Logo

«Η Θεολογία της Ειρήνης Χθες και Σήμερα», του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη. Μέρος Β'

Η ειρήνη στην πράξη και στη σκέψη της Εκκλησίας
πριν από τον Μέγα Κωνσταντίνο
 
Η πρωτοχριστιανική κοινότητα, στους τρεις πρώτους αιώνες, έλαβε πολύ σοβαρά το κήρυγμα του Ιησού γύρω από την ειρήνη και τη μη βία.
 
 Έχουμε πολλά παραδείγματα χριστιανών που προτίμησαν το μαρτύριο παρά να ενταχθούν στις ρωμαϊκές λεγεώνες και να πολεμήσουν. Βέβαια η στάση των χριστιανών δεν υπήρξε ομοιόμορφη. Στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, που ήταν εκτεθειμένες στις επιδρομές των Πάρθων, βρίσκουμε παραδείγματα χριστιανών να συμμετέχουν στον πόλεμο. Όμως υπάρχουν και ομάδες, κυρίως στο μοναχικό και ασκητικό περιβάλλον, που δεν δέχονται να πάρουν στα χέρια τους τα όπλα. Στην Ελλάδα, στην ελληνιστική Ανατολή και στη χριστιανική Αφρική, βρίσκουμε στάσεις πιο συνεπείς με την ευαγγελική νοοτροπία. Το ιδανικό της απόλυτης απόρριψης της βίας κυριαρχεί στα γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων. «Δεν μπορεί ο αδελφός να χύσει το αίμα του αδελφού», κηρύττουν στους πιστούς τους. Ο χριστιανός πρέπει να είναι πιστός στο πνεύμα της επί του Όρους Ομιλίας και κυρίως στο πνεύμα των «μακαρισμών».
 
Πολλοί χριστιανοί που είχαν υψηλές θέσεις στο ρωμαϊκό στρατό, πλήρωσαν με τη ζωή τους την άρνησή τους να ασκήσουν τη «νόμιμη βία». Το «ου φονεύσεις» για αυτούς, είχε απόλυτη και ουσιαστική σημασία και δεν επιδέχονταν καμία εξαίρεση. Στη Ρώμη και στην υπόλοιπη Ευρώπη, πιο κοντά στην έδρα της αυτοκρατορίας, συναντούμε τέτοιες πεποιθήσεις εκ μέρους των χριστιανών. Ο στρατός δεν συμβιβάζεται με το χριστιανικό ιδανικό. Ο Άγιος Ειρηναίος (130-202) και ο Άγιος Ιππόλυτος της Ρώμης (170-235) μας επιβεβαιώνουν ότι οι νόμοι της τότε Εκκλησίας απαγόρευαν στους στρατιώτες, που ασπαζόταν τον χριστιανισμό, να ασκούν βία και να δολοφονούν, ακόμα και στη μάχη. Επομένως, όταν λάμβαναν το βάπτισμα, έπρεπε να παραιτηθούν από το στράτευμα. Γι’ αυτό η Εκκλησία δεν δέχονταν στους κόλπους της, εκείνους που ελεύθερα επέλεγαν τη στρατιωτική σταδιοδρομία.
 
Αναφέρουμε ορισμένες μαρτυρίες που, με τα σημερινά δεδομένα, φαίνονται ουτοπιστικές και αδιανόητες. Η Traditio Apostolica μία συλλογή από κανόνες της Εκκλησίας, μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου αιώνα μ.Χ. επιτάσσει: «Ο υφιστάμενος στρατιώτης δεν πρέπει να φονεύει κανέναν. Αν δέχεται μία τέτοια εντολή, δεν πρέπει να την εκτελέσει και ούτε οφείλει να ορκίζεται... Εάν δεν είναι διατεθειμένος να δεχθεί αυτούς τους όρους, δεν μπορεί να έχει θέση ανάμεσα μας. Αυτός που έχει εξουσία ζωής ή θανάτου σε μία πόλη, (οι δικαστές) παραιτείται,  αντιθέτως, δεν μπορεί να έχει θέση μεταξύ μας. Ο κατηχούμενος ή ο πιστός που θέλει ν’ ακολουθήσει την στρατιωτική ζωή, πρέπει να διωχθεί μακριά από εμάς γιατί περιφρόνησε τον Θεό».
 
Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Τερτυλλιανός (155-230) γράφει: «Μπορεί κανείς να κρατά σπαθί κρεμασμένο στο πλευρό, όταν ο Χριστός είπε όποιος μεταχειρίζεται το σπαθί, από σπαθί θα πεθάνει;». «Ο υιός της ειρήνης (ο χριστιανός) στον οποίο δεν επιτρέπεται ούτε καν να μαλώσει, πώς μπορεί να εμπλακεί σε μία μάχη;» (De Corona Militis). «Πώς μπορεί ένας χριστιανός να συμμετάσχει σ’ ένα πόλεμο ή μάλλον, να είναι ακόμη στρατιώτης και σε καιρό ειρήνης χωρίς να φέρει το σπαθί που απαγόρευσε ο Θεός; Ο Κύριος αφοπλίζοντας τον Πέτρο, αφόπλισε κάθε στρατιώτη». (De Idololatria).
 
Έχουμε όμως και χριστιανούς που προτίμησαν να πεθάνουν μάρτυρες, παρά να υπηρετήσουν στο στρατό. Ένας από αυτούς είναι ο Άγιος Μαξιμιλιανός, νεαρός 21 ετών (γεν. 274 μ. Χ.) ο οποίος κλήθηκε να στρατευτεί στο Ρωμαϊκό στρατό. Αυτός, όμως, εκδήλωσε τις αντιρρήσεις του και γι’ αυτό τον οδήγησαν στον ανθύπατο της Καρχηδόνος Δίων Κάσσιο για να δικαστεί. Ακολούθησε ο εξής διάλογος: Μαξιμιλιανός: «Δεν μπορώ να κάνω κακό σε κανέναν, είμαι χριστιανός. Δεν μπορώ να κάνω τον στρατιώτη. Μπορείς να μου κόψεις το κεφάλι, μα δεν μπορώ να υπηρετήσω το στρατό αυτού του κόσμου, είμαι ένας στρατιώτης του Θεού μου…». Δίων: «Ποιος σου έβαλε αυτά τα πράγματα στο κεφάλι;». Μαξιμιλιανός: «Η συνείδησή μου, Αυτός που με κάλεσε». Δίων:  «Η ασέβειά σου σε οδηγεί να αρνείσαι τον στρατό και πρέπει να τιμωρηθείς ως προειδοποίηση για τους άλλους». Κι έτσι ο Μαξιμιλιανός οδηγήθηκε στο μαρτύριο. (Από τις πράξεις του μαρτυρίου του Αγίου Μαξιμιλιανού, ρωμαίου λεγεωνάριου).
 
Ο Lattanzio (250-317), χριστιανός απολογητής, στο έργο του Divinae institutiones γράφει: «Όταν ο Θεός απαγορεύει τον φόνο, δεν αναφέρεται μονάχα στη δολοφονία για ληστεία, πράγμα παράνομο και για το Κράτος, αλλά μας απαγορεύει κι’ αυτό που το Κράτος θεωρεί νόμιμο, να σκοτώνεις δηλαδή σε πόλεμο. Γι’ αυτό ο δίκαιος δεν μπορεί να είναι στρατιώτης, γιατί η πραγματική στρατιωτική θητεία του δίκαιου, είναι να παλεύει για να υπερασπίσει την ίδια τη δικαιοσύνη. Ο χριστιανός δεν μπορεί να πάρει μέρος ούτε σε μία καταδίκη σε θάνατο [πρόκειται για τους δικαστές] γιατί δεν υπάρχει καμία διαφορά να δολοφονείς με το σπαθί ή με μία δικαστική απόφαση. Είναι η ανθρωποκτονία αυτή καθ’ εαυτή που απαγορεύεται από το Θεό. Γι’ αυτό ο Θεϊκός νόμος «ου φονεύσεις» δεν υπόκειται σε καμία εξαίρεση. Με καμία δικαιολογία δεν μπορεί ο άνθρωπος να φονεύσει άνθρωπο».
 
Ο Αρνόβιος, και αυτός χριστιανός απολογητής (αρχές 4ου αιώνα), ισχυρίζεται με τη σειρά του ότι «είναι προτιμότερο να προσφέρει κανείς τη ζωή του, παρά να κηλιδώσει τα χέρια του και τη συνείδηση του με το αίμα του άλλου αδελφού του».
Από τη θεολογία της ειρήνης στη θεολογία του δίκαιου πολέμου
 
Με το περίφημο διάταγμα του Μιλάνου, το 313, ο χριστιανισμός γίνεται σιγά σιγά θρησκεία του κράτους, μέχρι να φτάσουμε στο Θεοδόσιο Α’ τον Μέγα (347-395) ο οποίος στις 27 Φεβρουαρίου 380 αναγνώρισε το Χριστιανισμό ως τη μόνη και επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας. Στις 8 Νοεμβρίου του 392 έθεσε εκτός νόμου όλες τις αρχαίες θρησκείες. Έτσι το Κράτος άρχισε σταδιακά να ταυτίζεται με την Εκκλησία και η Εκκλησία με το Κράτος. Το αποτέλεσμα είναι ότι η υπεράσπιση του Κράτους, σήμαινε υπεράσπιση της Εκκλησίας και της εκκλησιαστικής ενότητας. Το να αρνηθεί κανείς να πολεμήσει το δίκαιο πόλεμο της αυτοκρατορίας, σήμαινε να αρνηθεί να υπερασπίσει την πίστη και την ελευθερία της Εκκλησίας. Από αυτή την πολιτικοποίηση της Εκκλησίας γεννιέται η θεωρία του «δίκαιου πολέμου». Αυτό το γεγονός, για πολλούς, αποτελεί μία οπισθοχώρηση από τις ευαγγελικές απαιτήσεις. Σταδιακά και οι Πατέρες της Εκκλησίας που θα ακολουθήσουν, θα θεωρήσουν τον πόλεμο ως Extrema Ratio δηλαδή ως έσχατο μέτρο στο οποίο πρέπει κανείς να προσφεύγει όταν έχουν εξαντληθεί όλα τα άλλα μέσα. Ο ορίζοντας όμως, μέσα στον οποίο κινείται αυτή η θεωρία, δεν είναι η κατάργηση του πολέμου, αλλά η δικαιολογία του. Πράγματι κάθε εμπόλεμο μέρος θα νομίζει ότι βρίσκεται από την πλευρά του δικαίου και έτσι θα δικαιολογεί στη συνείδησή του, ως άτομο και ως κοινότητα, την εξάσκηση της βίας. 
 
 Στο Μεσαίωνα φτάνουμε στο σημείο να κηρύττονται ιεροί πόλεμοι, όπως συνέβη με τις σταυροφορίες. Φτάνουμε έτσι στο σημείο να θεωρούν το μη χριστιανό ως εχθρό που πρέπει να εξολοθρευτεί. Για μερικούς από τους επιφανείς ανθρώπους της Εκκλησίας η ανθρωποκτονία του μη χριστιανού γίνεται «κακοκτονία» (Malicidio) δηλαδή, κάθε τι που εμποδίζει τη μετάδοση του Ευαγγελίου, αποτελεί κάτι το απόλυτο κακό που πρέπει να αφαιρεθεί έστω και με τον πόλεμο. Αυτός που πολεμά για το Θεό και τις απόλυτες αξίες της πίστης, είναι υπεράνω κάθε αδικίας. Πράγματι,  ο στρατιώτης που  σκοτώνει τον εχθρό του, πλησιάζει περισσότερο το Θεό.  Και αν ο ίδιος ο στρατιώτης του Χριστού σκοτωθεί στον πόλεμο, γίνεται ένας μάρτυρας της πίστης.
 
Εκείνη την εποχή, ωστόσο, δεν απαλείφονται εντελώς οι απαιτήσεις του Ευαγγελίου περί της μη βίας. Όμως η απόλυτη απαίτηση του Ευαγγελίου της μη βίας, που απευθύνεται σε όλους τους χριστιανούς, σιγά σιγά περιορίζεται στους κληρικούς, καθώς οι λαϊκοί εξαιρούνται και μπορούν να οπλοφορούν, ενώ οι κληρικοί όχι. Έτσι, όμως, δημιουργείται μία διαφορετική ηθική για τις διάφορες κατηγορίες πιστών, μία για τους λαϊκούς και μία για τους κληρικούς. Οι λαϊκοί ενθαρρύνονται να πολεμήσουν για την πίστη και τον Αυτοκράτορα ή τον τοπικό άρχοντα. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι δεν θεωρούσαν πια την «επί του όρους ομιλία» να απευθύνεται σε όλους τους οπαδούς του Χριστού, αλλά μόνο σε μερικούς εκλεκτούς.
 
Ο Άγιος Φραγκίσκος, με την απλή και ολοκληρωτική προσέγγιση του στο Ευαγγέλιο, κατάλαβε όλες τις απαιτήσεις της «επί του όρους ομιλίας» και όχι μόνο έζησε ένα ιδανικό εμπνευσμένο από την ειρήνη και τη μη βία, αλλά απαίτησε από όλους, τους πολυάριθμους οπαδούς του, του Τρίτου Τάγματος (πρόκειται για λαϊκούς), να μην οπλοφορούν και για κανένα λόγο να μην ασκούν βία. Δυστυχώς όμως, αυτό το παράδειγμα του Φραγκίσκου δεν το υιοθέτησε ολόκληρη η Εκκλησία και έγινε χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνο ορισμένων αιρέσεων της τότε εποχής και δυστυχώς ακόμα και του σήμερα. Η Εκκλησία αναφέρεται ενάντια στον πόλεμο με τη γενική σημασία του, όχι όμως ενάντια στους συγκεκριμένους πολέμους. Οι χριστιανικές κοινότητες σιγά σιγά παγιδεύτηκαν μέσα στις εθνικιστικές διεκδικήσεις τους και φθάσαμε στο σημείο κάθε εθνική εκκλησία να υποστηρίζει και να δικαιολογεί τους πολέμους του έθνους.
 
Έτσι η ευαγγελική εντολή της μη βίας απομακρύνθηκε από την καθημερινή ζωή της Εκκλησίας, διώχθηκε σ’ ένα μακρινό, άπιαστο ορίζοντα και στο όνομα του πολιτικού ρεαλισμού ακόμη και η έκφραση των αντιρρησιών συνειδήσεως, έγινε προνόμιο μερικών αιρέσεων και όχι χαρακτηριστικό των χριστιανών. Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει.
 
Πολλοί χριστιανοί από όλες τις χριστιανικές Εκκλησίες θέλουν να επιστρέψουν στην πρωταρχική διδασκαλία του Ευαγγελίου. Σε ότι αφορά στην Καθολική Εκκλησία, η Β’ Σύνοδος του Βατικανού, ασχολήθηκε εντατικά με το θέμα αυτό. Οι Πάπες των δύο τελευταίων αιώνων δημοσίευσαν σπουδαία ντοκουμέντα που αφορούν την ειρήνη και τον εξοπλισμό.
 
Αλλά με αυτό θα ασχοληθούμε στην Τρίτη και τελευταία Ενότητα. 
 
 
† Ιωάννης Σπιτέρης

 

cen.gr 2016