«Οι λαΐκοί μέσα στην Εκκλησία. Ποιος είναι ο ρόλος τους» του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη

ΟΙ ΛΑΪΚOΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
 
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥΣ
 
ΕΙ­ΣΑ­ΓΩ­ΓΗ
 
Σε δύο προηγούμενα κείμενά μας, προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε το ρόλο του Επισκόπου και του Πρεσβυτέρου μέσα στην Εκκλησία. Στο παρόν άρθρο  θα επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε το θέμα: Ο ρόλος των λαϊκών μέσα στην Εκκλησία ή ακόμα καλύτερα τι εννοούμε με τη λέξη  «λαϊκός» στην εκκλησιαστική ορολογία.
 
Αρχικά, χρειάζεται μια φιλολογική επισήμανση. Πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν δανειστεί από την ελληνική τη λέξη «λαϊκός». Οι ομιλούντες αυτές τις γλώσσες,  στα πλαίσια της εκκλησιαστικής ορολογίας,  όταν ακούν τη λέξη «λαϊκός»,  αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για τον μη-κληρικό. Οι ελληνόφωνοι, όμως, όταν μεταχειρίζονται αυτήν τη λέξη, εννοούν, πολλές φορές και κάτι περισσότερο. Το Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη «Για το Σχολείο και το Γραφείο» (σελ. 564), εξηγεί ως εξής το λήμμα «λαϊκός»: Αυτή η λέξη «σχετίζεται αμέσως με το λαό ή κάτι που προέρχεται από αυτόν: τέχνη/χοροί/τραγούδι/μουσική, λαϊκή αγορά, λαϊκά δικαστήρια…». Στο λεξικό δεν υπάρχει καμία αναφορά στην εκκλησιαστική σημασία του λήμματος ως «ο μη κληρικός».
 
Στόχος μας είναι, να αναπτύξουμε το ποια είναι η θέση των λαϊκών μέσα στην Εκκλησία, βασιζόμενοι, όπως πάντα, στα επίσημα ντοκουμέντα της Καθολικής Εκκλησίας κυρίως σ’ αυτά της Β’ Συνόδου του Βατικανού και  στην πο­λύ σπουδαί­α Πα­ραί­νε­ση «Christifideles laici» (Οι χριστιανοί λαϊκοί) της 30ης Δεκεμβρίου 1988, του Αγίου Πάπα Ιω­άν­νη-Παύ­λου του Β'. Αυτή η Παραίνεση αποτελεί μια σύνθεση της διδασκαλίας της Συνόδου των Επισκόπων, που πραγματοποιήθηκε στην Ρώμη το 1987, και είχε ως θέμα: «Κλήση και Αποστολή των λαϊκών μέσα στην Εκκλησία».     
                  
ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟΣ Ο­ΡΙ­ΣΜΟΣ ΤΗΣ ΛΕ­ΞΗΣ «ΛΑ­Ϊ­ΚΟΣ»
 
Ο ό­ρος «λα­ϊ­κός» έχει μία μα­κρόχρο­νη και τα­λαι­πωρη­μέ­νη ι­στο­ρί­α: στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε μία πο­λύ συ­νο­πτι­κή σκια­γρά­φη­ση της ι­στο­ρί­ας αυ­τού του ό­ρου. Στον ελληνορωμαϊκό κό­σμο η λέ­ξη «λα­ός» χρη­σι­μοποιού­νταν για να ξεχω­ρίζεται το σύ­νο­λο του πλη­θυ­σμού α­πό αυ­τούς που κυ­βερνού­σαν. 
 
Στην Πα­λαιά Δια­θή­κη ο ό­ρος «λα­ϊ­κός» προσ­διό­ριζε γε­νι­κά ό­λο το λα­ό του Θε­ού. Στην Και­νή Δια­θή­κη δε συ­να­ντά­με σε κα­νέ­να μέρος τη λέ­ξη «λα­ϊ­κός» και ό­λα τα μέ­λη της χρι­στια­νι­κής κοι­νό­τη­τας κα­λού­νται «ά­γιοι», «μα­θη­τές», «α­δελ­φοί».
 
Βρί­σκου­με για πρώ­τη φο­ρά τη λέ­ξη «λα­ϊ­κός» γύ­ρω στο έ­τος 95, στην Επιστολή προς Κο­ριν­θί­ους (40,6) του Πάπα Κλή­με­ντα Ρώ­μης (35-99 μ.Χ.). Στη συνέχεια συ­να­ντά­με αυ­τό τον ό­ρο ό­λο και πιο συχνά. Κα­τά τους πρώ­τους χρι­στια­νι­κούς αιώ­νες η λέ­ξη «λα­ϊ­κός» ό­ρι­ζε:
 α) έ­να μέ­λος του Λα­ού του Θε­ού.
 β) έ­να μέ­λος ξεχω­ρι­στό α­πό τη ιε­ραρχί­α, μέ­σα στη χρι­στια­νι­κή κοι­νό­τη­τα
 γ) τον χρι­στια­νό που έχει μια ει­δι­κή και κα­νο­νι­κή σχέ­ση με τα ε­γκό­σμια.
 
Στην σύγχρο­νη Εκ­κλη­σί­α ο ό­ρος «λα­ϊ­κός» πα­ρου­σιά­ζε­ται με τρεις εκκλησιολο­γι­κές έν­νοιες:
α) τη γε­νι­κή έν­νοια του «Λα­ού του Θε­ού» που πε­ριέχει ό­λους τους βαφτισμένους.
 β) την  έν­νοια  του «μη-κληρι­κού», δη­λα­δή μ’ αυ­τόν τον ό­ρο κα­θο­ρί­ζε­ται το μέ­λος του λα­ού του Θε­ού που δεν α­νή­κει σε κα­μί­α α­πό τις βαθ­μί­δες της ιε­ραρχί­ας,
γ) τέ­λος έχει την έν­νοια της «ε­γκο­σμιό­τη­τας» με τη θε­τι­κή ση­μα­σί­α της λέξης. Προσ­διο­ρί­ζει τον χρι­στια­νό που δεν α­πο­κό­πτε­ται α­πό τον κό­σμο και τις δο­μές του με τη χει­ρο­το­νί­α ή με την αφιέ­ρω­ση στη μο­ναχι­κή ζω­ή, αλ­λά πα­ρα­μέ­νει μέ­σα στις δο­μές της ζω­ής του κό­σμου, ό­που έ­μπρα­κτα υ­πη­ρε­τεί τον Θε­ό και α­να­ζη­τεί τη βα­σι­λεί­α του Θε­ού δια μέ­σω, α­κρι­βώς, των ε­γκο­σμί­ων -αυ­τών- δο­μών.
 
Ο ΛΑΪΚΟΣ ΣΤΗ Β’ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ
 
Τα διά­φο­ρα θε­ο­λο­γι­κά ρεύ­μα­τα υ­πο­γραμ­μί­ζουν ξεκάθαρα τη μί­α ή την άλ­λη απ' αυ­τές τις έν­νοιες.
 
Η Β' Σύ­νο­δος του Βα­τι­κα­νού μας δί­νει έ­ναν ο­ρι­σμό του λα­ϊ­κού που προ­κύ­πτει από τη σύν­θε­ση αυ­τής της τρι­πλής λα­ϊ­κό­τη­τας:
 
«Με το ό­νο­μα "λα­ϊ­κοί " εν­νο­ού­με, ε­δώ, ό­λους τους πιστούς που δεν εί­ναι μέλη της ιε­ρα­τι­κής τά­ξης και της α­να­γνω­ρι­σμέ­νης α­πό την Εκ­κλη­σί­α τά­ξης των μοναχών, δη­λα­δή τους πι­στούς ε­κεί­νους που, α­φού εν­σω­μα­τώ­θη­καν με το βά­πτι­σμά τους στο Χρι­στό, κι έ­γι­ναν Λα­ός του Θε­ού και συμμέ­τοχοι στο ιε­ρα­τι­κό, προ­φη­τι­κό και βα­σι­λι­κό α­ξί­ω­μα του Χρι­στού, εκ­πλη­ρώνουν μέ­σα στην Εκ­κλη­σί­α και μέ­σα στον κό­σμο, α­νά­λο­γα με τις δυ­να­τό­τη­τες του κα­θε­νός, την α­πο­στο­λή ό­λου του χριστιανικού λα­ού» (Δογματική Διάταξη «Περί Εκκλησίας» Lumen Gentium = LG, αρ. 31 α).
 
Αυ­τός ο ο­ρι­σμός του «λα­ϊ­κού» που δί­νε­ται α­πό τη Σύ­νο­δο, α­πο­τε­λεί­ται α­πό δύ­ο σκέ­λη: έ­να αρ­νη­τι­κό - οι «λα­ϊ­κοί» δεν εί­ναι κληρι­κοί και δεν εί­ναι μο­ναχοί και ένα θε­τι­κό: οι λα­ϊ­κοί είναι όλοι οι χριστιανοί, εν­σω­ματω­μέ­νοι στο Χρι­στό με το βάφτι­σμα, Λα­ός του Θε­ού και συμ­μέ­τοχοι στο ιε­ρα­τικό, προ­φη­τι­κό και βα­σι­λι­κό αξίωμα του Χρι­στού.
 
Το γε­γο­νός ό­τι ο λαϊκός  δεν εί­ναι κλη­ρι­κός, δεν ε­πι­φέ­ρει κα­νέ­να θε­τι­κό η αρνη­τι­κό στοιχεί­ο στον βα­φτι­σμέ­νο. Το θε­τι­κό στοιχεί­ο προ­κύ­πτει α­πό το γε­γο­νός ό­τι ο πι­στός εί­ναι χρι­στια­νός, εί­ναι εν­σω­μα­τω­μέ­νος στο Χρι­στό, α­νή­κει στο Λα­ό του Θεού. Με αυ­τήν την έν­νοια η «λα­ϊ­κό­τη­τα» α­πο­τελεί το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό κά­θε χριστιανού. Έτσι, μπο­ρού­με να πού­με, πως κά­θε χριστια­νός εί­ναι «λα­ϊ­κός» για­τί ανήκει στο Λα­ό του Θε­ού: και ο κλη­ρι­κός και ο μο­ναχός εί­ναι «λα­ϊ­κοί», ό­πως εξ’ άλλου κά­θε χρι­στια­νός μη-κλη­ρι­κός εί­ναι «εκ­κλη­σια­στι­κός», ανήκει στην Εκκλησία,  συμ­με­τέχει στο βασιλικό Ιερατείο του Χρι­στού:  «Αλλά εσείς είσθε εκλεκτή γενιά, βασιλικό ιερατείο, ένα άγιο έθνος, ένας λαός που ανήκει στο Θεό, για να αναγγείλετε τις αρετές εκείνου που σας κάλεσε μέσα απ' το σκοτάδι στο θαυμαστό του φως. Εσείς που κάποτε δεν ήσασταν λαός, αλλά τώρα είσθε λαός του Θεού» (Α’ Πέτρου, 2, 9-10) .
 
Ε­νώ η «αρ­νη­τι­κή» (μη κληρικός) συ­νι­στώ­σα του ο­ρι­σμού «λα­ϊκός», αναφέρεται στην κοι­νω­νιο­λο­γι­κή πλευ­ρά της χρι­στια­νι­κής ει­κό­νας του λα­ϊ­κού (δεν ανήκει σε μία κοινωνική τάξη (τον κλήρο) . Αντίθετα,  η «θε­τι­κή» αναφορά, α­φο­ρά στην ο­ντο­λο­γι­κή του φύ­ση (είναι ο Λαός του Θεού) . Αλ­λά αυ­τή α­πό μό­νη της δεν αρ­κεί να χα­ρα­κτη­ρί­σει την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα του «λα­ϊ­κού», διό­τι εί­ναι κοι­νή για κά­θε χρι­στια­νό, και για τους κληρικούς. Η Σύ­νο­δος προ­σθέ­τει έ­να τρί­το θε­τι­κό στοιχεί­ο που θέ­λει να προσ­διο­ρί­σει τον α­πο­κλει­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα του «λα­ϊ­κού»: την «εγκοσμιότητα»:  «Ο κο­σμι­κός χα­ρα­κτή­ρας ται­ριά­ζει ι­διαί­τε­ρα στους λα­ϊκούς...Αυ­τοί έχουν την ι­διαί­τε­ρη κλή­ση να α­να­ζη­τούν το Θε­ό, ασχο­λού­με­νοι με τα ε­γκό­σμια και να τα ε­φαρ­μό­ζουν σύμ­φω­να με το θέ­λη­μα του Θε­ού. Ζουν μέ­σα στον κό­σμο, δοσμένοι σ' ό­λα και στο κα­θέ­να α­πό τα κα­θή­κο­ντα και τις υ­πο­θέ­σεις του κό­σμου, και στις τα­κτι­κές συν­θή­κες της οι­κο­γε­νεια­κής και κοι­νω­νι­κής ζω­ής, με τις ο­ποί­ες εί­ναι συνυφα­σμέ­νη η ζω­ή τους» (Βλ. LG, αρ. 31β).
 
Κι ό­μως, η «εγκοσμιότητα» αν και α­πο­τε­λεί ι­διαί­τε­ρο γνώ­ρι­σμα για τους λαϊκούς, ω­στό­σο δεν εί­ναι α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα  δική τους. Πραγ­μα­τι­κά και «οι κληρικοί, ... με­ρι­κές φο­ρές μπορούν ν’ ασχοληθούν με ε­γκό­σμια πράγ­μα­τα, α­κό­μα και να ε­ξα­σκή­σουν έ­να κο­σμι­κό ε­πάγ­γελ­μα» (LG, αρ. 31β ). Εν τού­τοις η «εγκοσμιότητα», σύμ­φω­να με τη Σύ­νο­δο, «ται­ριά­ζει ι­διαί­τε­ρα στους λα­ϊ­κούς» και δε συ­νί­στα­ται σ' έ­να ε­ξω­τε­ρι­κό στοιχεί­ο αλ­λά α­πο­τε­λεί συ­στα­τι­κό της χρι­στια­νι­κής του υ­πό­στα­σης. Ο «λα­ϊ­κός» , λοι­πόν, εί­ναι ο «ε­γκό­σμιος» χρι­στια­νός», ο «άν­θρω­πος στον κό­σμο και με τον κό­σμο».
 
Αυ­τή η δι­δα­σκα­λί­α της Β' Βα­τι­κα­νής  Συ­νό­δου πυ­ρο­δό­τη­σε νέ­ες συ­ζη­τή­σεις. Αρκε­τοί θε­ο­λό­γοι, ξε­κι­νώ­ντας α­κρι­βώς α­πό τη δι­δα­σκα­λί­α της «Lumen Gentium» (Φως των Εθνών), προ­σπά­θησαν να ξε­πε­ρά­σουν αυ­τόν τον ο­ρι­σμό του λα­ϊ­κού και την ί­δια την έν­νοια της λα­ϊ­κό­τη­τας στα πλαί­σια της εκ­κλη­σιο­λο­γί­ας της κοι­νω­νί­ας και υ­πο­στή­ριξαν ό­τι η λα­ϊ­κό­τη­τα α­πο­τε­λεί διά­στα­ση ό­λης της Εκ­κλη­σί­ας. Όλοι οι χρι­στιανοί, μη ε­ξαι­ρου­μέ­νων των κλη­ρι­κών και των μο­ναχών, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό την εγκο­σμιό­τη­τα και α­πό την λα­ϊ­κό­τη­τα.
 
Η σύγχρονη Θεολογία αξιοποιεί στα μέγιστα την έννοια της Εκκλησίας ως Μυστήριο Κοινωνίας, μέσα στην οποία κάθε βαπτισμένος έχει ένα χάρισμα να εξασκήσει, για να προσδιορίσει καλύτερα τη θέση του λαϊκού μέσα στην Εκκλησία. 
 
 
Ο ΛΑΪΚΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
 
Η ΣΥ­ΝΟ­ΔΟΣ ΤΩΝ Ε­ΠΙ­ΣΚΟ­ΠΩΝ ΤΟΥ 1987
 
Αυ­τός ο προ­βλη­μα­τι­σμός ή­ταν έ­ντο­να πα­ρόν και κα­τά τη διάρ­κεια της Συνόδου των ε­πι­σκό­πων του 1987 που είχε ως α­πο­κλει­στικό θέ­μα τους λα­ϊ­κούς.
 
Οι διά­φο­ρες ε­θνι­κές ιε­ραρχί­ες α­ντα­να­κλούσαν γύρω α­πό την φύ­ση του λα­ϊ­κού τις λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­ω­θη­μέ­νες θέ­σεις των θε­ο­λο­γι­κών σχο­λών που τους ενέπνεαν.
 
Στις τε­λι­κές προ­τά­σεις φαί­νε­ται που υ­πάρχει η προ­σπά­θεια μιας σύν­θε­σης που α­πο­φεύ­γει, ό­μως, να δώ­σει έ­ναν ο­ρι­σμό για το τι είναι ο λα­ϊ­κός και αρ­κεί­ται να τον πε­ρι­γρά­ψει. Πράγ­μα­τι η Γ' πρό­τα­ση ­του τε­λικού α­να­κοι­νω­θέ­ντος της Συ­νό­δου λέ­ει: «Όλοι οι χρι­στια­νοί, ά­ντρες και γυ­ναί­κες, εί­ναι εν­σω­ματω­μέ­νοι στο Χρι­στό μέ­σω του βα­φτί­σμα­τος, έχουν το ί­διο χρι­στια­νι­κό α­ξί­ω­μα και μα­ζί α­πο­τε­λούν το Λα­ό του Θε­ού. Γι' αυ­τό εί­ναι α­νά­γκη να φω­τι­στεί και η θε­τι­κή πε­ρι­γρα­φή της κλή­σης και της αποστο­λής του λα­ϊ­κού. Για να ε­πι­τευχθεί αυτό, εί­ναι α­νά­γκη να ε­νισχυ­θεί και να εμβαθυνθεί η με­λέ­τη της δι­δα­σκα­λί­ας της Β' Βα­τι­κα­νής Συ­νό­δου, υ­πό το φως των πιο πρό­σφα­των εγ­γρά­φων της δι­δα­σκα­λί­ας της Εκ­κλη­σί­ας, έχο­ντας ε­πί­σης υ­πό­ψη την εμπει­ρί­α της εκ­κλη­σια­στι­κής ζω­ής υ­πό την κα­θο­δή­γη­ση του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος... Οι χρι­στια­νοί λα­ϊ­κοί εί­ναι, λοι­πόν, ζω­ντα­νά και συ­νυ­πεύ­θυ­να μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας, η οποί­α εί­ναι μί­α προφη­τι­κή, ιε­ρα­τι­κή και βα­σι­λι­κή κοι­νό­τη­τα. Σ' αυ­τή την α­πο­στο­λή της Εκ­κλη­σίας... οι λα­ϊ­κοί συμ­με­τέχουν, κυ­ρί­ως, σύμ­φω­να με την κο­σμι­κή τους διάστα­ση».
 
 
Η «ΚΟΣΜΙΚΟΤΗΤΑ» ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ
 
Η κο­σμι­κή κα­τά­στα­ση της ζω­ής στην ερ­γασί­α, στην οι­κο­γέ­νεια, στην κοινωνία  κ.λπ.  ω­θεί τους λα­ϊ­κούς πι­στούς να ε­φαρμό­σουν τα ε­γκό­σμια α­γα­θά σύμφω­να με το θέ­λη­μα του Θε­ού και να α­γιά­σουν τους ε­αυ­τούς τους και τους υπόλοι­πους συ­μπο­λί­τες, α­να­δεικνύοντας έ­τσι ό­τι, αυ­τή η σω­τή­ρια που έ­φε­ρε ο Χριστός, α­φο­ρά τον άν­θρω­πο στην ο­λό­τη­τά του. Δεν πρέ­πει, ε­πο­μέ­νως, να προσδιορί­σου­με τον κο­σμι­κό χα­ρα­κτή­ρα του χρι­στια­νού λα­ϊ­κού μό­νο α­πό την κοινωνιο­λο­γι­κή, αλ­λά κυ­ρί­ως α­πό τη θε­ο­λο­γι­κή του έν­νοια. Πρέ­πει να ερ­μη­νεύ­σου­με τον κο­σμι­κό χα­ρα­κτή­ρα υ­πό το φως της δη­μιουρ­γικής πρά­ξης του Θε­ού που εμπιστεύ­τη­κε τον κό­σμο στους άν­δρες και στις γυ­ναί­κες, για να συμ­με­τέχουν στο δημιουρ­γι­κό έρ­γο και να α­πε­λευ­θε­ρώ­σουν την ίδια τη δη­μιουρ­γί­α α­πό την ε­πιρ­ρο­ή της α­μαρ­τί­ας και να ε­ξα­γιά­σουν τους ε­αυ­τούς τους εί­τε με το­ γά­μο εί­τε με την ά­γα­μη ζω­ή, στην οι­κο­γέ­νεια, στον ε­παγγελ­μα­τι­κό βί­ο και στις διά­φο­ρες κοι­νω­νι­κές δραστηριό­τη­τες. Με αυ­τόν τον τρό­πο, μέ­σω της συμ­με­τοχής τους στις κοι­νω­νι­κές, οικο­νο­μι­κές και πο­λι­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, εν Χρι­στώ, προ­σφέ­ρουν τη μαρ­τυ­ρί­α για το νέ­ο κό­σμο. Οι λα­ϊκοί, ό­ντας πλή­ρως μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας, συμ­με­τέχουν και στην προ­φη­τι­κή α­ποστο­λή της, α­ναγ­γέλ­λο­ντας το Χρι­στό με τα έρ­γα και με τα λό­για, σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση της ζω­ής των αν­θρώ­πων.
 
Η Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΙ­ΚΗ ΠΑ­ΡΑΙ­ΝΕ­ΣΗ «CHRISTIFIDELES LAICI»
 
O Πά­πας Ιωάννης Παύλος Β’, άγιος -σήμερα- της Καθολικής Εκκλησίας, είχε στα χέ­ρια του ό­λη αυ­τή την κί­νη­ση, όλες αυ­τές τις α­πό­ψεις και μα­ζί τις δε­σμεύ­σεις της Β' Βα­τι­κα­νής Συ­νό­δου. Έπρεπε να κά­νει μια σύν­θε­ση και ταυ­τόχρο­να έ­να βή­μα ε­μπρός. Αυ­τό έ­γι­νε με την Πα­ραί­νε­ση «Christifideles laici». Σε αυτό το σπουδαίο ντοκουμέντο αναπτύσσεται η θεολογία της Εκκλησίας ως Μυστήριο Κοινωνίας, περισσότερο από κάθε άλλο ντοκουμέντο της Αγίας Έδρας.  
 
Ο ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟΣ «ΝΕ­Ω­ΤΕ­ΡΙ­ΣΜΟΣ» ΤΗΣ
«CHRISTIFIDELES LAICI».
 
Ο καρ­δι­νά­λιος Pironio πα­ρου­σιά­ζο­ντας  στους δημοσιογράφους την Παραίνεση «Christifideles laici» (Οι λαϊκοί Χριστιανοί) , υποστήριζε  ό­τι σ' αυ­τή δεν υπάρχουν θε­ο­λο­γι­κοί «νε­ω­τε­ρι­σμοί», ού­τε στην θε­ω­ρί­α και ού­τε και στην πρά­ξη. Ωστό­σο «η πραγ­μα­τι­κή και βαθιά α­να­νέ­ω­ση εί­ναι η α­κό­λου­θη: Η πλαι­σί­ω­ση  του θέμα­τος των λα­ϊ­κών σε μί­α γνή­σια εκ­κλη­σιο­λο­γί­α της κοι­νω­νίας: οι χρι­στια­νοί λα­ϊ­κοί δε θε­ω­ρού­νται σαν κά­τι το χω­ρι­στό, το ξε­κομ­μέ­νο, αλλά το­πο­θε­τού­νται μέ­σα στη σφαι­ρι­κή ο­λό­τη­τα μίας Εκ­κλη­σί­ας που εί­ναι ουσια­στι­κά εν Χρι­στώ κοι­νω­νί­α (βλ. LG, 1) και ταυ­τόχρο­να πα­γκό­σμιο μυ­στή­ριο σωτη­ρίας» (βλ. LG, 48).
 
Βέ­βαια δεν εί­ναι και τό­σο πα­ρή­γο­ρο να μι­λά­με για α­να­νε­ω­τι­κή τά­ση το ό­τι, επι­τέ­λους, αρχί­ζου­με και παίρνουμε στα σο­βα­ρά την Εκ­κλη­σί­α ως «μυ­στή­ριο κοινωνί­ας» και όχι α­πλώς ως ιε­ραρχη­μέ­νη πυ­ρα­μι­δο­ει­δής «τέ­λεια κοι­νό­τη­τα» στην οποί­α οι λα­ϊ­κοί βρί­σκο­νται στη βά­ση της πυ­ρα­μί­δας και το Ιερατείο στην κο­ρυ­φή! Κά­λιο αρ­γά πα­ρά πο­τέ... Αυ­τό, ό­μως, που πρέ­πει να υ­πο­γραμ­μί­σου­με ε­δώ, εί­ναι ό­τι αυ­τό το μυ­στή­ριο κοι­νω­νί­ας που εί­ναι η Εκ­κλη­σί­α, δεν πα­ρα­μέ­νει μια α­φη­ρη­μέ­νη ιδέ­α αλ­λά το­πο­θε­τεί­ται στο χωροχρόνο της ση­με­ρι­νής μας κοινω­νί­ας με τους πό­θους της, τις α­νά­γκες της και τα προ­βλή­μα­τά της. «Νέ­ες κα­ταστά­σεις, εκ­κλη­σια­στι­κές, κοι­νω­νι­κές, οι­κο­νο­μι­κές, πο­λι­τι­κές και μορ­φω­τικές, α­παι­τούν σή­με­ρα με ι­διαί­τε­ρη δύ­να­μη, την δρά­ση των πι­στών λα­ϊ­κών»  (Πα­ραί­νε­ση "Christifideles laici", αρ. 3.)  και α­παι­τούν, συ­νε­πώς, την αντί­λη­ψη και την πραγ­μα­το­ποί­η­ση αυ­τής της δρά­σης στα πλαί­σια μιας Εκ­κλησί­ας που συλ­λαμ­βά­νε­ται και βιώ­νε­ται ως «μυ­στή­ριο κοι­νω­νί­ας».
 
Με­ρι­κά «ση­μεί­α των και­ρών» και «χα­ρί­σμα­τα» του Πνεύ­μα­τος που χαρακτήρι­σαν και εξακολουθούν να χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τη ζω­ή της Εκ­κλη­σί­ας στη μετασυ­νο­δι­κή περί­ο­δο, ώ­θη­σαν τη Σύ­νο­δο των Ε­πι­σκό­πων του 1987 και την Παραίνε­ση «Christifideles laici», να αξιο­ποι­ή­σουν το γε­γο­νός της Εκ­κλη­σί­ας ως «μυστή­ριο κοι­νω­νί­ας». Ο Πά­πας υ­πενθυ­μί­ζει την ε­μπει­ρί­α κοι­νω­νί­ας και δια­κο­νί­ας που αυ­τά τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια έχουν ε­μπλου­τί­σει τη ζω­ή της Εκ­κλη­σί­ας και κυ­ρί­ως το ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο αυ­ξα­νό­με­νο φαι­νό­με­νο εκείνων των λα­ϊ­κών που συγκεντρώνο­νται σε κοι­νό­τητες «τό­σο που μπο­ρού­με να μι­λή­σου­με για μί­α νέ­α συνενω­τι­κή ε­ποχή των λα­ϊ­κών» (Πα­ραί­νε­ση "Christifideles laici", αρ. 29).
 
ΟΙ ΛΑ­Ϊ­ΚΟΙ ΚΑΙ Η ΕΚ­ΚΛΗ­ΣΙΟ­ΛΟ­ΓΙ­Α ΤΗΣ ΚΟΙ­ΝΩ­ΝΙ­ΑΣ
 
Στα πλαί­σια αυ­τής της εκ­κλη­σιο­λο­γί­ας της κοι­νω­νί­ας, η Πα­ραί­νε­ση «Christifideles laici» προ­σπα­θεί να βρει το κλει­δί της ερ­μη­νεί­ας της φύ­σης και της απο­στο­λής του λα­ϊκού:  «Μό­νο μέ­σα στο μυ­στή­ριο της Εκ­κλη­σί­ας ως μυ­στή­ριο κοινω­νί­ας, α­πο­κα­λύ­πτε­ται η ταυτό­τη­τα των χρι­στια­νών λα­ϊ­κών, το πρω­ταρχι­κό αξίωμά τους. Και μό­νο στα πλαί­σια αυ­τού του α­ξιώ­μα­τος μπο­ρού­με να προσδιορίσου­με την κλή­ση τους και την α­πο­στο­λή τους μέ­σα στην Εκ­κλη­σί­α και στον κόσμο» (Πα­ραί­νε­ση "Christifideles laici", αρ. 8).
 
Πράγ­μα­τι, η ταυ­τό­τη­τα και η ει­δι­κή κλή­ση των λα­ϊ­κών δεν μπο­ρούν να εννοηθούν και να βιω­θούν πα­ρά μέ­σα στα δια­προσω­πι­κά πλαί­σια ή τη «συσχέ­τι­ση» των προ­σώ­πων που α­πο­τε­λούν τη χρι­στια­νι­κή κοι­νό­τη­τα. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι η ταυτότη­τα και η κλή­ση των λα­ϊ­κών πρέ­πει ν' α­ναζη­τη­θεί ταυ­τόχρο­να α­πό το κοι­νό που ε­νώ­νει όλους τους χρι­στια­νούς και α­πό το ει­δι­κό χά­ρι­σμα που χα­ρα­κτη­ρί­ζει κά­θε πι­στό και τον κα­θι­στά μέ­σα στην κοινό­τη­τα μο­να­δι­κό και α­να­ντι­κά­τα­στα­το μέ­λος του σώ­μα­τος.
 
Α­πό τη στιγ­μή που αυ­τή εί­ναι η σω­στή ερ­μη­νευ­τι­κή διά­στα­ση της Εκ­κλη­σί­ας μέ­σα στην ο­ποί­α το­πο­θε­τεί­ται η κλή­ση και η α­πο­στο­λή των λα­ϊ­κών, γί­νε­ται κατανοητό πως αφ' ε­νός, μέ­σα στο μο­να­δι­κό λα­ό του Θε­ού «κοι­νό εί­ναι το α­ξί­ω­μα των με­λών εξ’ αι­τί­ας της α­να­γέν­νη­σής τους εν Χρι­στώ, κοι­νή η χά­ρη των παι­διών [του Θε­ού], κοι­νή η κλή­ση για την α­γιό­τη­τα, μια μό­νο σω­τη­ρί­α, μια μό­νο ελ­πίδα και α­διά­σπα­στη α­γά­πη» (Βλ. LG, 32 - Πα­ραί­νε­ση "Christifideles laici", αρ. 15). Αφετέρου, «το κοι­νό α­ξί­ω­μα που προ­έρχε­ται α­πό το βά­φτι­σμα, προσλαμ­βά­νει στους χρι­στια­νούς λα­ϊ­κούς μια ι­διό­τη­τα που το ξεχω­ρίζει, χω­ρίς ω­στό­σο να το χω­ρί­ζει, α­πό τους πρε­σβυ­τέ­ρους, τους μο­ναχούς και τις μο­ναχές» (Christifideles laici αρ. 15).
 
Ως μέ­λος της Εκ­κλη­σί­ας-μυ­στή­ριο - κοινωνίας , ο «λα­ϊ­κός» δεν εί­ναι πα­ρά ο χρι­στια­νός εν­σω­μα­τω­μέ­νος, με το βά­φτι­σμα  στο μυ­στή­ριο της Α­γί­ας Τριά­δας.  Ακριβώς γι' αυ­τό το λό­γο ­συμ­με­τέχει, ου­σια­στι­κά, στο ιε­ρα­τι­κό, προ­φη­τι­κό και βασιλι­κό α­ξί­ω­μα του Χρι­στού , α­ξί­ω­μα που τον κα­θι­στά «χρι­στια­νό», κι ε­πο­μέ­νως «κα­λε­σμέ­νο», απ' την ί­δια τη χρι­στια­νι­κή του υπό­στα­ση, να ζή­σει μια ζω­ή «ά­για», εννο­ώ­ντας μ' αυ­τή τη λέ­ξη να συμ­με­τέχει πλή­ρως στη ζω­ή του Θε­ού, που θέ­λει να αυ­το­επικοινωνήσει μαζί  με τον βα­φτι­σμέ­νο (αρ. 16-17). Αυ­τό ση­μαί­νει, υπογραμμίζει η Πα­ραί­νε­ση, ό­τι ο «λα­ϊ­κός» «όχι μό­νο α­νή­κει στην Εκ­κλη­σί­α, αλ­λά είναι η Εκ­κλη­σί­α (αρ. 9). Ε­πο­μέ­νως, «α­κρι­βώς για­τί η συμ­με­τοχή των λα­ϊ­κών στο τρι­πλό α­ξί­ω­μα του Χρι­στού προ­έρχε­ται α­πό την εκ­κλη­σια­στι­κή κοι­νω­νί­α, α­παι­τεί να το ζή­σουν στην κοι­νω­νία και για την ε­παύ­ξη­ση της κοι­νω­νί­ας» (αρ. 14).
 
 
ΟΙ ΛΑΪΚΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝ ΣΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 
Απ' ό­τι προ­σπα­θή­σα­με να συ­νο­ψί­σου­με μέχρι ε­δώ, προ­κύ­πτει η «συνυπευθυνό­τη­τα» των χρι­στια­νών λα­ϊ­κών στην ιε­ρα­πο­στο­λή της Εκ­κλη­σί­ας. Πράγ­μα­τι η εκ­κλη­σια­στι­κή κοι­νω­νί­α «α­ντι­προ­σω­πεύ­ει την πη­γή και ταυ­τόχρο­να τον καρ­πό της ιε­ρα­πο­στο­λής: η κοι­νω­νί­α εί­ναι ιε­ρα­πο­στο­λι­κή και η ιε­ρα­πο­στο­λή εί­ναι κοι­νω­νί­α» (Christifideles laici αρ. 32). «Η κοινω­νί­α πα­ρά­γει κοι­νω­νί­α και διαμορφώνε­ται ου­σια­στι­κά ως ιε­ρα­πο­στο­λι­κή κοι­νω­νί­α». Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι η ιεραπο­στο­λι­κή δρά­ση των λα­ϊ­κών α­πο­τε­λεί μέ­ρος της ου­σια­στι­κής α­πο­στο­λής της Εκ­κλη­σί­ας που συ­νί­στα­ται να δια­κη­ρύξουν σε ό­λους τη θέ­λη­ση του Θε­ού να «κοινωνή­σει» με τον άν­θρω­πο.
 
Ο λαϊκός χριστιανός μέσα στον κόσμο, με την καθημερινή μαρτυρία στον τόπο εργασίας του και γενικά στις διάφορες καθημερινές δραστηριότητες του, συμβάλλει με την εξάσκηση της πίστης και της αγάπης, στην ωρίμανση της βασιλείας του. Άλλωστε, ακόμα και στην πολιτική μπορεί να εμπλακεί ο λαϊκός: «Η υ­πη­ρε­σί­α της κοι­νω­νί­ας πραγ­μα­το­ποιεί­ται με διά­φορους τρό­πους, που προέρχονται ό­λοι απ' αυτή τη χρι­στια­νι­κή α­γά­πη προς τον πλη­σίον, που παίρ­νει πα­λαιές και νέ­ες μορ­φές για να προ­σαρ­μό­ζε­ται στις πιο ποικί­λες α­παι­τή­σεις. Αυ­τή η χρι­στια­νι­κή α­γά­πη εί­ναι που εμ­ψυχώ­νει και υ­πο­βαστά­ζει μια πο­λύ προ­σεκτι­κή και δρα­στή­ρια αλ­λη­λεγ­γύ­η προς την ο­λό­τη­τα των α­ναγκών του αν­θρώ­που...
 
Η χρι­στια­νι­κή α­γά­πη, ε­πι­πλέ­ον, δεν μπο­ρεί να χω­ρι­στεί α­πό τη δι­καιο­σύ­νη, και με αυ­τή την έν­νοια οι λα­ϊ­κοί πι­στοί δεν μπο­ρούν α­πο­λύτως να αρ­νη­θούν να συμμε­τέχουν στην πο­λι­τι­κή ζω­ή, για την ε­πί­τευ­ξη του κοινού κα­λού, δηλ. του κα­λού ό­λων των αν­θρώ­πων και του κά­θε αν­θρώ­που» (Πα­ραί­νε­ση "Christifideles laici", αρ. 41 και 42).
 
 
 
 
 Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος
 
 
Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian