Μόνοι ή σε "Κοινωνία"; Η Εκκλησία ως Κοινότητα -"Κοινωνία Προσώπων"του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στα κείμενα μας, που αναρτώνται σε διάφορες ιστοσελίδες, κάνουμε συχνά αναφορά στην Εκκλησία ως Μυστήριο Κοινωνίας. Είναι τόσο σπουδαία αυτή η πραγματικότητα για τη ζωή της Εκκλησίας, ώστε είναι χρήσιμο να εμβαθύνουμε περαιτέρω σε αυτό το θέμα.          

Αν και ανέκαθεν, θεωρήθηκε ως μια  βιβλική και πατερική διδασκαλία, συχνά ωστόσο, αναφέρεται ως μία από τις μεγαλύτερες θεολογικές «ανακαλύψεις» των τελευταίων πενήντα χρόνων. Πρόκειται για την Εκκλησία ως «ιερό Μυστήριο  κοινωνίας» σε παγκόσμιο επίπεδο  (συνοδικότητα) και σε σχέση με όλες τις άλλες  τοπικές πραγματικότητες της Εκκλησίας, που βιώνονται ως κοινότητες (επισκοπές, ενορίες, μοναχικές κοινότητες, οικογένεια…).

 Η χριστιανική κοινότητα είναι ο χώρος μέσα στον οποίο, η Εκκλησία παύει να είναι ένα αφηρημένο σύνολο από αλήθειες και εντολές και γίνεται ιστορική πραγματοποίηση των ανθρώπων. Το κρυμμένο μυστήριο του Λαού του Θεού (βλ. Εφ. 1,26-27) φανερώνεται στη συγκεκριμένη πραγματικότητα της προσωπικής ύπαρξης, από τη στιγμή που αρχίζει και αναπτύσσεται η ένωση των βαπτισμένων μεταξύ τους. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο η χριστιανική αλήθεια γίνεται προσωπική επιλογή που μετουσιώνει τον άνθρωπο, η πίστη γίνεται ζωή, τα μυστήρια γιορταστική τέλεση, το Ευαγγέλιο μαρτυρία ζωής, η κοινωνία μας με το Χριστό γίνεται αδελφότητα και υπηρεσία. Η χριστιανική κοινότητα είναι ο χώρος μέσα στον οποίο -πραγματικά- το έργο της σωτηρίας γίνεται ιστορία της σωτηρίας.

Πράγματι, τι αξία θα είχε ο Λόγος του Θεού για μας, το Ευαγγέλιο των Μακαρισμών, η διδασκαλία της Β' Συνόδου του Βατικανού γύρω από την Εκκλησία, αν όλα αυτά δεν γίνονται κατά κάποιο τρόπο πραγματικότητα;

Εξάλλου, αν όλα αυτά δεν πραγματοποιηθούν στις τοπικές Εκκλησίες, δεν θα πραγματοποιηθούν σε κανένα άλλο μέρος. Γιατί μόνο στην τοπική Εκκλησία γίνεται ορατό και δραστήριο, ολόκληρο το μυστήριο της Εκκλησίας.

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η λέξη ΚΟΙΝΩΝΙΑ στα νεοελληνικά, είναι φορτισμένη -κυρίως- με την έννοια του συνόλου των ανθρώπων, εντός ορισμένων τυπικών ορίων. Στην παρούσα μελέτη θ’ αναφερθούμε στο συγκεκριμένο όρο, μόνο με την πλούσια βιβλικό-θεολογική του έννοια, που όπως ελπίζουμε, θα γίνει αντιληπτή προοδευτικά, καθώς θα  αναπτύσσουμε το θέμα μας.

Η Β' Σύνοδος του Βατικανού έφερε μια μεγάλη αλλαγή, όσον αφορά τη σύλληψη της Εκκλησίας. Ενώ πρώτα, η Εκκλησία θεωρούταν κυρίως ως «θεσμός», ως «ιεραρχική δομή», τώρα, πρώτα απ’ όλα θεωρείται ως «Μυστήριο Κοινωνίας» (Φως των Εθνών, Lumen Gentium, 1). Αλλά για να αντιληφθούμε καλύτερα τι σημαίνει κοινωνία στα βιβλικό - θεολογικά πλαίσια,  θα βοηθήσει να έχουμε υπόψη μας τα ακόλουθα: Να καταλάβουμε πρώτα απ’ όλα την διαφορά μεταξύ «κοινότητας-εταιρείας» και «κοινότητας-κοινωνίας». Στην «κοινότητα - εταιρεία» η ενότητα των μελών είναι ένα απλό μέσο για να πραγματοποιηθεί το κοινό συμφέρον. Σ’ αυτήν την περίπτωση, η κοινότητα είναι ένα σύνολο από ανθρώπους, που η ενότητά τους γίνεται δυνατή από νόμους και αστυνόμευση.

Αντίθετα, στην περίπτωση της «κοινότητας-κοινωνίας», η βαθιά ενότητα των προσώπων, αποτελεί, αυτή η ίδια, σκοπό της ύπαρξής της. Σ’ αυτήν την περίπτωση, οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων, η ενότητά τους, η βαθιά αμοιβαία αγάπη, αποκτά πρωτεύοντα ρόλο. Η χριστιανική κοινότητα είναι η κατ’ εξοχήν «κοινότητα -κοινωνία». Ο τελικός σκοπός της χριστιανικής ύπαρξης είναι η κοινωνία, δηλαδή η βαθιά διαπροσωπική σχέση, η αμοιβαία ενότητα αγάπης.

Ο χριστιανός έχει ως σκοπό της ύπαρξης του την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα. Ο υπόλοιπος πλούτος του χριστιανισμού (μυστήρια, προσευχή, άσκηση κλπ), αποτελεί απλά μέσα για να φτάσουμε στον πρωταρχικό σκοπό της ύπαρξής μας, για να ζήσουμε, «ομόφρονα» και «ομόψυχα» (Βλ. Πράξ. 4, 32‑37), δηλαδή να ενωθούμε με το Θεό και μεταξύ μας, σύμφωνα με την ιερατική προσευχή του Κυρίου (Βλ. Ιω. 17, 21‑23), για να πραγματοποιηθεί μία κοινότητα ζωής και αγάπης, μια πραγματική κοινωνία προσώπων.

Ακόμα μία διαφορά: ενώ «η κοινότητα-εταιρεία», θυσιάζει τα πρόσωπα για να φτάσει στο σκοπό της (οικονομικό, πολιτικό, κλπ), «η κοινότητα-κοινωνία» βρίσκεται στην υπηρεσία του προσώπου, τον δέχεται με αγάπη, τον αξιοποιεί, τον βοηθάει να ωριμάσει, για να είναι σε θέση να δοθεί στους άλλους, να σεβαστεί τους άλλους, να εκπληρώσει τα καθήκοντά του, ν’ αναλάβει τις ευθύνες του μέσα στην χριστιανική κοινότητα.

Μπορούμε έτσι να ορίσουμε την βιβλική έννοια της «κοινότητας - κοινωνίας» ως εξής: «Η εκκλησιολογική κοινωνία είναι η ένωση του Θεού με τον άνθρωπο και του ανθρώπου με το Θεό, μέσο του Ιησού Χριστού εν Αγίω Πνεύματι. Αυτή η ένωση γίνεται προϋπόθεση για την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους. Έτσι η δόξα του Θεού φτάνει στο αποκορύφωμά της και η ευτυχία του ανθρώπου στην πληρότητά της».

Ένωση σημαίνει κοινωνία, επικοινωνία. Είναι μία δυναμική ενότητα, που περιέχει την πράξη, τη δράση, την κίνηση, την ιστορία. Λέγοντας ένωση του Θεού με τον άνθρωπο, εννοούμε ολόκληρη την αποκάλυψη: Δημιουργία, επεμβάσεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, ενσάρκωση, ζωή, θάνατος και Ανάσταση του Χριστού. Εννοούμε την  Εκκλησία με τα Μυστήριά της και την Εσχατολογική ολοκλήρωσή της.

Λέγοντας «ένωση του ανθρώπου με το Θεό», εννοούμε την ανησυχία της καρδιάς του ανθρώπου, την αναζήτηση του Θεού, το «ναι» του ανθρώπου μέσω της πίστης, στην αυτοεπικοινωνία του Θεού στον άνθρωπο, την προσευχή, την άσκηση και κυρίως την αγάπη. Η ένωση λοιπόν, ξεκινά από το γεγονός ότι ο Θεός αναζητά τον άνθρωπο. Ο Θεός δίνεται στον άνθρωπο και ο άνθρωπος στον Θεό (Βλ. Άσμα Ασμάτων). Αυτή η ένωση-κοινωνία είναι ο σκοπός ολόκληρης της Θείας Αποκάλυψης. Αυτό διδάσκει σε ένα περίφημο κείμενο η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού: «O Θεός εξαιτίας της σοφίας του, ευδόκησε να αποκαλύψει τον Εαυτό του και να γνωστοποιήσει το μυστήριο του Θελήματός του, μέσω του οποίου οι άνθρωποι ενώνονται, εν Πνεύματι Αγίω, με  το Θεό Πατέρα δια του Ιησού Χριστού, του σαρκωθέντος Λόγου και γίνονται κοινωνοί της θείας φύσεως» ( Περί Θείας Αποκαλύψεως, Dei Verbum, αρ. 2). Πρόκειται γι’ αυτό που οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν «θέωση» των ανθρώπων.

ECCLESIA DE TRINITATE – Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ

Είναι δεδομένο στη θεολογία, ότι δεν μπορούμε ν’ αναφερθούμε στην Εκκλησία ως «μυστήριο κοινωνίας», χωρίς αναγκαστικά να έχουμε υπόψη μας το ουσιαστικό της υπόβαθρο και τη θεολογική της δικαιολογία, δηλαδή το Τριαδικό Μυστήριο που είναι ο Θεός. Πράγματι, με την εκκλησιολογία της κοινωνίας, εννοούμε πρωτίστως  την «διαπροσωπική» της φύση.  Πράγματι η Εκκλησία δεν είναι άλλο παρά μία εικόνα της ενδόμυχης ζωής του Θεού, της τριαδικής του ζωής. «Η Εκκλησία είναι μυστήριο κοινωνίας γιατί είναι εικόνα της Αγίας Τριάδας». Ήδη ο μεγάλος εκκλησιαστικός συγγραφέας  Τερτυλλιανός   (155 περίπου  -  230 περίπου) έγραφε με τρόπο πολύ ρεαλιστικό και τολμηρό: «Εκεί που είναι οι Τρεις, ο Πατέρας, ο  Υιός και το Άγιο Πνεύμα, εκεί βρίσκεται η Εκκλησία, η οποία είναι το σώμα των Τριών» (De baptismo 6,  CSEL 20,  σελ. 206).

Σ’ αυτήν την προοπτική, η Εκκλησία, φανερώνεται στην ουσιαστική της συσχέτιση με το Θεό: είναι ιερό «μυστήριο» της παρουσίας του Θεού στην ιστορία και ζει και τρέφεται από αυτό το μυστήριο. Επίσης η Εκκλησία φανερώνεται στη σχέση της με τον κόσμο, γίνεται, δηλαδή, «αποστολή» προς τους ανθρώπους για να τους κάνει συμμέτοχους αυτού του μυστηρίου. Τέλος, ακριβώς γιατί η φύση της συνίσταται στο να είναι διαλογική, να ζει συνεχώς «εν σχέσει», φανερώνεται η ίδια ως «κοινωνία» των πιστών, οι οποίοι συμμετέχουν στην τριαδική Κοινωνία, κοινωνία μεταξύ του Θεού Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος (περιχώρηση).

Τα διάφορα επίσημα εκκλησιαστικά κείμενα δεν κάνουν άλλο παρά να υπογραμμίσουν την τριαδολογική βάση της Εκκλησίας.

Η Δογματική Διάταξη «Περί Εκκλησίας», επαναλαμβάνοντας τα περίφημα λόγια του Αγίου Κυπριανού, δίνει αυτόν τον ορισμό για την Εκκλησία: «Η Παγκόσμια Εκκλησία φανερώνεται ως ένας λαός συναθροισμένος στην και από την ενότητα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (LG, 4). Τα λόγια του Αγίου Κυπριανού στα οποία κάνει μνεία η Σύνοδος  είναι τα εξής: «Sic apparet universa ecclesia, sicuti de unitate Patris et Filli et Spiritus sancti plebs adunata» (Cyprianus, De Ort. Dom 23, PL 4,553). Η λατινική έκφραση de unitate σημαίνει ταυτόχρονα προέλευση, αιτία (από) και αποτέλεσμα. Η ενότητα της Εκκλησίας προέρχεται από την ενότητα των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, σε Αυτήν στηρίζεται και σε Αυτή βρίσκει το πρότυπό της. 

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤΡΕΦΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

Το βάπτισμα ενσωματώνει το χριστιανό στον Ιησού Χριστό και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο εισάγει τον άνθρωπο στην κοινωνία όλων εκείνων που πιστεύουν στον αναστημένο Χριστό. Με το βάπτισμα ο άνθρωπος ξεριζώνεται από τη μοναξιά του «εγώ» του και τοποθετείται σε μια νέα απέραντη οικογένεια, την οικογένεια των παιδιών του Θεού. Από αυτή τη νέα οικογένεια, εξαφανίζονται όλες οι φυσικές διαφορές εθνικότητας, φύλου, τάξης. Όλα γίνονται ένα «εν Χριστώ», είναι το ίδιο το Άγιο Πνεύμα που με το βάπτισμα κάνει δυνατή αυτή την ενότητα όλων των χριστιανών: «Γιατί σε ένα Πνεύμα, όλοι εμείς βαπτιστήκαμε και γίναμε ένα σώμα, είτε Ιουδαίοι, είτε Έλληνες, είτε δούλοι, είτε ελεύθεροι και όλοι με ένα πνεύμα ποτιστήκαμε» (Α' Κορ. 11, 12).

Αλλά το κατ’ εξοχή Ιερό Μυστήριο που δημιουργεί συνεχώς την Εκκλησία ως κοινότητα – κοινωνία είναι αυτό που ονομάζουμε «Θεία Κοινωνία» ή Αγία Ευχαριστία. Από την Ευχαριστία πηγάζει η Εκκλησία ως κοινωνία.

«Το ποτήριον της ευλογίας, το οποίον ευλογούμεν, δεν είναι κοινωνία του Αίματος του Χριστού; Ο άρτος τον οποίον κόβουμε δεν είναι κοινωνία του σώματος του Χριστού; Επειδή δε ένας είναι ο άρτος έτσι και εμείς οι πολλοί είμαστε ένα σώμα, γιατί στον έναν άρτο μετέχουμε» (Α' Κορ.10, 16‑17).

Τα λόγια αυτά του Αγίου Παύλου παραμένουν το βιβλικο - θεολογικό θεμέλιο της καθολικής διδασκαλίας γύρω από την οργανική σύνδεση μεταξύ Αγίας Ευχαριστίας και «Εκκλησίας-κοινωνίας». Η μυστηριακή ευχαριστιακή συμμετοχή στο Σώμα και στο Αίμα του Χριστού δημιουργούν την οργανική ενότητα των πολλών μελών, σ' ένα μόνο μυστικό Σώμα, στο Σώμα του ένδοξου Χριστού.  

ΜΥΣΤΗΡΙΟ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΑΠΟΣΤΟΛΗ

 Η θεολογική κινητήρια δύναμη και ταυτόχρονα ο ενωτικός σύνδεσμος, που εμπνέει όλη τη ζωή της Εκκλησίας συνίσταται στο τρίπτυχο: «Ιερό Μυστήριο, Κοινωνία ζωής, Αποστολή». Πράγματι ως «μυστήριο», η Εκκλησία «γεννιέται» από το Θεό και προς Αυτόν κατευθύνεται: είναι η «Ecclesia de Trinitate» (Η Εκκλησία γεννιέται από την Αγία Τριάδα). Ως «κοινωνία», η Εκκλησία είναι η ζωή του Θεού την οποία οι άνθρωποι ζουν καθημερινά μέσα στην διαπροσωπική τους σχέση: είναι «Ecclesia icona Τrinitatis» (Η Εκκλησία είναι εικόνα της Αγίας Τριάδας). Ως «αποστολή», η Εκκλησία αποτελεί «το λάβαρο ανυψωμένο μέσα στα έθνη»,  το ορατό, αποτελεσματικό σημείο με το οποίο ο Θεός καλεί όλους τους ανθρώπους να πραγματοποιήσουν στη δική τους ιστορία, την ενότητα και την κοινωνία της Αγίας Τριάδας: είναι «Ecclesia sacramentum Unitatis» (H Εκκλησία είναι ιερό  Μυστήριο Ενότητας). Αυτό γίνεται σήμερα πιο επιτακτικά από ποτέ, αναγκαίο μέσα σε ένα κόσμο διαιρεμένο από πολέμους, βία, τρομοκρατία,  σκάνδαλα. Ακόμα και οι ίδιοι οι χριστιανοί είναι χωρισμένοι. Πώς μπορεί η Εκκλησία να αποτελεί το ορατό «ιερό μυστήριο ενότητας» μέσα στα έθνη, όταν οι ίδιοι οι χριστιανοί είναι χωρισμένοι; Ο Χριστός, στο Τελευταίο Δείπνο, προσευχήθηκε τον Πατέρα, λέγοντας: «Δε σε παρακαλώ μόνο γι' αυτούς, αλλά και για κείνους που με το λόγο τους θα πιστέψουν σε μένα, ώστε όλοι να είναι ένα, όπως εσύ, Πατέρα, μαζί μου κι εγώ μαζί σου, για να είναι κι αυτοί μαζί μας, ώστε ο κόσμος να πιστέψει πως εσύ με απέστειλες» (Ιω. 27, 20-21).

Για την Εκκλησία, ως παγκόσμιο σημείο αδελφοσύνης,  αποτελεί σπουδαίο ντοκουμέντο η Εγκύκλιος του Πάπα Φραγκίσκου: «Αδελφοί Όλοι» (4 Οκτωβρίου 2020).        

Σ’ αυτό το ρυθμό, η «κοινωνία» βρίσκεται στην αρχή και στο τέλος της ύπαρξης και της δράσης της Εκκλησίας. Βρίσκεται στην αρχή, γιατί η Εκκλησία «παρατείνει» στην ιστορία το μυστήριο της Τριαδικής κοινωνίας κι έτσι μπορεί να μεταδώσει αυτό το μυστήριο (ιεραποστολική δράση), μόνο αν το βιώνει η ίδια κι αν απ’ αυτό η ίδια διαπλάθεται σ’ όλες της τις διαστάσεις της. Βρίσκεται στο τέλος γιατί η κοινωνία δεν έχει άλλο σκοπό από το να καλεί τους ανθρώπους να δεχτούν ελεύθερα αυτή την προσφορά αγάπης του τριαδικού Θεού.     

Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΒΙΩΜΑ

Επειδή η Εκκλησία είναι ουσιαστικά μία κοινότητα που ζει το μυστήριο της Κοινωνίας με τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και με τα μέλη της, κάθε χριστιανός μπορεί να θεωρηθεί τέτοιος, μόνο αν στην πράξη και στην καθημερινότητά του ζει συνεχώς εν κοινωνία. Η μυστηριακή κοινωνία με τον Πατέρα, μέσω του Ιησού Χριστού εν Αγίω Πνεύματι, οφείλει  να εκφραστεί σε μία εσωτερική κοινωνία με το Θεό και με τους ανθρώπους.

Μυστηριακά, η κοινωνία με το Θεό, πραγματοποιείται με το να είμαστε ενσωματωμένοι εν Χριστώ, μία οντότητα με το Χριστό. Σ’ αυτήν την περίπτωση, η Εκκλησία ως σύνολο και ως τοπική Εκκλησία (επισκοπική επαρχία, ενορία…), αποτελεί μία κοινωνία ανθρώπων, που σκέφτονται όπως σκέφτεται ο Χριστός (κοινωνία ελπίδας), αγαπούν όπως αγαπάει ο Χριστός (κοινωνία αγάπης), επιθυμούν αυτό που επιθυμεί ο Χριστός (κοινωνία ελπίδας), όπως ο Χριστός προσπαθούν να μεταδώσουν στον κόσμο το χαρμόσυνο άγγελμα του Ευαγγελίου (αποστολική κοινωνία), ευχαριστούν, δοξάζουν, αινούν το Θεό και Του προσφέρουν μία ζωή πλούσια από έργα, που μετουσιώσει τον κόσμο και τον μετατρέπει σε θυσία ευάρεστη (λειτουργική ζωή, αποστολική δράση).

Όλα αυτά αποτελούν την Εκκλησία ως κοινότητα-κοινωνία, εν δράσει. Αυτή είναι η ουσία, η βαθιά πραγματικότητα της Εκκλησίας. Όλα τα άλλα αισθητά σημεία, όπως η Ιεραρχία, τα Μυστήρια, το Κανονικό Δίκαιο... είναι τα μέσα που συμβάλλουν στο να  δημιουργηθεί ή να εμφανιστεί αισθητά αυτή η κοινωνία. Μία εκκλησιαστική Επαρχία η μία Ενορία, ένα Μοναχικό Τάγμα, καλά οργανωμένο, με έργα, με επιτυχίες, αλλά χωρίς αυτή την εσωτερική κοινωνία με το Θεό και τη συνεχή εμβάθυνση των διαπροσωπικών σχέσεων η οποία προκύπτει από την χριστιανική αγάπη, θα ήταν μία «κοινωνία-εταιρεία», χωρίς ζωή.

ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΥ

Ακριβώς, επειδή, η Εκκλησία είναι μία κοινωνία, δεν μπορεί να μείνει εγκλωβισμένη μέσα σ’ ένα άχρηστο και επικίνδυνο ναρκισσισμό, αλλά εξ’ ορισμού, οφείλει ν' ανοίγεται και να επικοινωνεί με τον κόσμο. Όπως επαναλαμβάνει ο Πάπας Φραγκίσκος η Εκκλησία πρέπει να βρίσκεται σε «συνεχές έξοδο». Το Άγιο Πνεύμα, η ψυχή της Εκκλησίας, δρα ανά την οικουμένη, για να φέρει σε όλους τη σωτηρία του Χριστού. Σε αυτά τα πλαίσια, σωτηρία σημαίνει ακριβώς κοινωνία με το Θεό και τους ανθρώπους. Η χριστιανική κοινότητα συμμετέχει σ’ αυτή τη διάδοση της σωτηρίας και αισθάνεται επιτακτικά την ανάγκη να μεταφέρει σε όλους, το χαρμόσυνο άγγελμα της συντριβής της μοναξιάς και της δημιουργίας μίας οικογένειας, όπου όλοι αισθάνονται παιδιά του Θεού και αδέλφια μεταξύ τους.

Κάθε χριστιανός, ξεπερνώντας τον έμφυτο εγωκεντρισμό του και τον ατομικισμό του, ανοίγει την καρδιά του και δίνεται χωρίς εξαιρέσεις σε όλους τους αδελφούς και έτσι αποκτά καθολική και αποστολική καρδιά:

«Καθολικός σημαίνει να έχει κανείς καρδιά με διαστάσεις χωρίς σύνορα, μία καρδιά που νίκησε τον εγωισμό και ανοίγεται για να δεχτεί τον κόσμο ολόκληρο» (Άγιος Πάπας Παύλος VI).

Η ΑΓΑΠΗ, ΠΕΜΠΤΗ ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

Από εδώ προκύπτει το γεγονός ότι η χριστιανική ζωή, στην ουσία της, είναι ζωή αγάπης. Η αγάπη αποτελεί ακριβώς την πέμπτη ουσία της Εκκλησίας ως κοινότητα-κοινωνία. Εφόσον «Ο Θεός αγάπη εστίν» (βλ. Α’ Ιω. 3, 16), δηλαδή όχι μόνο έχει αγάπη αλλά είναι η ίδια η Αγάπη, η ζωή της Αγίας Τριάδας αποτελείται από την Αγάπη, και εφόσον η νέα ζωή του χριστιανού δεν είναι παρά η συμμετοχή στη ζωή του Θεού, δεν μπορεί παρά να εκφραστεί ως ζωή Αγάπης, γι’ αυτό ο Άγιος Ιωάννης συμπληρώνει το παραπάνω εδάφιο ως εξής: «και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός μένει εν αυτώ».

 H B’ Σύνοδος του Βατικανού, αναφερόμενη στην αγιότητα των χριστιανών, κάνει αναφορά στο παραπάνω εδάφιο και διδάσκει: «Ο Θεός είναι αγάπη, κι όποιος μένει στην αγάπη, μένει στο Θεό και ο Θεός μένει σ’ αυτόν (Α' Ιω. 4,16). Ο Θεός μεταδίδει την αγάπη του στις καρδιές μας μέσω του Αγίου Πνεύματος που μας δόθηκε (βλ. Ρωμ. 5,5). Το πρώτο λοιπόν και το πιο απαραίτητο δώρο είναι η Αγάπη, που μας κάνει να αγαπούμε το Θεό πάνω απ' όλα και τον πλησίον μας από αγάπη γι’ αυτόν. Αλλά για να μπορέσει η Αγάπη να μεγαλώσει και να καρποφορήσει, σαν καλός σπόρος, κάθε πιστός πρέπει να ακούει πρόθυμα το λόγο του Θεού, και με τη βοήθεια της χάρης Του, να εκτελεί έμπρακτα το θέλημά Του, να συμμετέχει τακτικά στα ιερά μυστήρια, ιδιαίτερα στη Θεία Ευχαριστία, και στις ιερές ακολουθίες, να επιδίδεται αδιάκοπα στην προσευχή, στην αυταπάρνηση, στην έμπρακτη εξυπηρέτηση των αδελφών του και στην άσκηση κάθε αρετής. Πραγματικά, η αγάπη ως σύνδεσμος τελειότητας και ολοκλήρωσης του νόμου (βλ. Κολ. 3,14 και Ρωμ. 13, 10), ρυθμίζει όλα τα μέσα εξαγιασμού, τους δίνει τη σωστή τους μορφή και τα κατευθύνει στο σκοπό τους. Γι’ αυτό ο πραγματικός μαθητής του Χριστού διακρίνεται από την αγάπη του για το Θεό και τον πλησίον» (LG, αρ. 42).

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η χριστιανική αγάπη έχει ως χαρακτηριστικά τις ίδιες τις ιδιότητες της θεϊκής αγάπης,  δηλαδή την καθολικότητα (δεν εξαίρει κανένα ούτε και τους εχθρούς), το απόλυτα ανιδιοτελή δόσιμο στους άλλους. Μόνο τέτοιο είδος αγάπη μπορεί να αυξήσει τις διαπροσωπικές σχέσεις, δημιουργώντας συνεχώς την κοινότητα-κοινωνία. Η ίδια η Αγάπη είναι το υπέρτατο δώρο του Αγίου Πνεύματος και, σε τελευταία ανάλυση, ταυτίζεται με την «αγιάζουσα χάρη»: «Το ίδιο τούτο Πνεύμα, με την οντότητά του και με τη δύναμή του, όπως και με τον εσωτερικό σύνδεσμο των μελών, ενώνει το σώμα, δημιουργεί και αυξάνει την αγάπη μεταξύ των πιστών» (Β’ Σύνοδος Βατικανού, LG, αρ. 7).

Όταν στο «Πιστεύω» λέμε: «Πιστεύω σε μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», δεν εννοούμε μία αφηρημένη Εκκλησία, από την οποία εμείς εξαιρούμεθα, αλλά μία Εκκλησία στην οποία ο καθένας από μας ανήκει οργανικά. Επομένως αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά της Εκκλησίας: η ενότητα, η αγιοσύνη, η καθολικότητα και η αποστολικότητα, ανήκουν στον καθένα από μας, σαν πρόσωπο ενσωματωμένο στην Εκκλησιαστική του κοινότητα, κύτταρο της οποίας είναι η Ενορία και η Οικογένεια.

† Ιωάννης Σπιτέρης

Αρχιεπίσκοπος

Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian