυάριθμες, πολύ πιο δύσκολο είναι να καθορίσουμε τη σημασία και το περιεχόμενο που έδιναν σε αυτό. Χωρίς καμία απολογητική προκατάληψη, μπορούμε να βεβαιώσουμε, ότι στο Βυζάντιο υπάρχουν μαρτυρίες που αναγνωρίζουν στον επίσκοπο της Ρώμης μια κάποια πραγματική εξουσία. Κλασικό παράδειγμα είναι η προσφυγή του Ευσέβιου, επισκόπου Δερυλαίου, στο Πάπα Λέοντα τον Μέγα, μετά τη «ληστρική σύνοδο της Εφέσου» το 449. Ο Ευσέβιος ζητάει απ’ ευθείας στον Πάπα να τον αποκαταστήσει στα καθήκοντά του: «Αποφασίσατε και ακυρώσατε την παράνομον καταδίκην μου, αποδίδοντας το αξίωμά μου και την μεθ’ υμών κοινωνίαν, δι’ ενός εγγράφου προς την ταπεινότητά μου» (Βλ. «Acta Cοnciliorum Oecumenicorum», ed. E. Schwartz, Berlin-Leipzig 1927..., II/II 1,81). Εδώ, ο Ευσέβιος, αποδίδει στην Αποστολική Έδρα, μίαν εξουσία ικανή ν’ακυρώνει απ’ευθείας απόφαση που εκδόθηκε από μία σύνοδο.
 
Η δικαιοδοσία αυτή, ωστόσο, δεν γίνεται αντιληπτή με την ίδια έννοια όπως στη Δύση. Στο Βυζάντιο, μόνο ο αυτοκράτορας είχε την εξουσία να δίνει ισχύ νόμου για όλη την αυτοκρατορία, ακόμη και στους κανόνες των οικουμενικών Συνόδων. Η εξουσία του Πάπα θεωρείται από τους Βυζαντινούς, μάλλον, σαν αυτή που έχει ένας δικαστής, ο μεγαλύτερος δικαστής πάνω σε θέματα πίστης και καμία φορά πειθαρχίας. Η Ρώμη αναγνωρίζεται σαν κέντρο κοινωνίας πίστεως και επομένως κοινωνίας εκκλησιαστικής ενότητας.
 
ΌΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ
ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ, ΠΕΝΤΑΡΧΙΑ
 
Το Βυζάντιο ποτέ δεν αναγνώρισε στον Πάπα απόλυτη και μοναρχική εξουσία. Η εξουσία του επισκόπου της Ρώμης περιλαμβάνεται μέσα στα όρια ενός πλαισίου συνοδικότητας, που εκδηλώνεται σ’ έκτακτες περιστάσεις, με τις οικουμενικές συνόδους και σαν κανόνας με την Πενταρχία (κοινωνία των 5 πρεσβυγενών Πατριαρχείων: Ρώμης, Κωνσταντινούπολης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων). Εξάλλου, οι παπικές αποφάσεις στο δογματικό τομέα δε θα έχουν, όπως θα λέγεται αργότερα, μίαν αξία «εξ εαυτού» (EΧ SESE), εξ αιτίας ενός μοναδικού και προσωπικού χαρίσματος του Πάπα, αλλά θα γίνουν δεκτές κατά το μέτρο που θα είναι σύμφωνες με την αλήθεια, την εκφρασμένη από τις γραφές, από τους πατέρες, από τις προηγούμενες συνόδους, από την παράδοση. Κλασικό παράδειγμα είναι αυτό που συνέβη με την ευκαιρία της Β’ Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως το 553. Για τους Βυζαντινούς, ο Πάπας είναι ο Πατριάρχης της εκκλησίας της Δύσεως, ο οποίος μαζί με τους άλλους τέσσερεις Πατριάρχες, αποτελούν «το πεντακόρυφο σώμα της εκκλησίας», όπως εκφράζεται συχνά ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης (Βλ. PG. 99,1280 B, 1281 A,B ). Ένα από τα κριτήρια της αναγνωρίσεως της οικουμενικότητας των Συνόδων, ήταν όχι μόνο η σύμφωνη γνώμη του Πάπα, αλλά και των υπολοίπων Πατριαρχών (Βλ. J.D. MANSI, «Sacrorum conciliorum nova et amplissima collectio», Florentiae et Venetiae 1759-1794, XVI, 132 E.). Η ομοφροσύνη των πέντε Πατριαρχών θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της εκκλησιαστικής ενότητας και της ορθοδοξίας στην πίστη (Βλ. MANSI, XVI, 140-141).
 
Συμπερασματικά, το πρωτείο του Πάπα, και όταν ακόμη αναγνωρίζεται από τους Βυζαντινούς, ποτέ δεν είναι απομονωμένο, πάντοτε το αντιλαμβάνονται μέσα στα πλαίσια της συνοδικότητας, η οποία εκδηλώνει την παγκοσμιότητα της εκκλησίας. Η Ρώμη επεμβαίνει μόνο σ’ έκτακτες περιστάσεις, όταν η πίστη βρίσκεται σε κίνδυνο, αλλά αυτές οι επεμβάσεις, πάντοτε, είναι σε «συμφωνία» με τους άλλους Πατριάρχες.
 
ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
 
Είναι βέβαιο ότι η ιδέα της απόλυτης μοναρχίας στους προ και κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, κατά τους οποίους ο αυτοκράτορας εθεωρείτο ως αντιπρόσωπος της θεότητας πάνω στη γη (Vicarius Dei), μεταδόθηκε στην χριστιανική αυτοκρατορία με τον Κωνσταντίνο και έγινε φιλοσοφία και θεολογία από τον πατέρα της Εκκλησιαστικής ιστορίας, τον Ευσέβιο της Καισαρείας (265 – 339), με την θεωρία του της «μίμησης». Η αυτοκρατορία πάνω στη γη εγκατεστάθη από το Θεό ως «μίμηση» της Θεϊκής τάξεως στο βασίλειο των ουρανών. Συνεπώς, όπως υπάρχει μόνο ένας Θεός στον ουρανό, έτσι δεν μπορεί να υπάρχει παρά ένας μόνο αυτοκράτορας στην οικουμένη. Όπως ο Θεός κατέχει την απόλυτη παντοδυναμία, έτσι και ο αυτοκράτορας κατέχει παντοδυναμία όσο αφορά τη δικαίωμα να νομοθετεί (Βλ. Ευσέβιος,  I. A. Heikel, In Eusebius Werke, Lipsia 1902, II, 201).
 
Πράγματι, κάθε δίκαιο κοσμικό (οι νόμοι) ή εκκλησιαστικό (οι κανόνες), πηγάζει από τον αυτοκράτορα κι’ αυτό είναι δυνατό σε μία μεσαιωνική κοινωνία στην οποία δεν ξεχωρίζει ο χριστιανός από τον πολίτη και η Εκκλησία από την αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία είναι η εξωτερική εμφάνιση της Εκκλησίας. Ο αυτοκράτορας, ανώτατος νομοθέτης, όχι μόνο δεν υπόκειται στο νόμο, αλλά αυτός ο ίδιος είναι ο νόμος «νόμω ουχί υπόκειται, αλλά νόμος εστίν» (Θεόδωρος Βαλσαμών, 12ος αι. Πατριάρχης Αντιοχείας, νομικός εκκλησιαστικού δικαίου. Βλ. Th. Bas­la­mon, In can. 16 con. Cartag. PG 138, 93). Γι’ αυτό ο αυτοκράτορας συγκαλεί και προεδρεύει των συνόδων, δίνει στους κανόνες δύναμη νόμου της αυτοκρατορίας, έχει την τελευταία λέξη στις εκλογές των Πατριαρχών, επαγρυπνεί για την αγνότητα της πίστεως, η πειθαρχική εξουσία του πάνω σε θέματα εκκλησιαστικά είναι σχεδόν χωρίς όρια, τροποποιεί τις εκκλησιαστικές επαρχίες, καθορίζει το λειτουργικό ημερολόγιο κ.ο.κ.
 
Εξωτερικό κριτήριο για την ενότητα της εκκλησίας είναι η ενότητα και το ενιαίο της αυτοκρατορίας (βλ. πολεμική για το Κάρολο το Μέγα). Όπως γράφει ο μεγάλος θεολόγος Y. Congar: «Στη Δύση είναι η Εκκλησία η οποία περιβάλει και διαμορφώνει το Κράτος. Στο Βυζάντιο το υποκείμενο το οποίο περιβάλει και διαμορφώνει την Εκκλησία είναι η Αυτοκρατορία».
 
Μετά απ’ αυτά που αναφέραμε, είναι αυτονόητο ότι ο Πάπας, θα βρει στο Βυζάντιο ένα σοβαρό ανταγωνιστή για να διεκδικήσει μία εξουσία, σ’ ολόκληρη την οικουμένη (αυτοκρατορία). Εξ άλλου, όπως είδαμε παραπάνω, αν και η αρχή της «αποστολικότητας», ως πηγή εξουσίας στην εκκλησία, δεν ήταν άγνωστη στο Βυζάντιο, εντούτοις όμως θα υπερισχύσει σιγά σιγά η πολιτική αρχή ως πηγή κάθε πρωτείου στην εκκλησία. Ο 28ος Κανόνας της Χαλκηδόνος, που βασίζει τα πρωτεία στην Εκκλησία αποκλειστικά στην «Βασιλεία»,  είναι μόνο μία ένδειξη.
 
Η ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
 
Πριν περάσουμε στην ανάλυση της ρωμαϊκής αυτοσυνείδησης του πρωτείου, πρέπει να θίξουμε μερικές γενικές αρχές και μερικά ιστορικά γεγονότα, τα οποία συνέβαλαν στη διαμόρφωση αυτής της αυτοσυνείδησης.
 
ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΑΡΧΗ
 
Το ρωμαϊκό δίκαιο θεωρούσε ότι μόνο τα φυσικά πρόσωπα ήταν άξια δικαιωμάτων, έτσι με την αντίληψη αυτή είχε δημιουργήσει το ατομικό και ιδιωτικό δίκαιο. Ο δυτικός χριστιανισμός τουναντίον, βασιζόμενος πάνω στη βιβλική διδασκαλία ότι «η Εκκλησιά είναι το Σώμα του Χριστού και Αυτός η κεφαλή του σώματος» (βλ. Κολ. 2,18-19. (Ρωμ.12, 4. Α’ Κορ. 12,12,) θα θεωρήσει την «Universitas Christianorum» (Χριστιανική καθολικότητα) ως ένα μοναδικό οργανικό σώμα. Οι χριστιανοί ενωμένοι ως μέλη, με το Χριστό κεφαλή, σχηματίζουν ένα μοναδικό σώμα, κι’ αυτό δεν έχει μία απλή μεταφορική έννοια, αλλά είναι ένα αληθινό και πραγματικό ον, ζωντανό και ενεργητικό, που από το κέντρο, την Κεφαλή, δέχεται το ζωτικό πνεύμα, το οποίο διαχέεται σε κάθε μέλος και ξαναγυρίζει στο κέντρο. Αυτό το «Σώμα» ταυτίζεται με την Εκκλησία η οποία δεν έχει μόνο μια μυστηριακή και πνευματική υπόσταση, αλλά, στην ιστορική της διάσταση, θεωρείται ως ένα κοινωνικό «εγώ» με υποχρεώσεις και δικαιώματα. Αυτή η αντίληψη της Εκκλησίας στην ιστορική της φανέρωση θεωρείται ότι έχει νομική υπόσταση, στην οποία εφαρμόζονται οι κατηγορίες του Ρωμαϊκού δικαίου. Σ’ αυτό το οργανικό σώμα πρέπει να υπάρχει μία «κεφαλή» όχι μόνο στη μυστικιστική υπόσταση που είναι ο Χριστός, αλλά και στην ορατή της διάσταση, στη εξωτερική δομή. Η Δύση αναγνώρισε αυτήν την κεφαλή, σε παγκόσμιο επίπεδο, στον επίσκοπο Ρώμης τον οποίο και τον αποκάλεσε «Vicarius Christi» (Τοποτηρητή του Χριστού). Αυτό τον ίδιο τίτλο, το Βυζάντιο, σε τοπικό επίπεδο, το είχε εφαρμόσει στον επίσκοπο (εις τύπον και τόπον Χριστού), ενώ σε οικουμενικό, στον Αυτοκράτορα. Στο Βυζάντιο είναι ο αυτοκράτορας κεφαλή του οργανικού μέρους της «Χριστιανοσύνης», στη Δύση θεωρείται ως κεφαλή αυτού του οργανισμού, μια πνευματική αρχή, το ιερατείο με την κορυφή του, τον επίσκοπο της Ρώμης, διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου. 
 
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
 
Όπως αποδείχθηκε από την ιστοριογραφία του 20ου αιώνα, η ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως από τον Κωνσταντίνο το 330, δεν είχε ως σκοπό την αντικατάσταση της παλαιάς πρωτεύουσας (Ρώμη) με μία νέα (Κωνσταντινούπολη)  (βλ. G. Dagron, Naissance d’une capitale. Constantinople et ses institutions de 330 à 451, Paris 1974). Δεν επρόκειτο για δημιουργία μίας Νέας Ρώμης, σ’ αντικατάσταση της Αρχαίας Ρώμης, εντούτοις όμως αναπτύχθηκε η «διαλεκτική Ανατολή-Δύση»,  η θεωρία της «Νέας Ρώμης», με όλες τις συνέπειες που είχε, όπως οι διεκδικήσεις από μέρους της Κωνσταντινούπολης ενός πρωτείου, το οποίο  είχε ως μοναδική βάση  την παρουσία του αυτοκράτορα και της γερουσίας στο Βυζάντιο (βλ. F. Doelger, «Byzance und die europäische Staatenwelt», Ettal 1953, Ελένη Γλύκατζη – Αρβαλέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκ. Ψυχογιός, Αθήνα 1976).
 
Από την άλλη πλευρά, η απομάκρυνση του αυτοκράτορα από τη Ρώμη, απελευθέρωσε την έδρα της Ρώμης από την ασφυκτική προστατευτικότητα του αυτοκράτορα και γι’ αυτό οι ρωμαίοι Ποντίφικες, ελεύθεροι τώρα, αναπτύσσουν τη ρωμαϊκή θεωρία του πρωτείου με παγκόσμια εμβέλεια, βασισμένη πάνω στην αρχή της «αποστολικότητας» και συγκεκριμένα πάνω στον Απόστολο Πέτρο.
 
Ο ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ
 
Τη στιγμή κατά την οποία, στην Ανατολή, ο Θεοδόσιος ο Μέγας, κατά το δεύτερο ήμισυ του Δ’ αιώνα, τελείωνε τη θεμελίωση των αρχών μίας θρησκείας, ασφυκτικά αγκαλιασμένης με το Κράτος και μίας εκκλησίας στην υπηρεσία του Κράτους, στη Δύση, ο Άγιος Αμβρόσιος, διατύπωνε αρχές τελείως διαφορετικές, δηλαδή την ανεξαρτησία του πνευματικού από το κοσμικό και την ανωτερότητα του πνευματικού πάνω στο κοσμικό. Δήλωνε συγκεκριμένα: «Η εκκλησία ανήκει στο Θεό, και δεν μπορεί να περάσει στην εξουσία του Καίσαρα». Και ο Αμβρόσιος προχωρεί  ακόμη περισσότερο: «Ο αδελφός σου είναι πρώτα απ’όλα αυτός που κατέχει τη πίστη σου και μετά αυτός που ανήκει στο ρωμαϊκό λαό». Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν τον εαυτό τους κληρονόμους του ρωμαϊκού λαού. Επομένως στη Δύση, ενώ με τον Αμβρόσιο έχουμε ένα θρησκευτικό και χριστιανικό οικουμενισμό, στην Ανατολή έχουμε έναν οικουμενισμό αυτοκρατορικό και ρωμαϊκό. Στο θρησκευτικό οικουμενισμό της Δύσης, η φυσική κεφαλή δεν μπορούσε να είναι άλλη παρά ο Πάπας, ο οποίος βάσιζε την εξουσία πάνω σε μία θρησκευτική αρχή, την αρχή της  αποστολικότητας (Βλ. P. Lemerle, «L’Orthodoxie byzantine et l’oecumenisme medièval: Les origines du «schisme» des Eglise», Bulletin de l’Association Guillaume Budè 2 (1965) 228-246).
 
ΠΑΠΑΣ PETRUS IPSE - ΑΥΤΟΣ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΠΕΤΡΟΣ
 
Η Δύση, θεωρεί τον Επίσκοπο Ρώμης, ως «Τοποτηρητή του Πέτρου», την Έδρα του στη Ρώμη ως την «Έδρα του Πέτρου» και ο «Ο Πάπας, αυτός ο ίδιος ο Πέτρος».
 
Ο Πάπας Κάλλιστος ο Α’ (217-222) είναι ο πρώτος Πάπας που θα  θεμελιώσει ξεκάθαρα την εξουσία του πάνω στον Απόστολο Πέτρο. Η δεύτερη φάση πραγματοποιήθηκε μία γενεά αργότερα από τον Πάπα Στέφανο Ι’ (254-257). Αυτός θεμελιώνει το πρωτείο του πάνω στη διαδοχή του Πέτρου (κατέχει τη Cathedra Petri, την Έδρα δηλαδή του Πέτρου). Εν τω μεταξύ όμως, η Κωνσταντινούπολη διεκδικούσε ίση αξία μ’ εκείνη της Ρώμης, το Μιλάνο και η Ραβέννα γίνονται διαδοχικά (Μιλάνο 286, Ραβέννα 402) αυτοκρατορικές έδρες, ενώ η Ρώμη γίνεται μία επαρχιακή πόλη. Οι ποντίφικες αισθάνονται την ανάγκη ν’ αντιδράσουν. Η αντίδραση αρχίζει από τον Δάμασο Α’ (365-384) και συνεχίζεται μέχρι το Γρηγόριο Α’ (590-604). Τότε δίνεται η τυπική ρωμαϊκή ερμηνεία των κλασικών κειμένων της Καινής Διαθήκης που αφορούν στον Απόστολο Πέτρο, (Ματθαίος 16, 18-19, Ιωάννης 21,15-18/20,23). Η Ρώμη, διδάσκουν, δεν έλαβε το πρωτείο της εξ αιτίας της αυτοκρατορίας και των συνοδικών κανόνων, αλλά εξαιτίας του Πέτρου, του «Princeps Apostolorum» (Πρίγκιπα των Αποστόλων). Ο επίσκοπος της Ρώμης, όχι μόνο κληρονομεί από διαδοχή το «Principatum Petri» (νομικός ρωμαϊκός όρος που περιλαμβάνει την ιδέα της εξουσίας), αλλά είναι «αυτός ο ίδιος ο Πέτρος», ο οποίος συνεχίζει να ζει εις τους διαδόχους του, «Papa Petrus Ipse», φράση που συναντάμε συχνά στα γραπτά του  Πάπα Αγίου Λέοντος του Μέγα (390 – 461). Για ολόκληρη τη δύση, η Ρωμαϊκή έδρα θεωρείται ως «Sedes Petri» (Έδρα του Πέτρου). Παρ’ όλ’ αυτό όμως, σ’ ολόκληρη την πρώτη χιλιετηρίδα, το «επί ταύτην την πέτραν…» (Ματθ. 16, 18-19) σπάνια αναφερόταν στο πρόσωπο του Πέτρου, αλλά στο Χριστό (Αγ. Ιερώνυμος, Αγ. Αυγουστίνος...) και επίσης όταν περνούν από τον Πέτρο και από το Ματθαίο (16,18- 19), στον επίσκοπο της Ρώμης, δεν θεωρούν τον Πάπα ως θεμέλιο της εκκλησίας. Ο Χριστός είναι το θεμέλιο της Εκκλησίας, ο Πάπας θεωρείται θεμέλιο της εξωτερικής δομής της Εκκλησίας. Ποτέ η Δύση δεν θέλησε να αντικαταστήσει τον Χριστό από τον Πάπα, αυτός παραμένει, πάντοτε, ο αντιπρόσωπος του πάνω στη γη.   
 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
 
Σ’ όλην αυτή τη περίοδο στην Ανατολή, μέχρι τα μισά του 12ου αιώνα,   δεν βρίσκουμε κανένα κείμενο που να ασκεί κριτική στο ρωμαϊκό πρωτείο, ακόμη και στην ριζοσπαστική  μορφή που του έδωσαν οι Πάπες Νικόλαος Α’ και ο Ιωάννης Ζ’. Δεν μπορούμε να πούμε ότι οι βυζαντινοί αγνοούσαν την ύπαρξη του ρωμαϊκού πρωτείου όπως σιγά-σιγά είχε διαμορφωθεί στη Ρώμη. Στις επιστολές τους προς το Βυζάντιο, οι Ποντίφικες το διαλαλούν ξεκάθαρα. Ο ίδιος ο Φώτιος δεν θ’ ασκήσει κριτική εναντίον των αξιώσεων της Ρώμης, ενώ, τουναντίον, επιμένει πολύ σε ότι αφορά το «Filioque» και τα άζυμα. Αυτό οφείλεται εις το γεγονός ότι από τους Βυζαντινούς έλειπε μία οργανική εκκλησιολογία (το κεφάλαιο πάνω στη εκκλησιολογία είναι το πιο πρόσφατο στην ιστορία της θεολογίας τόσο για τη Δύση όσο και ειδικά για την Ανατολή). Επομένως δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσουν θεολογικά τις παπικές αξιώσεις κι έτσι να τις δεχτούν ή να τις απορρίψουν. Γι’αυτούς το πρωτείο στην εκκλησία δεν ανήκει στη θεολογία, αλλά στο εθνικό γόητρο ή το πολύ στη παραδοσιακή πειθαρχία σχετικά με τη τάξη προβαδίσματος των πατριαρχικών θρόνων. Μόνο στα μέσα του 12ου  αιώνα θα  βρούμε ένα οπλοστάσιο των Βυζαντινών εναντίον του πρωτείου της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και τότε θα αρχίσει η συνειδητή άρνηση των αξιώσεων του ρωμαϊκού πρωτείου.
 
Εντούτοις, όμως, οι προϋποθέσεις ήδη υπάρχουν, στη μία και στην άλλη Εκκλησία κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης χιλιετίας, κατά την οποία ακόμη δεν είχε διαρρηχτεί η ενότητα της Εκκλησίας. Οι δύο εκκλησίες αρχίζουν μαζί την εκκλησιολογική σταδιοδρομία τους, γρήγορα όμως παίρνουν διαφορετικούς δρόμους (συλλογικότητα στην Ανατολή και «Monarchia Petri» στη Δύση). Αυτές, από θεολογική άποψη, δεν βρίσκονταν σε αντίφαση, η ανάπτυξη της αντιδικίας οφείλονταν κυρίως στην  αυτοκρατορική  ιδεολογία στο Βυζάντιο και στην ανάγκη της Ρώμης να συσσωρεύσει όσο περισσότερη εξουσία, για να αντισταθεί στην εξουσία του Κράτους. Πράγματι, οι ρωμαϊκές διεκδικήσεις για το πρωτείο, μπορούν να ερμηνευθούν σαν καθαρά μοναρχικές, εντούτοις, στην πραγματικότητα, κατά την διάρκεια ολόκληρης της πρώτης χιλιετηρίδας, η εξουσία του πάπα εξασκούταν στα πλαίσια μίας ευχαριστιακής εκκλησιολογίας της κοινωνίας (Communio), της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των τοπικών εκκλησιών και των πατριαρχών, πλαίσια μέσα στα οποία, η Ρώμη εθεωρείτο ως συντονιστικό κέντρο αυτού του κοινωνικού δικτύου. Η κρίση της μεταρρύθμισης και της εκκοσμίκευσης, η οποία προκάλεσε την πτώση μερικών διαρθρώσεων της παλιάς εκκλησίας, είχε σαν συνέπεια τη μεγαλύτερη ισχυροποίηση της εξουσίας της Ρώμης. Οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε ότι η «εξουσία» της Ρώμης σταθεροποιήθηκε, τόσο κατά την Γρηγοριανή μεταρρύθμιση, όσο και στους ΙΗ’ και ΙΘ’ αιώνες, για να εγγυηθεί τη «Libertas Ecclesiae», την ελευθερία της εκκλησίας και των τοπικών εκκλησιών, από την καταπιεστική κρατική εξάρτηση. Εν μέρει, η Ρώμη αναγκάστηκε απ’ ευθείας ν’ αναλάβει αυτό το έργο. Η «έδρα του Πέτρου», όχι σπάνια, ήταν ένα καταφύγιο, το μοναδικό κέντρο, ικανό να εγγυηθεί το δίκαιο και να συνδιαλλάξει τις συγκρούσεις οι οποίες διαφορετικά θα έμεναν αδιάλλακτες.
 
Σήμερα, οι καθολικοί θεολόγοι, διακρίνουν μεταξύ «παποσύνης» και «διακονίας του Επισκόπου Ρώμης». Η πρώτη αποτελείται από υπολείμματα της ιστορίας, κυρίως της μεσαιωνικής περιόδου, και θα μπορούσε κάλλιστα να αλλάξει. Η δεύτερη, είναι ένα στοιχείο που, για τους καθολικούς, αποτελεί απαραίτητη δομή της Εκκλησίας, όπως επίσης και η συλλογικότητα, και, όπως πιστεύουν,  και τα δύο, προέρχονται από τη θέληση του Χριστού.
 
Σήμερα, αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι αυτή η διακονία πρέπει να εμπνέεται όχι από την κοσμική εξουσία, αλλά από το παράδειγμα του Χριστού «ὥσπερ … οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Ματθ. 20,28). 
 
Ο αδελφικός διάλογος μεταξύ των δύο Εκκλησιών μας, οφείλει να αναζητήσει σε τι συνίσταται το θέλημα του Χριστού σχετικά με τις δομές της Εκκλησίας του και πώς αυτές πρέπει να εξασκούνται για το καλό της Εκκλησίας.
 
Η Εγκύκλιος Ut unum sint (Μάιος 1995) του Αγίου Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β’ αναγνωρίζει ότι αυτή η διακονία, κατά τη διάρκεια των αιώνων, έλαβε διαφορετικές μορφές και γι’ αυτό μπορεί και στο μέλλον να λάβει μια νέα όψη που να έχει υπόψη τις απαιτήσεις, τις αξίες και τις παραδόσεις των υπολοίπων Εκκλησιών (Βλ. αρ. 95). Ο ίδιος ο Ιωάννης Παύλος ο Β’ καλεί τους υπεύθυνους των άλλων Εκκλησιών και τους θεολόγους τους «ν’ αναλάβουν μαζί μου και στο θέμα αυτό ένα αδελφικό, υπομονετικό διάλογο, στον οποίο θα μπορούσαμε ν’ ακουστούμε πέρα από στείρες πολεμικές, έχοντας στο νου μόνο το θέλημα του Χριστού για την Εκκλησία του» (αρ. 96).
 
 
+Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος

 

cen.gr 2016