«Ποιος είναι ο Ιερέας;» του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΙΕΡΕΑΣ;
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει, σήμερα, η Καθολική Εκκλησία, και όχι μόνο εκείνη, είναι η  έλλειψη ανθρώπων που να ανταποκρίνονται στο κάλεσμα του Θεού, για να υπηρετήσουν τους αδελφούς τους, ως πρεσβύτεροι (ιερείς) της Εκκλησίας. Συχνά, οι ίδιοι οι ιερείς αναρωτιούνται ποιος είναι ο ρόλος τους μέσα στην Εκκλησία και μέσα σε μια εκκοσμικευμένη κοινωνία. Μήπως ο ιερέας είναι ένας άνθρωπος για να χορηγεί μονάχα τα ιερά μυστήρια; Μήπως είναι ένα είδος κοινωνικού λειτουργού για να συνδράμει στις ανάγκες του κόσμου;  Είναι ο ιερέας-εργάτης, όπως αυτοί της Γαλλίας στην δεκαετία του 60’; Είναι ο επαναστάτης-ιερέας, όπως κάποιοι ιερείς της Λατινικής Αμερικής; Εντέλει ποιος είναι ο ιερέας ή μάλλον, πώς πρέπει να είναι ο ιερέας, σύμφωνα με το κάλεσμα του Θεού;        
Η φύση του ιερέα εξαρτάται από το πώς συλλαμβάνουμε την εικόνα του Θεού όπως μας την αποκάλυψε ο Χριστός και ταυτόχρονα  από το πώς αντιλαμβανόμαστε και ζούμε την Εκκλησία ως μυστήριο κοινωνίας. Δηλαδή, η σωστή αντίληψη της Ιεροσύνης εξαρτάται από τη σωστή ιδέα περί του Θεού και της Εκκλησίας. Η ιεροσύνη, είναι καθαρά πρόβλημα «θεολογικό» (στην κυριολεξία η λέξη αφορά στο Θεό) και «εκκλησιολογικό» (αφορά στην κοινότητα, στην Εκκλησία).
 
Αναμφισβήτητα η ιερατική διακονία έχει ωφεληθεί τόσο από τις εκκλησιολογικές διατυπώσεις της Β’ Συνόδου του Βατικανού όσο και από τις βιβλικές μελέτες, γύρω από τα «διακονήματα» ή «υπουργήματα», όπως στην αποστολική παράδοση ονομάζονται τα «αξιώματα» μέσα στην Εκκλησία. Σήμερα έχει επιτευχτεί  μία εννοιολογική μετακίνηση, σ’ ό,τι αφορά στο Ιερατείο, εν σχέση με τη Σύνοδο του Τρέντο, καθώς από την «ιεροσύνη» περάσαμε στα «διακονήματα», από το «αξίωμα» περάσαμε στο «χάρισμα» υπέρ της Εκκλησίας, από τον «ιερέα» περάσαμε στον «πρεσβύτερο». Θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε αυτήν την προοδευτική αλλαγή, σχετικά με το ποιος είναι παραγοντικά ο ιερέας, βασιζόμενοι  στην ιστορία, στην Βίβλο και στην Β’ Σύνοδο του Βατικανού.
 
Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΓΚΑΙΝΙΑΖΕΙ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΙΕΡΑΤΕΙΟ
 
Ο ερχομός του Ιησού αποτελεί και το τέλος του ιουδαϊκού Ιερατείου. Από την ανθρώπινη καταγωγή του ο Ιησούς, δεν προέρχεται από την ιερατική οικογένεια και φυλή (την φυλή του Ααρών και Λευϊ) και δε διάλεξε ως Απόστολο, ούτε έναν από αυτές τις ιερατικές οικογένειες ή από τους ιερείς του Ναού.
 
Ο Ιησούς διδάσκει ότι η λατρεία είναι πνευματική και δεν είναι συνδεμένη με πρόσωπα, τόπους ή πράγματα (βλ. Ιω. 4,19-25). Για την Καινή Διαθήκη η λατρεία αποτελείται από την προσφορά του εαυτού μας στο Θεό (βλ. Ρωμ. 12,1 και Εβρ. 13,15-17,20-21). Αυτοί που είχαν μεταστραφεί από τον ιουδαϊσμό και κυρίως οι λευίτες και οι ιερείς, αισθάνονταν απογοήτευση μέσα στην πρωτοχριστιανική κοινότητα. Νοσταλγούσαν τις μεγαλοπρεπείς τελετές του ναού και η νεοφώτιστη πίστη τους κλονίζονταν. Σ’ αυτούς απευθύνεται η προς Εβραίους επιστολή, η οποία υπογραμμίζει με δύναμη ότι, στη Νέα Διαθήκη ο μοναδικός ιερέας και η μοναδική θυσία αποτελείται από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Η θυσία του Χριστού είναι μοναδική και ανεπανάληπτη (Βλ. 1 Τιμ. 2,5). Το γεγονός αυτό καθιστά περιττό το ιουδαϊκό λατρευτικό Ιερατείο και δίνει εντελώς διαφορετική φυσιογνωμία στην Ιεροσύνη της Εκκλησίας που εγκαινίασε ο Χριστός. Για μερικούς ακούγεται παράξενη η ακόλουθη διατύπωση: Στον Χριστιανισμό δεν υπάρχουν πια ιερείς, ένας μόνος είναι ο Ιερέας, ο Ιησούς, ο μοναδικός Μεσίτης της Σωτηρίας μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Όλοι οι χριστιανοί συμμετέχουν σε αυτό το μοναδικό ιερατείο του Χριστού αλλά με διαφορετικό τρόπο, σύμφωνα με το σκοπό για τον οποίο τους κάλεσε ο Θεός (Βλ. Προς Ρωμαίους 5, 1  Εφ. 2,6.18  3,12). Αυτή τη νέα και τελείως διαφορετική φυσιογνωμία της χριστιανικής Ιεροσύνης θα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε περαιτέρω. 
 
ΒΙΒΛΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ
 
Η Καινή Διαθήκη για να καθορίσει την αποστολή και τα χαρίσματα  των μαθητών στην Εκκλησία, μεταχειρίζεται συχνά τη λέξη «διακονία» (Εβραϊκά «αβόντα») που προφανώς σημαίνει «υπηρεσία». Η χριστιανική διακονία δεν περιορίζεται στην φιλανθρωπία, έχει ένα πιο βαθύ νόημα. Την κατέχει μια δική της δυναμική κι ένας δικός της νόμος, που τείνει να οδηγήσει αυτή τη «διακονία» σ’ ένα ολοκληρωτικό δόσιμο στην κοινότητα των χριστιανών, στην Εκκλησία. Αυτό το «δόσιμο» των χριστιανών θα αποτελέσει την ουσία εκκλησιαστικής κλήσης μέσα στην κοινότητα.
 
Η «διακονία» θα αποτελέσει ένα καινούριο λειτούργημα μέσα στην Εκκλησία και προϋποθέτει μία ριζική αλλαγή («μετάνοια») από αυτόν που είναι καλεσμένος να εξασκήσει αυτό το λειτούργημα. Εκείνος που καλείται από το Θεό σε ένα τέτοιο  λειτούργημα πρέπει να ζει στον κόσμο απαλλαγμένος από συμφέροντα και να είναι συνεχώς προσκολλημένος στο Χριστό, το μοναδικό Κύριο του κόσμου και μοναδική πηγή των διακονημάτων: «Αυτός  [ο Θεός] όρισε μερικοί να είναι απόστολοι, άλλοι προφήτες, άλλοι ευαγγελιστές, άλλοι ποιμένες και διδάσκαλοι, για να καταστήσει ικανούς τους αδελφούς να εκπληρώσουν τη διακονία, για την οικοδομή του σώματος του Χριστού» (Εφ. 4,11-12).
 
Ο «ΔΙΑΚΟΝΟΣ» ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΣΚΕΙ ΚΑΙ  ΜΙΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ  «ΕΞΟΥΣΙΑ»
 
Εκείνοι που ασκούν τη διακονία μέσα στην Εκκλησία είναι απεσταλμένοι και αντιπρόσωποι του Χριστού. Τα λόγια του Χριστού: «Όποιος ακούει εσάς, εμένα ακούει κι αυτός που περιφρονεί εσάς, περιφρονεί εμένα» (Λκ 10,16), αν και απευθύνονται σ’ όλους τους μαθητές του Χριστού, εντούτοις δεν παύουν να έχουν μια ιδιαίτερη σημασία για τους διακονούντες την Εκκλησία. Η παρουσία του Χριστού μεταξύ των μαθητών του, εξασφαλίζει σ’ αυτούς μία εξουσία που εξασκούν στο όνομά του. Η εξουσία όμως αυτή έχει νόημα μόνο όταν την χαρακτηρίζει η ταπείνωση και πάντοτε το πνεύμα υπηρεσίας: «Εάν κάποιος θέλει να είναι πρώτος, πρέπει να είναι ο τελευταίος όλων και υπηρέτης όλων» (Μκ. 9,35).
 
Η εξουσία στην Εκκλησία διαφέρει απόλυτα από την εγκόσμια, που την ασκούν με τη χρήση της βίας και της δύναμης. Είναι εξουσία μόνο και εφόσον επαγγέλλεται το Λόγο, που είναι «δύναμη Θεού». Ο σκοπός της εξουσίας αυτής είναι η σωτηρία του ανθρώπου, γι’ αυτό εκείνοι που την  ασκούν μέσα στην Εκκλησία δεν μπορούν να επιβληθούν με εξωτερικές πιέσεις, διότι ο άνθρωπος δέχεται την εξουσία αυτή εσωτερικά, στα πλαίσια της ελευθερίας του πνεύματος, από αγάπη.
 
Ωστόσο, μέσα σ’ αυτά τα γνήσια εκκλησιολογικά πλαίσια, η εξουσία των «διακόνων» δεν παύει ν’ ασκείται με μια κάποια δύναμη. Τα λόγια του Χριστού προς τους Αποστόλους  μας το επιβεβαιώνουν. Έτσι π.χ. όταν στο τελευταίο δείπνο τους λέει «Τούτο ποιείτε εις την εμίν ανάμνησιν» μεταδίδει στους Αποστόλους του και στους διαδόχους του την «εξουσία» να αναβιώνουν ανά τους αιώνας την «ανάμνηση» του Πασχαλινού του Μυστήριου. Επίσης, όταν μετά την Ανάστασή του ο Κύριος λέει στους Αποστόλους του: «Μου δόθηκε πλήρης εξουσία στον ουρανό και στη γη. Πηγαίνετε λοιπόν και κάνετε όλα τα έθνη μαθητές μου» (Μτ. 28,18), τους καθιστά  μάρτυρες και αγγελιοφόρους της σωτηρίας, ως τα πέρατα της γης, για ολόκληρη τη διάρκεια της ιστορίας, μέχρι την ένδοξη επάνοδό Του.
 
ΑΠΟ ΤΑ «ΔΙΑΚΟΝΗΜΑΤΑ» ΣΤΟ «ΙΕΡΑΤΕΙΟ»
 
 Στην Καινή Διαθήκη, μαζί με το Βάπτισμα και την Ευχαριστία, βρίσκουμε μια άλλη, ζωτικής σημασίας, πράξη για την Εκκλησία: πρόκειται για την εκλογή και τον ορισμό ενός προσώπου που είναι καλεσμένος να εξασκήσει ένα εκκλησιαστικό διακόνημα, κι αυτό επιτελείται με μια χειροθεσία και μια επίκληση, που μεταδίδει τη χάρη της διακονίας. Η εκλογή του Ματθία γίνεται μέσα σ’ ένα τελετουργικό πλαίσιο (βλ. Πράξ. 1,15-26). Οι επτά διάκονοι διορίζονται από τους Αποστόλους με την προσευχή και με την «επίθεση των χεριών». Ο Απόστολος Παύλος στις διάφορες πόλεις που κηρύττει, τοποθετεί στην κοινότητα, ως πρεσβύτερους, μερικούς άντρες με την επίθεση των χεριών (Βλ. το «χειροτονίσαντες» στις Πράξεις των Αποστόλων 14,23).
 
Οι Ποιμαντικές επιστολές του Αγίου Παύλου  (Προς Τιμόθεο Α’ και Β’, προς Τίτον)  μας αποκαλύπτουν κάτι επιπλέον. Ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται σε ένα ιδιαίτερο χάρισμα του Θεού που πρέπει «ν’ αναζωπυρωθεί» και που γίνεται παρόν, εξαιτίας της επίθεσης των χεριών. (βλ. Β’ Τιμ. 16 και Α’ Τιμ. 4,14). Στον Άγιο Τίτο υπενθυμίζει, ότι του έχει δώσει ήδη εντολή να εγκαταστήσει πρεσβυτέρους (Τίτος 1,5).
 
Η χειρονομία της επίθεσης των χεριών προέρχεται από τον ιουδαϊσμό και μπορεί να σημαίνει ευλογία (Πράξ. 8,17) ή μετάδοση μίας αποστολής (Πράξ. 19,3).
 
Η αποστολή αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνίσταται στη διακονία μίας ορατής καθοδήγησης της χριστιανικής κοινότητας, στη διάδοση και υπεράσπιση του κηρύγματος των αποστόλων και στη λειτουργική υπηρεσία (Βλ. Α’ Τίτου 4,13 5,20-22 Ιακ. 5, 14-15....). Στην αρχή, λοιπόν, τα διακονήματα χαρακτηρίζονται από μια χαρισματική διάσταση και κυρίως τη διάσταση υπηρεσίας  (διακονίας), που  μας υπενθυμίζει το ολοκληρωτικό δόσιμο του «Δούλου του Γιαχβέ» (βλ. Ησ. 50,1-10). 
 
Αυτά τα χαρακτηριστικά επιβεβαιώνονται και στα αμέσως μετά, αποστολικά γραπτά  (βλ. Α’ επιστολή του Κλήμεντος Ρώμης (88-97 ή 92-101), Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων (2ος μ.Χ. αιώνας),  ο Ποιμήν του Ερμά (2ος μ.Χ. αιώνας) .
 
Ο Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας (30 περίπου – 107) μας παρουσιάζει ήδη μια δομή της Εκκλησίας αρκετά οργανωμένη. Ο επίσκοπος αποτελεί το κέντρο της κοινότητας, όσον αφορά την πειθαρχία, τη διδασκαλία και τη λατρεία. Οι πρεσβύτεροι είναι οι συνεργάτες του επισκόπου και αποτελούν το πρεσβυτέριο. Οι διάκονοι παρουσιάζονται, για πρώτη φορά, ως ξεχωριστή οντότητα, με μια διακονία που αφορά κυρίως την Αγία Ευχαριστία.
 
Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε πως στην εποχή αυτή, εκείνο που χαρακτηρίζει το Ιερατείο ήταν η προφητική και αποστολική διακονία του Λόγου και η ποιμαντική αποστολή που έχει ως σκοπό να διατηρήσει την ενότητα της κοινότητας.
 
Με την εμφάνιση των πρώτων αιρέσεων, όπως οι γνωστικοί, υπογραμμίζεται περισσότερο η διδακτική αποστολή του ιερέα για να διατηρηθεί η γνησιότητα του αποστολικού κηρύγματος. Αυτό όμως φέρνει σιγά σιγά την ανάγκη να υπογραμμιστεί περισσότερο η θεσμική διάσταση της Ιεροσύνης, με συνέπεια να γίνει υποτονικός ο χαρισματικός χαρακτήρας της. Με άλλα λόγια δεν επισημαίνεται αρκετά ότι η Ιεροσύνη είναι στην ουσία της ένα διακόνημα δοσμένο από το Άγιο Πνεύμα για την οικοδόμηση της Εκκλησίας. Ένας δεν γίνεται ιερέας για τον εαυτόν του, αλλά ουσιαστικά για την κοινότητα. Έτσι σιγά σιγά, περνάμε από το χαρισματικό διακόνημα του «πρεσβυτέρου» στο θεσμικό του «ιερατείου» με όλες τις συνέπειες. 
 
Η Β’ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ
 
 Τα σπουδαία ντοκουμέντα της Δευτέρας Συνόδου του Βατικανού,  η Δογματική Διάταξη «Περί Εκκλησίας», Lumen Gentium (Φως των Εθνών), και το Διάταγμα «Για την διακονία και τη ζωή των Πρεσβυτέρων» Presbyterorum Ordinis (Η τάξη των Πρεσβυτέρων) περιέχουν τα κυριότερα στοιχεία της συνοδικής διδασκαλίας γύρω από τα εκκλησιαστικά  διακονήματα. Ήδη από τους τίτλους αυτών των ντοκουμέντων μπορούμε να αντιληφθούμε πως αλλάζει ακόμα και η ορολογία και επιστρέφουμε σε πιο βιβλικές και πατερικές αντιλήψεις.    
 
Δύο είναι οι αρχές που εμπνέουν αυτήν τη διδασκαλία:
 
Χριστολογική αρχή
 
Η ιεροσύνη αποτελεί ένα ιερό σημείο της παρουσίας του Χριστού μέσα στην Εκκλησία και στον κόσμο, σχεδόν μια «ορατοποίηση», μία «διαφάνεια» του Χριστού αρχιερέα, Κεφαλής, Διδασκάλου και Ποιμένα (Βλ. Lumen Gentium, 21-27-28 και Presbyterorum Ordinis, 2-3,5-6). Ένας είναι ο ιερέας ο Ιησούς, οι άνθρωποι συμμετέχουν σε αυτήν την μοναδική ιεροσύνη ή καλύτερα την καθιστούν παρούσα. Γι’ αυτό το λόγο, ο ιερέας, όταν χορηγεί τα ιερά Μυστήρια μεταχειρίζεται φόρμουλες όπως: «Εγώ σε βαφτίζω», «Σου συγχωρώ τις αμαρτίες». Στην καθαγίαση του άρτου και του οίνου επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια του Χριστού, γιατί είναι ο ίδιος ο Χριστός που τα προφέρει. Αυτό το «εγώ» δεν αναφέρεται στον ιερέα αλλά στον ίδιο το Χριστό. Ο ιερέας «δανείζει» τη φωνή του στο Χριστό. Ας θυμηθούμε και πάλι τα λόγια του Αγίου Αυγουστίνου: «Ας βαπτίζει λοιπόν ο Πέτρος, είναι ο Χριστός που βαπτίζει· ας βαπτίζει ο Παύλος, είναι ο Χριστός που βαπτίζει· ας βαπτίζει ακόμη κι ο Ιούδας, είναι ο Χριστός που βαπτίζει» (In Io. Ev. 6, 6-8). Στην καθολική θεολογία για προσδιορίσουμε αυτήν την «αντικατάσταση» του Χριστού από τον ιερέα, λέμε ότι ο ιερέας, χορηγώντας τα ιερά Μυστήρια, ενεργεί «in persona Christi», δηλαδή μυστηριακά αντικαθιστά το πρόσωπο του Χριστού ο οποίος χορηγεί τα μυστήρια.        
 
Εκκλησιολογική αρχή
 
Το διακόνημα του πρεσβυτέρου τοποθετείται μέσα στην κοινότητα και για την κοινότητα. Γι’ αυτό, όπως ο Χριστός που καθιστά παρόν, ο πρεσβύτερος οφείλει:
  • Να κάνει όλη τη ζωή του μία Θυσία ευπρόσδεκτη στο Θεό, με την πίστη, ελπίδα και αγάπη (ιερατική διάσταση της χριστιανικής ζωής).
  • Να είναι προφητικά στρατευμένος για να ζήσει προσωπικά και κοινωνικά το ευαγγελικό μήνυμα (προφητική διάσταση).
  • Με το βασιλικό λειτούργημα, να συμβάλλει, με τη δύναμη της αγάπης, ώστε να υποχωρήσουν όλο και περισσότερο οι αποσυνθετικές δυνάμεις της αμαρτίας και του θανάτου (βασιλική διάσταση).
 
Όλα αυτά, βέβαια, χαρακτηρίζουν και κάθε χριστιανό, εντούτοις  βρίσκουν στα ειδικά εκκλησιαστικά διακονήματα την ύψιστη πραγματοποίησή τους (Βλ. Lumen Gentium, 18 και 30 και κυρίως όλο το 11 κεφάλαιο).
Από αυτές τις αρχές, βγαίνει, ως πρώτο συμπέρασμα, ότι τα εκκλησιαστικά διακονήματα δεν είναι απόλυτα και ανεξάρτητα, αλλά «σχετικά». Πρέπει, δηλαδή, να τα αντιληφθούμε εν σχέσει με την Ιεροσύνη του Χριστού και με την κοινή Ιεροσύνη των βαφτισμένων μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας. Μ’ αυτήν την προοπτική, η «εξουσία» που χορηγεί ο Χριστός και είναι συνδεδεμένη με την Ιεροσύνη, δεν μπορεί να είναι παρά διακονία για τους πιστούς και κοινωνία με τους πιστούς. Έτσι η «ιερά εξουσία» αποκτά και πάλι την πρωταρχική της έννοια που συνίσταται στο να βοηθά τους αδελφούς ν’ αυξήσουν τα χαρίσματα που χορηγεί το Πνεύμα το Άγιο (Βλ. Presbyterorum Ordinis, 2 και 9).
 
Η αφετηρία των εκκλησιαστικών διακονημάτων αποτελείται από τη χειροτονία (Βλ. Lumen Gentium, 21 και 28). Ο χειροτονημένος με το δώρο μιας ιδιαίτερης και μόνιμης χάρης (είναι ιερέας για πάντα), συμμετέχει σ’ ολόκληρη τη σωστική δράση του Χριστού. Η χάρη της χειροτονίας δεν περιορίζεται μόνο στην Ευχαριστία, πρόκειται για ένα χάρισμα, μέσω του οποίου, καθοδήγηση, καθαγίαση και αποστολή είναι στενά συνδεδεμένες και αλληλοεξαρτώμενες. Χειροτονείται κανείς όχι απλώς για να είναι κάτι (οντολογική διάσταση), αλλά και για να κάνει κάτι, να «διακονεί» (δυναμική διάσταση). Η χειροτονία καθιστά τον άνθρωπο ικανό για όλο το φάσμα της αποστολής και του ευαγγελισμού, για το κήρυγμα του Λόγου, από τον οποίον προέρχεται η πίστη και η μετάνοια, για την καθοδήγηση της κοινότητας, τη μαρτυρία της αγάπης και της αγαθοεργίας, τη χορήγηση των Μυστηρίων, με αποκορύφωμα την Ευχαριστία. Η Ευχαριστία καθιστά  το κέντρο της αποστολής του πρεσβυτέρου (Βλ. Lumen Gentium, 17, 28, Sacrosantum Concilium, 19, Ad Gentes, 39, Presbyterum Ordinis, 2-6).
Αυτό όμως έχει σημασία, μόνον εάν η Ευχαριστία εκφράζει, όχι μόνο τη θυσία του Χριστού, αλλά και το λειτουργικό αποκορύφωμα της πνευματικής θυσίας ολόκληρης της ζωής του χριστιανού: «Με τη διακονία των Ιερέων ολοκληρώνεται η πνευματική θυσία των πιστών, ενωμένη με τη θυσία του Χριστού, μοναδικού Μεσίτη, η οποία προσφέρεται αναίμακτα και μυστηριακά στη Θεία Ευχαριστία, από τα ιερατικά χέρια, στο όνομα όλης της Εκκλησιάς, μέχρις ότου έλθει ο ίδιος ο Κύριος. Προς αυτήν κατευθύνεται κι εκεί ολοκληρώνεται η διακονία των Ιερέων. Αρχίζοντας από το ευαγγελικό κήρυγμα, η διακονία αυτή, αντλεί τη δύναμή της και την αποτελεσματικότητά της από τη Θυσία του Χριστού» (Presbyterorum Ordinis, 2).
 
Το Μυστήριο της Ιεροσύνης είναι ένα, αλλά είναι τρεις οι βαθμοί στους οποίους κανείς συμμετέχει και το αποκορύφωμα είναι το επισκοπικό διακόνημα. Το επισκοπικό, το πρεσβυτερικό και το διακονικό διακόνημα αποτελούν μία συμμετοχή, με διαφορετικό βαθμό, στο μοναδικό ιερό Μυστήριο της Ιεροσύνης, το οποίο ανήκει στο Χριστό.
 
Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού χρησιμοποιεί μια πιο βιβλική ορολογία. Ενώ η Σύνοδος του Τρέντο μεταχειρίστηκε τη λέξη «Sacerdos» (ιερέας) για τις τρεις βαθμίδες της Ιεροσύνης, η Β’ Συνόδου του Βατικανού, με τη λέξη «ιερέας», αναφέρεται σ’ όλο το Λαό του Θεού ενώ, για τα ειδικά εκκλησιαστικά διακονήματα μεταχειρίζεται την ακόλουθη ορολογία: «επίσκοπος», «πρεσβύτερος», «διάκονος», που μαζί αποτελούν τα «εκκλησιαστικά διακονήματα».
 
ΣΥΝΘΕΣΗ
 
Απ’ ότι αναφέραμε ως τώρα, είμαστε σε θέση να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα:
 
Πρώτ’ απ’ όλα η Ιεροσύνη είναι μία εμπειρία ζωής, όπως για τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτό σημαίνει ότι,  πρεσβύτερος υπαρξιακά, γίνεται κανείς με μία ζωή δοσμένη συνεχώς στους άλλους. Δεν είναι κανείς ιερέας μερικές στιγμές, μερικές ώρες της ημέρας, σε μερικούς τόπους, όπως π.χ. στην Εκκλησία, αλλά παντού και πάντοτε. Ο Ιησούς είναι ιερέας ακριβώς διότι δίνεται, προσφέρεται στον Πατέρα και στους ανθρώπους και μόνο στο τέλος μίας ζωής, κατά τη διάρκεια της οποίας δόθηκε ολοκληρωτικά, έλαβε όλη τη σημασία της η «ευχαριστιακή πράξη» που τέλεσε «πριν το πάθος του» στο Μυστικό Δείπνο. Ο Ιησούς δίνεται στους ανθρώπους, αλλά ταυτόχρονα, αντιπροσωπεύοντας όλους αυτούς, προσφέρεται στον Πατέρα. Η ύπαρξή του ολόκληρη, είναι στην ουσία της, ιερατική. Έτσι γίνεται ο αρχηγός μίας ιερατικής κοινότητας, της Εκκλησίας, που αποτελεί το νέο σώμα του Χριστού και την επέκταση του στο χρόνο και στο χώρο. Η Εκκλησία, λοιπόν, επειδή εξακολουθεί το έργο του Χριστού, επεκτείνει την ιερατική ύπαρξη του ως προσφορά στο Θεό και στ’ αδέλφια. Η χριστιανική κοινότητα λοιπόν, είναι στην ουσία της και διαρκώς ιερατική κοινότητα και όχι μόνο σε συγκεκριμένες στιγμές της ημέρας ή σε συγκεκριμένες πράξεις.
 
Η ιερατική εκκλησιαστική ύπαρξη της κοινότητας εκφράζεται και με σημεία (τα ιερά Μυστήρια). Η Εκκλησία, έχει ανάγκη από αισθητά σημεία για να μπορέσει ν’ αντιληφθεί πότε πραγματοποιούνται, για μας σήμερα, οι σωτήριες πράξεις και τα λόγια του Χριστού.
 
Αυτές όμως οι τελετουργικές πράξεις έχουν σημασία, όχι μόνο όταν εκφράζουν αυτό που έκαμε ο Χριστός, για τη χριστιανική κοινότητα, αλλά κι’ αυτό που κάνει η κοινότητα για το Χριστό. Στη τελετουργική πράξη πρέπει να συναντιούνται, αυτό που ο Θεός δίνει σε μας εν Χριστώ κι’ αυτό που εμείς δίνουμε στο Θεό μέσω του Χριστού. Όλη η Εκκλησία είναι υπεύθυνη γι’ αυτά τα σημεία, μέσω των οποίων εκφράζεται η ιερατική της ύπαρξη.
 
Στην Εκκλησία όμως υπάρχουν μερικοί, που έχουν μία ιδιαίτερη υπευθυνότητα, για να διατηρηθεί η ενότητα του σώματος. Κάθε χριστιανός είναι «alter Christus» ( ένας άλλος Χριστός),  η ιερατική χειροτονία, ωστόσο, χορηγεί  σ’ έναν άνθρωπο το χάρισμα να προΐσταται στην εκκλησιαστική σύναξη και του μεταδίδει, επίσης, το χάρισμα να γίνεται σημείο της παρουσίας του Χριστού ποιμένα μεταξύ της χριστιανικής κοινότητας. Ο ιερέας δεν συμβολίζει απλά το Χριστό, αλλά είναι αποτελεσματικό σημείο (ζωντανό - ιερό μυστήριο, μέσα στα μυστηριακά πλαίσια της Εκκλησίας) του Χριστού προφήτη, ποιμένα και ιερέα. Καθιστά πραγματικά παρών τον Ιησού και τα γεγονότα της ζωής του, μέσα στα λειτουργικά πλαίσια (βλ. το κείμενο μας σε αυτήν τη σελίδα: «Είναι αλήθεια: ο Χριστός γεννιέται, ξανασταυρώνεται, ανασταίνεται, κηρύττει το ευαγγέλιο  και σήμερα όπως άλλοτε» (Βλ. στο facebook τις σελίδες της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Κερκύρας, Νάξου – Τήνου (kantam.gr) και την ιστοσελίδα της Καθολικής Επισκοπής Σύρου).
 
Το ιερατικό διακόνημα οφείλει την ύπαρξή του στην επέμβαση του Χριστού και της κοινότητας, μέσω του μυστηρίου της Ιεροσύνης. Η ταυτόχρονη επέμβαση του Χριστού και της κοινότητας είναι αναγκαία, γιατί ο επίσκοπος, ο πρεσβύτερος  και ο διάκος πρέπει ν’ αποτελούν το σημείο ενότητας του Χριστού Κεφαλής, Καλού Ποιμένα, με την κοινότητα που είναι το Σώμα του Χριστού. Κατά κάποιο τρόπο ο πρεσβύτερος αποτελεί το μυστηριακό σημείο της γαμήλιας ένωσης του Χριστού με την κοινότητα και εκείνης με το Χριστό. Γι’ αυτό, στο μυστήριο της ιεροσύνης είναι ουσιαστική η επέμβαση του Χριστού μέσω της επίκλησης του Παναγίου Πνεύματος και της επίθεσης των χεριών. Αλλά είναι, επίσης, ουσιαστική η οργανική και υπαρξιακή ενότητα του χειροτονημένου με την κοινότητα για την οποία προορίζεται.
 
 
† Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος
Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian