Logo

«Η πραγματοποίηση των Μυστηρίων του Χριστού στη Λειτουργική Ζωή της Εκκλησίας», του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη

 
Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
     
ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ: Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ, ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ, ΑΝΑΣΤΑΙΝΕΤΑΙ, ΚΗΡΥΤΤΕΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ  ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΠΩΣ ΑΛΛΟΤΕ.
 ΑΛΛΑ ΠΩΣ;
 
Για το χριστιανό όλη η ιστορία αποτελεί «Ιστορία της σωτηρίας», ή  «οικονομία» της σωτηρίας. Ο Θεός δημιουργεί τον άνθρωπο και οδηγεί τα γεγονότα της ιστορίας προς μια κατεύθυνση με σκοπό να λυτρώσει τον άνθρωπο από τη «μοναξιά» του και να τον κάνει συμμέτοχο της εσωτριαδικής του ζωής. Όλες οι επεμβάσεις του Θεού στην ιστορία, σκοπό έχουν την ένωση του Θεού με τον άνθρωπο, φτάνοντας στο αποκορύφωμα και την πλήρη πραγματοποίησή τους στο πρόσωπο του Ιησού από την Ναζαρέτ. Ο Ιησούς αποτελεί την πλήρη έκβαση του σχεδίου σωτηρίας του Θεού. Ο άνθρωπος σώζεται μονάχα εφόσον ενωθεί με τον Ιησού, μέσω των σωτήριων πράξεων της γήινης ζωής του Χριστού, κυρίως του θανάτου και της αναστάσεώς του. Οι σωτήριες πράξεις του Χριστού, για χάρη μας, μεταδίδονται, σήμερα, από την Εκκλησία μέσω των Ιερών Μυστηρίων και εν γένει μέσα στο πλαίσιο της λειτουργικής ζωής. Μία από τις κεντρικές αλήθειες της πίστης μας είναι ακριβώς αυτή: «Οι σωτήριες πράξεις του Θεού εν Χριστώ, μέσω της Εκκλησίας, φτάνουν σήμερα μέχρι εμάς για να μας σώσουν».
 
Το πρόβλημα είναι πώς και σε ποιο βαθμό αυτές οι σωτήριες πράξεις του  Χριστού οι οποίες ιστορικά συνέβησαν στο μακρινό παρελθόν, φτάνουν μέχρι εμάς, όχι συμβολικά, αλλά πραγματικά και έτσι η «εν Χριστώ Ζωή» να γίνεται η δική μας ζωή;
 
  Η σωστή αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος έχει ζωτική σημασία, γιατί απ’ αυτήν εξαρτάται το πώς θα ζήσουμε τη λειτουργική μας ζωή, πώς θα δεχθούμε τη θεϊκή προσφορά σωτηρίας και πώς θα ανταποκριθούμε σε αυτήν.
 
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΜΥΣΤΗΡΙΟ»
 
Μία βιβλικο-πατερική αντιμετώπιση του προβλήματος στο τι συνίσταται η έννοια του «μυστηρίου», άρχισε μόλις μετά τον τελευταίο πόλεμο κυρίως στο γερμανικό μοναστήρι των Βενεδικτίνων «Maria Laach» που βρίσκεται στο  Rhineland-Palatinate  και είχε ως πρωταγωνιστή τον μοναχό Dom Odon Casel (1886 -1948) και στη Γαλλία τον Louis Bouyer (1913 – 2004), Λουθηρανό θεολόγο που το 1939 μεταστράφηκε στον Καθολικισμό. 
 
Επρόκειτο για μια προσπάθεια ανανέωσης της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας, βασιζόμενη πάνω σε βιβλικές και πατερικές μελέτες. Το κίνημα αυτό ονομάστηκε «Θεολογία των μυστηρίων» («Kult mysterium thelogie»). Σήμερα όμως, μετά την Β΄ Βατικανή Σύνοδο, και κυρίως με το Διάταγμα «Περί Θείας Λατρείας» (Sacrosantum Concilium), η θεολογία αυτή έχει πάρει το χρίσμα της επισημότητας για την Καθολική Εκκλησία.
 
Το κεντρικό σημείο της «Θεολογίας των μυστηρίων» είναι η αξιοποίηση της παραδοσιακής διδασκαλίας της Εκκλησίας σχετικά με το «Πασχαλινό Μυστήριο»: Σε κάθε συγκεκριμένη λειτουργική ιεροπραξία πραγματοποιείται για μας, εδώ και τώρα, το σωτήριο έργο του Χριστού, κυρίως ο Θάνατος και η Ανάστασή του. Αυτή η πραγματοποίηση του σωτήριου έργου του Χριστού στη λειτουργική ορολογία της Εκκλησίας ονομάζεται «ιερό Μυστήριο». Η λέξη «Μυστήριο», σ’ αυτή την περίπτωση, δε σημαίνει μία ακατανόητη αλήθεια, αλλά «γεγονός» σωτηρίας, δηλαδή μία πραγματικότητα (τα γεγονότα της γήινης ζωής του Χριστού), η οποία πραγματοποιείται για μας σήμερα και έτσι μας παρέχει τη σωτηρία. Πιο συγκεκριμένα είναι μία σωτήρια πραγματικότητα που, μέσω των λειτουργικών πράξεων, μας πλησιάζει άμεσα, μας αφορά προσωπικά: Μία σωτηρία για τον καθένα από εμάς. Ο Odon Casel μας άφησε τον κλασικό ορισμό του «Μυστηρίου»: «Το μυστήριο είναι μία ιεροτελεστία που κάνει παρούσα μία σωτήρια πραγματικότητα. Η κοινότητα που τελεί αυτή την ιεροτελεστία παίρνει μέρος σ’ αυτό το σωτήριο έργο απολαμβάνοντας έτσι τη σωτηρία» (Das christiliche Kultmysterium, Regensburg, 1960, 76).
 
ΤΟ «ΜΥΣΤΗΡΙΟ» ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
 
Τη λέξη «Μυστήριο» τη βρίσκουμε συχνά στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Για τον Απόστολο των Εθνών το «Μυστήριο» είναι μία περίπλοκη πραγματικότητα η οποία, ως αντικείμενο, έχει τον ίδιο το Θεό με τις σωτήριες πράξεις, για χάρη του λαού του, στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον.
 
α) Για τον Απόστολο, το απόλυτο «Μυστήριο» είναι το σχέδιο του Θεού που ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε στους Αποστόλους, δηλαδή «το μυστήριο του θελήματος αυτού... το οποίο σχεδίασε ο ίδιος να πραγματοποιήσει κατά το πλήρωμα του χρόνου, ώστε τα πάντα, τα επουράνια και τα επίγεια, να ενωθούν εν τω Χριστώ (να ανακεφαλαιωθούν εν Χριστώ) (Εφ. 1,9-10).
 
β) Πιο συγκεκριμένα το «Μυστήριο του Θεού» είναι ο Χριστός ο ίδιος. Ο Άγιος Παύλος διεξάγει έναν σκληρό αγώνα ώστε οι Κολοσσαείς να φτάσουν «σε πλήρη γνώση του Μυστηρίου του Θεού και Πατέρα που είναι ο Χριστός, στον οποίο είναι κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως» (Κολ. 2,2).
 
γ) Ο Χριστός μας αποκάλυψε το πρόσωπο του Πατέρα (Ιω. 1,18), μας έκανε δηλαδή γνωστή την ευσπλαχνική αγάπη του Θεού για μας τους αμαρτωλούς, για τους οποίους ο Πατέρας πρόσφερε τον Υιό του στην ενσάρκωση, στο σταυρικό θάνατο και στη δόξα της αναστάσεως.
 
δ) Η επέκταση στο χρόνο και στο χώρο αυτού του μυστηρίου του Χριστού γίνεται από την Εκκλησία (Εφ. 3,9-13), με το να συναθροίσει όλους τους ανθρώπους για να δημιουργηθεί το σώμα του Χριστού (Εφ.1,33) η σύναξη αυτή γίνεται εφικτή μέσω των λατρευτικών ιερών μυστηρίων, κυρίως με το Βάπτισμα και την Αγία Ευχαριστία. Για τον Απόστολο Παύλο ακριβώς αυτό είναι το περιεχόμενο του κηρύγματος των Αποστόλων. Οι Απόστολοι πρέπει «να κάνουν γνωστό εις τους εθνικούς (με το λόγο και με τις μυστηριακές πράξεις) πόσο μεγάλος είναι ο ένδοξος πλούτος του μυστηρίου τούτου: «Να έχετε μεταξύ σας το Χριστό που είναι η ελπίδα της δόξας σας» (Κολ. 1,27) το να γίνει γνωστό το μυστήριο δεν σημαίνει απλώς μία διανοητική γνωστοποίηση μιας ειδήσεως, αλλά προσφορά στο παρόν αυτού που συνέβηκε μία φορά στο πλήρωμα του Χρόνου με την ενσάρκωση, τη ζωή, τη διδασκαλία, τα πάθη, το θάνατο και την ανάσταση του Κυρίου. 
 
ε) Το ίδιο γεγονός, ωστόσο, αναγκαστικά προεκτείνεται προς το μέλλον, προς την αποκάλυψη της δόξας που μας περιμένει με την τελική συμμετοχή μας στο σωτήριο έργο του Χριστού την ημέρα της ελεύσεώς του. «Όταν ο Χριστός που είναι η ζωή μας, φανερωθεί, τότε και σεις θα φανερωθείτε μαζί του δοξασμένοι» (Κολ.3,4).
 
ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΣΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ  ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
 
Βασιζόμενη σ’ αυτά τα κείμενα και σε πολλά άλλα της Παλαιάς Διαθήκης και των Πατέρων, η «Θεολογία των Mμυστηρίων» θεωρεί το «μυστήριο» ως ένα ενιαίο σύνολο στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ο ίδιος ο Θεός, στην έσω-Τριαδική ζωή του, το θεϊκό σχέδιο σωτηρίας, η πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου στο πρόσωπο του Χριστού, η Εκκλησία, τα λατρευτικά μυστήρια της Εκκλησίας (τα Επτά ιερά μυστήρια) και η αποπεράτωσή τους στην τελική έκβαση της Βασιλείας του Θεού. Ακόμη και όταν, κατά τη διάρκεια του Λειτουργικού έτους, ζούμε αυτό το θείο Μυστήριο χωριστά στις διαφορετικές του φάσεις (διάφορες γιορτές που αφορούν τα γεγονότα της ζωής του Ιησού), εντούτοις, κάθε μια από αυτές, τις περιέχει όλες, τις συν-πραγματοποιεί και μας καθιστά συμμέτοχους. Το απελευθερωτικό έργο του Θεού που εκδηλώθηκε στην Παλαιά Διαθήκη τελειοποιείται στο πρόσωπο του Χριστού και σε κάθε γεγονός της ζωής του. Με τη σειρά του το σωτήριο έργο του Χριστού αποκορυφώνεται, συγκεντρώνεται και συμπυκνώνεται στο Πασχαλινό μυστήριο (θάνατος και Ανάσταση του Κυρίου). Το Πασχαλινό μυστήριο πραγματοποιείται στις λειτουργικές πράξεις της Εκκλησίας έως ότου συμπληρωθούν οι καιροί για τον ένδοξο ερχομό του Χριστού, όταν ο Θεός θα είναι «πάντα εν πάσι» (Α΄ Κορ.15,29).
 
ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 
Καταλαβαίνουμε λοιπόν πόσο έντονη και ζωντανή είναι η παρουσία του Χριστού και του σωτήριου έργου του σε κάθε λειτουργική πράξη της Εκκλησίας. Ολόκληρο το σωτήριο έργο του Χριστού γίνεται παρόν για μας κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο, κατά τη διάρκεια του λειτουργικού έτους, κυρίως στην Αγία Ευχαριστία,  στις διάφορες γιορτές, στην προσευχή της ιεράς ακολουθίας και τέλος στην πληρότητα της Χριστιανικής ζωής, γιατί «δια της πίστεως ο Χριστός κατοικεί στις καρδιές μας» (Εφ. 3,17).
 
Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού υπογράμμισε αρκετά έντονα την πραγματικότητα της παρουσίας του Χριστού και του σωτήριου έργου του σε κάθε πράξη της Θείας Λατρείας της Εκκλησίας (Βλ. Περί Θείας Λατρείας, αρ.7, βλ.  και αρ.  33). 
Εξ άλλου ο Πάπας Παύλος ο ΣΤ΄ στην Εγκύκλιό του «Mysterium Fidei» (Μυστήριο Πίστεως), μολονότι θέλει να υπογραμμίσει ακόμη μία φορά την πραγματική και διαρκή παρουσία του Χριστού στην Αγία Ευχαριστία, γράφει χαρακτηριστικά: «Η παρουσία του Χριστού στην Αγία Ευχαριστία λέγεται πραγματική (realis) όχι με μια αποκλειστική έννοια,  σάμπως οι άλλες παρουσίες του Κυρίου να μην ήταν πραγματικές, αλλά λέγεται έτσι με κατ’ εξοχή τρόπο και όχι αποκλειστικό»  (Mysterium Fidei, αρ.9).
Η «Θεολογία των μυστηρίων», μας προσφέρει έτσι μία βαθιά ερμηνεία της Θείας Λατρείας. Πρόκειται για μία μυστηριώδη και μυστηριακή πραγματικότητα, στην οποία, στο πλαίσιο των λειτουργικών σημείων, συμβόλων, πράξεων και λόγων, γίνεται παρόν ολόκληρο το λυτρωτικό έργο του Χριστού, που είχε «σχεδιαστεί» από την αιωνιότητα, είχε προετοιμαστεί στην ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, πραγματοποιήθηκε με την ζωή, τα πάθη, το θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, και μας δίνεται στην παρούσα στιγμή, με το σκοπό να διαμορφωθεί η ζωή μας εις τρόπον ώστε, έχοντας πεθάνει κι αναστηθεί με το Χριστό Ιησού, να αναζητήσουμε «τα άνω» ελπίζοντας την εσχατολογική τελειοποίησή μας (βλ. Κολ.3,1-14).
 
Δύο συμπεράσματα βγαίνουν αμέσως από όσα έχουμε αναφέρει ως τώρα:
 
  • Ολόκληρη η λειτουργική ζωή μας, όχι μόνο η Αγία Ευχαριστία, μας φέρνει σε άμεση επαφή με το Χριστό και το σωτήριο έργο Του. Το παρελθόν και το μέλλον γίνονται «παρόν» γίνονται «σύγχρονά μας». Ολόκληρο το Λειτουργικό Έτος αποτελεί μια πραγματική «αναβίωση» (reactualisation) των μυστηρίων της ζωής του Χριστού. Έτσι μία γιορτή όπως τα Χριστούγεννα, το Πάσχα κ.λ.π. δεν είναι μία απλή κοινή ανάμνηση γεγονότων που έχουν συμβεί αιώνες πριν, αλλά σύγχρονα γεγονότα σαν να είμαστε παρόντες τη στιγμή που συνέβηκαν πριν 20 αιώνες.
 
  • Η «Θεολογία των μυστηρίων» μας δίνει τη δυνατότητα να ενοποιήσουμε τη θεολογία, τη λειτουργική μας ζωή, την καθημερινή μας χριστιανική ζωή. Να ενοποιήσουμε το παρελθόν και το μέλλον. Αυτή η ενιαία αντιμετώπιση της θεωρίας και της πράξης, του παρελθόντος και του μέλλοντος απλοποιεί τη χριστιανική μας ζωή και μας δίνει φτερά για να ζήσουμε αυτό που πιστεύουμε.
 
ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ Η «ΣΥΓΧΡΟΝΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
 
Σ’ αυτό το σημείο, είναι επόμενο να μας προκληθεί μια απορία: «Πώς είναι δυνατό τα ίδια γεγονότα του παρελθόντος να ξαναπραγματοποιηθούν στο σήμερα, χωρίς να πολλαπλασιάζονται αριθμητικά;». Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα γίνεται πιο επιτακτική από τη στιγμή που τα μυστήρια του Χριστού είναι απόλυτα,  ανεπανάληπτα και μοναδικά. Πράγματι η Καινή Διαθήκη επαναλαμβάνει: «Ο Χριστός άπαξ περί αμαρτιών απέθανε» (Βλ. Α΄ Περ 3,18, Εβρ. 6,4/9,7 9,26-27/10, 2/12,26).
 
Οφείλουμε να διευκρινίσουμε, ακόμη μια φορά, ότι δεν πρόκειται για αριθμητική επανάληψη των μυστηρίων της ζωής του Χριστού, αλλά για την «αναβίωση» αυτού του ίδιου, μοναδικού και ανεπανάληπτου έργου του Ιησού Χριστού. Μπορούμε να ρίξουμε λίγο φως πάνω σ’ αυτό το γεγονός σωτήριας, αν έχουμε υπ’ όψη μας το μυστήριο της ενσάρκωσης του Θείου Λόγου, στο Πρόσωπο του Ιησού από την Ναζαρέτ. Ο Ιησούς είναι ταυτόχρονα αληθινός Θεός και αληθινός Άνθρωπος, το θεϊκό και ανθρώπινο «Είναι» του είναι τόσο ενωμένα μεταξύ τους ώστε να αποτελούν ένα και μοναδικό «Εγώ», ένα και μοναδικό  Πρόσωπο, το θεϊκό Πρόσωπο. Γι’ αυτό όλες οι ανθρώπινες πράξεις του Ιησού δεν είναι μόνο ανθρώπινες, αλλά ταυτόχρονα και θεϊκές, είναι «θεανθρώπινες» και αναφέρονται στο μοναδικό «Εγώ» του Ιησού, δηλαδή στο Θεϊκό του πρόσωπο, με όλες τις θεολογικές και φιλοσοφικές συνέπειες που αυτό επιφέρει. Και πρωτίστως στο γεγονός ότι ο Θεός υπάρχει έξω από το χρόνο και το χώρο.        
 
 Όλες οι πράξεις του Χριστού ως ανθρώπου ανήκουν ανεπιστρεπτί και ανεπανάληπτα στο παρελθόν. Όμως, από τη στιγμή που ο Χριστός είναι ταυτόχρονα και άνθρωπος και Θεός, κάθε πράξη του ως άνθρωπος δεν μπορεί να είναι περιορισμένη στο χρόνο και στο χώρο, διότι αναφέρεται στο Θεϊκό του Εγώ (ο Θεός γεννιέται, ο Θεός πεθαίνει…),  γι’ αυτό το λόγο δεν μπορεί να τον καταβροχθίσει ο χρόνος. Πράγματι στο Θεό δεν υπάρχει ένα πριν και ένα μετά, αλλά ένα αιώνιο παρόν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, κατά την διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, ο Χριστός μπόρεσε ήδη να καταστήσει μυστηριακά παρόν το θάνατό του, γεγονός που ιστορικά θα είχε πραγματοποιηθεί αργότερα την Μεγάλη Παρασκευή.
 
Κάθε πράξη του Χριστού έχει «θεανδρικό» χαρακτήρα, έτσι αν, από την μία πλευρά υποτάσσεται στους νόμους του χρόνου και του χώρου, από την άλλη έχει λάβει το χρίσμα της αιωνιότητας σύμφωνα με την Θεϊκή φύση του Χριστού. Κι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο είναι δυνατό γεγονότα του παρελθόντος ή και του μέλλοντος, όσον αφορά εμάς που είμαστε ακόμα βουτηγμένοι στο χρόνο-χώρο, να εισβάλουν κάθετα  στο δικό μας ιστορικό κύκλωμα και να γίνουν σύγχρονά μας.
 
Ένα συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε από όλα αυτά που έχουμε εκθέσει μέχρι τώρα. Η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας δεν αποτελείται από πράξεις εξωτερικής σημασίας, αλλά σε αυτές τις πράξεις, τις προσευχές, τους ψαλμούς, συναντάμε τον ολοζώντανο Χριστό και το λυτρωτικό έργο και έτσι επιτελείται η σωτηρία μας.
«Για να πραγματοποιηθεί ένα τόσο μεγάλο έργο [η σωτηρία των ανθρώπων], ο Χριστός είναι πάντοτε παρών μέσα στην Εκκλησία του και ειδικότερα στις λειτουργικές πράξεις. Είναι παρών στην ευχαριστιακή θυσία, τόσο στο πρόσωπο του λειτουργού, αφού είναι αυτός ο ίδιος που "προσφέροντας τον εαυτό του πάνω στο σταυρό, προσφέρει ακόμα τον εαυτό του μέσω του λειτουργήματος των ιερέων", όσο κυρίως στα ευχαριστιακά είδη. Είναι παρών με τη χάρη του στα θεία Μυστήρια, σε σημείο που όταν ένας βαπτίζεται να είναι ο ίδιος ο Χριστός που βαπτίζει. Είναι παρών στον λόγο του εφόσον ο ίδιος μιλάει όταν στην Εκκλησία διαβάζεται η Αγία Γραφή. Τέλος είναι παρών όταν η Εκκλησία προσεύχεται και αινεί, αυτός που υποσχέθηκε: "όπου βρίσκονται συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι και εγώ ανάμεσά τους"» (Μτ. 18, 20) (Β΄ Σύνοδος του Βατικανού, Διάταξη περί Θείας Λατρείας, αρ.7).
        
† Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος
 
cen.gr 2016