| - Το 11ο διαχριστιανικό Συμπόσιο στη Ρώμη, 3 – 5 Σεπτεμβρίου 2009 |
|
|
|
|
Πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη από τις 3 έως τις 5 Σεπτεμβρίου το 11ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο διοργανωμένο από το Ινστιτούτο Πνευματικότητας του Ποντιφικού Αντωνιανού Πανεπιστήμιου της Ρώμης και από το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πρόκειται μάλλον για την μοναδική οικουμενική συνάντηση σε τέτοιο υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο που αφορά και τον ελληνικό χώρο που συνεχίζει 18 χρόνια να συνδέει τρεις γενεές ελλήνων και ξένων θεολόγων. Είναι πολύ σημαντικό δε που τα πορίσματα και οι ανακοινώσεις δημοσιεύονται κάθε φορά, δίνοντας την ευκαιρία να δημοσιοποιούνται σ’ ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, τα συμπεράσματα και οι συνιστώσες που ανακαλύπτουν οι έλληνες και ξένοι θεολόγοι ανατολής και δύσεως.
![]() Τα Συμπόσια αυτά, εμπνευστής των οποίων υπήρξε μεταξύ άλλων ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Κέρκυρας π. Ιωάννης Σπιτέρης, διοργανώνονται κάθε δύο χρόνια, είτε σε κάποια ιταλική πόλη, είτε φιλοξενούνται από κάποια Μητρόπολη στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Όταν διοργανώνονται στην Ιταλία υποστηρίζονται και χρηματοδοτούνται πάντοτε από το Τάγμα των Π.Π. Καπουκίνων. Στο Συμπόσιο απηύθυνε χαιρετισμό η Α.Α. ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣτ’ και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος. Τον λόγο πήρε στη συνέχεια ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας π. Ιωάννης ο οποίος εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η Οργανωτική Επιτροπή επέλεξε για τη φετινή συνάντηση ως θέμα το: «Ο Ιερός Αυγουστίνος στην Δυτική και Ανατολική Παράδοση». Όπως είναι γνωστό η διδασκαλία του Αγίου Αυγουστίνου υπήρξε σημείο αντιλεγόμενο για διάφορους θεολογικούς κύκλους κυρίως στη χώρα μας. Οι Καθηγητές από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και οι ευρωπαίοι συνάδελφοί τους, ειδικευμένοι στα κείμενα του Ιερού Αυγουστίνου, κυρίως εκείνοι που διδάσκουν στο «Αυγουστινιανό Ινστιτούτο Πατρολογίας» στη Ρώμη, προσπάθησαν να εμβαθύνουν σε αμφιλεγόμενα θέματα και κυρίως σε εκείνα που δημιουργούν μέχρι σήμερα διχογνωμία στην ορθόδοξη πλευρά. Για παράδειγμα, η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό, η έννοια της προπατορικής αμαρτίας, η θεολογική σημασία της Θείας Χάρης, η απαισιόδοξη, σύμφωνα με μερικούς, θεώρηση του Αγίου Αυγουστίνου για τη σεξουαλικότητα των ανθρώπων και τέλος από τον Καθηγητή Νίκο Μαγγιώρο, παρουσιάστηκε με ειλικρίνεια και νηφαλιότητα η μεγάλη αξία που είχε στην Κανονική Παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας ο Άγιος Αυγουστίνος. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο Αρχιεπίσκοπος π. Ιωάννης στην εισαγωγή του: «Κατά την Πατερική, Μεταπατερική και Βυζαντινή περίοδο, υπήρξε πάντοτε μεγάλος σεβασμός προς τον Άγιο Αυγουστίνο, έστω και αν ήταν ελάχιστα γνωστός. Το κλίμα αλλάζει έναντι του Αγίου Επισκόπου της Ιππώνος, σε ορισμένους θεολογικούς κύκλους της νεότερης και σύγχρονης κυρίως Ορθοδοξίας. Αρκετοί θεολόγοι ασκούν δριμεία κριτική στην αυγουστίνεια διδασκαλία, στην οποία εντοπίζουν την απαρχή των διαφορών που χωρίζουν τις δύο Εκκλησίες. Ορισμένοι από αυτούς, θα θεωρήσουν τις διαφορές αυτές ως σοβαρές παρεκκλίσεις από την Ορθοδοξία. Αποτελεί εντυπωσιακή σύμπτωση το γεγονός ότι στις αρχές Ιουνίου του τρέχοντος έτους, όλοι οι Ορθόδοξοι Μητροπολίτες στην Ελλάδα, οι Καθολικοί Επίσκοποι, οι καθηγητές Θεολογίας και πολλά άλλα πρόσωπα, έλαβαν ένα βιβλίο του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ, με τον τίτλο: «Οι αιρέσεις του Παπισμού». Στηριγμένος στις απόψεις του θεολόγου Ιωάννη Ρωμανίδη, ο συγγραφέας αφιερώνει οκτώ σελίδες του βιβλίου του για να κατηγορήσει τον Αυγουστίνο, (το οποίο δεν ονομάζει ποτέ άγιο), ως την πηγή 25 αιρέσεων που ξεκινούν από την Τριαδική διδασκαλία και φθάνουν μέχρι τη θεολογική ανθρωπολογία. Οι κατηγορίες εναντίον του Αγίου Αυγουστίνου από μερίδα Ορθοδόξων θεολόγων των τελευταίων δεκαετιών, είναι συχνότερες από όσο μπορούμε να φανταστούμε και δεν πρόκειται μόνο για το νεοπαλαμιτικό ρεύμα, αλλά και για άλλους, ξένους προς το ρεύμα αυτό, θεολόγους, όπως π.χ. τον Χρήστο Γιανναρά. Η αρνητική αυτή στάση έναντι του Αγίου Αυγουστίνου στο πλαίσιο ενός ορθόδοξου θεολογικού ρεύματος, ήδη προ πολλού, είχε και έχει προκαλέσει δυσφορία σε πολλούς ορθοδόξους θεολόγους και κυρίως σε αυτούς που προετοιμάζουν αυτά τα συμπόσια. Το παρόν συμπόσιο, γεννήθηκε ακριβώς από την επιθυμία μα μελετήσουμε μαζί, Καθολικοί και Ορθόδοξοι, τη σκέψη του Αγίου Αυγουστίνου και να εξετάσουμε αν πραγματικά ο διδάσκαλος της Ιππώνος βρίσκεται τόσο τραγικά μακριά από τον Ανατολικό Χριστιανισμό, αν πραγματικά διχάζει τόσο δραστικά τις δύο παραδόσεις, της Ανατολής και της Δύσης. Όπως ο καθένας μπορεί να συνειδητοποιήσει, η προσπάθειά μας έχει οικουμενική αξία υψίστης σπουδαιότητας επειδή αν μας χωρίζουν οι κοινοί μας Άγιοι, τότε τι μπορεί να συμβεί με εκείνους που Άγιοι δεν είναι. Ο Άγιος Αυγουστίνος είναι ο μέγας διδάσκαλος της ενότητας της Εκκλησίας και δεν πρέπει ποτέ να φαντάστηκε ότι ο ίδιος επρόκειτο να αποτελέσει σημείο διαίρεσης μεταξύ των δύο μεγάλων χριστιανικών παραδόσεων, της Ανατολής και της Δύσης. Για τον Αυγουστίνο, ανήκει κάποιος στο Σώμα του Χριστού, μόνο με την Αγάπη και την Ενότητα. Η ενότητα είναι η προϋπόθεση της αγάπης: Non autem habet Dei caritatem, qui Ecclesiae non diligit unitatem (Δεν έχει την αγάπη του Θεού, αυτός που δεν αγαπά την ενότητα της Εκκλησίας). Από αυτό συνάγεται ότι όχι μόνο οι Δονατιστές μπορούν να λαμβάνουν το βάπτισμα χωρίς όμως και τις ευεργετικές του συνέπειες, αλλά και οι ίδιοι οι Καθολικοί, όταν δεν διαπνέονται από Πνεύμα Αγάπης και Ενότητας! Σε τελευταία ανάλυση, για τον Αυγουστίνο, «κατέχουμε την πλήρη αλήθεια της Εκκλησίας και ανήκουμε πλήρως σε αυτήν, μόνο με την αγάπη της ενότητας» (caritas unitatis). Ας μη λησμονούμε, εξάλλου, ότι για τον Αυγουστίνο η «αγάπη» («caritas») αποτελεί την ύψιστη δωρεά του Πνεύματος. Για τον Αυγουστίνο, ακόμη και αυτοί που βρίσκονται εκτός της Καθολικής Εκκλησίας («Ecclesia Catholica»), πρέπει να θεωρούνται αδελφοί, επειδή τα δώρα που κατέχουν, μολονότι είναι αναποτελεσματικά, είναι ωστόσο αληθινά δώρα του Θεού, όμοια με εκείνα που κατέχουν οι Καθολικοί: «Όταν κάποιοι από τους οπαδούς του Δονάτου – έγραφε – έρχονται σ’ εμάς…, τους ασπαζόμαστε σαν αδελφούς… αναγνωρίζοντας σε αυτούς τα αγαθά του Θεού, το άγιο Βάπτισμα, την ευλογία της χειροτονίας, την ομολογία της αγνότητας, τον όρκο της παρθενίας, την πίστη στην Τριάδα». Τα ακόλουθα λόγια του Ιερού Αυγουστίνου μπορούν να αποτελέσουν μια προτροπή και για μας σήμερα: «Ας αγαπήσουμε την ενότητα αδελφοί μου. Εκτός αυτής, ακόμη και αυτός που κάνει θαύματα, είναι ένα τίποτα» (In Jon 13). Και ακόμη: «Ένωσε την επιστήμη με την αγάπη και η επιστήμη θα σου είναι χρήσιμη, όχι από μόνη της, αλλά εξαιτίας της αγάπης» (In Jon. Ev. 27,5)». Τα
θέματα που επηρέασαν περισσότερο τους
συνέδρους ήταν του Καθηγητή Γιώργου
Μαρτζέλου για τον «Νου και βούληση κατά
τον Ιερό Αυγουστίνο και την ανατολική
πατερική παράδοση», του Καθηγητή Nello
Cipriani
για την «Τριαδολογία του Αγίου Αυγουστίνου
με έμφαση στην περί του Αγίου Πνεύματος
διδασκαλία του», των Καθηγητών Παναγιώτη
Υφαντή και Παναγιώτη Σκαλτσή για «την
γλυκύτητα του Θεού στον Άγ. Αυγουστίνο
και στον Συμεών το Νέο Θεολόγο», του
Καθηγητή Vittorino
Grossa
για την «Ανθρωπολογία του Αγίου
Αυγουστίνου» και των Καθηγητών Άννας
Κόλτσιου και Χρήστου Αραμπατζή για τις
«Ελληνικές μεταφράσεις των έργων του
Ιερού Αυγουστίνου: Το κύρος και η αυθεντία
του Ιερού Αυγουστίνου στην μεταβυζαντινή
γραμματεία». Μετά από κάθε εισήγηση
δόθηκε χρόνο για μια ειλικρινής και για
αυτό εποικοδομητική συζήτηση και
αντιπαράθεση. Μετέφραζαν τιε συζητήσεις
με εξαιρετική ικανότατα ο Π. Μάρκος
Φώσκολος και ο Π. Σεβαστιανός Ροσσολάτος
οι όποιοι καταχειροκροτηθήκαν από τους
συνέδρους. Στο συνέδριο πήραν μέρος και
μερικοί έλληνες καθολικοί διανοούμενοι
που ασχολούνται με θεολογικά θέματα,
όπως ο Π. Ιωάννης Ασημάκης και ο Π. Νείλος
Τρεβιζανάτο.
Η επίσημη έναρξη του Συμποσίου ξεκίνησε με τη Θεία Λειτουργία κατά το Ρωμαϊκό τυπικό, στην οποία πήραν μέρος όλοι οι ιερείς που συμμετείχαν στο Συμπόσιο. Ο Ναός είχε ιδρυθεί τον 7ο αιώνα και τη φροντίδα του έχουν μέχρι σήμερα μία Κοινότητα Μοναχουσών που ιδρύθηκαν από τον Άγιο Αυγουστίνο, ενώ στη τελετή προΐστατο ο Αρχιεπίσκοπος π. Ιωάννης ο οποίος και κήρυξε στα ελληνικά και ιταλικά. Το Συμπόσιο ολοκλήρωσε τις εργασίες του μ’ έναν εσπερινό κατά το βυζαντινό τυπικό στον ιστορικό Ναό των Αγίων Θεοδώρων του 6ου αι. τον οποίον προ ετών είχε δωρίσει ο μακαριστός Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ στην Α.Π.Θ. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο. Τις δύο μέρες που προηγήθηκαν του Συμποσίου προσφέρθηκε στους έλληνες συμμετέχοντες η ευκαιρία να απολαύσουν τις ομορφιές της Αιώνιας Πόλης και των περιχώρων τους μέσα από οργανωμένες επισκέψεις και ξεναγήσεις. Το Συμπόσιο χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα πλέον επιτυχή, ενώ για το θέμα, το χρόνο και τον τόπο διεξαγωγής του επομένου στην Ελλάδα, θα αποφασίσει η Οργανωτική Επιτροπή εν καιρώ. Χαιρετισμoί της Α.Α. ο
Πάπα Βενέδικτου ΙΣτ’ και του Μακαριωτάτου
Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος
κ.κ. Ιερώνυμου
Προς τον Σεβάσμιο Αδελφό Καρδινάλιο WALTER KASPER Πρόεδρο του Ποντιφικού Συμβουλίου για την προώθηση της Ενότητας των Χριστιανών.
Δι’ Υμών, Σεβάσμιε Αδελφέ, ως Προέδρου του Ποντιφικού Συμβουλίου για την προώθηση της Ενότητας των Χριστιανών, έχω την ευχαρίστηση και την χαρά να αποστείλω ένα θερμό και ευχετήριο χαιρετισμό προς τους διοργανωτές και τους συμμετέχοντες στο ΙΑ’ Διαχριστιανικό Συμπόσιο, που προάγουν το Ινστιτούτο Πνευματικότητας των Φραγκισκανών του Ποντιφικού Πανεπιστημίου Antonianum και η Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και το οποίο πρόκειται να διεξαχθεί στη Ρώμη από τις 3 ως τις 5 ερχ. Σεπτεμβρίου. Χαίρομαι ιδιαιτέρως γι’ αυτή την πρωτοβουλία αδελφικής συνάντησης και αντιπαραβολής πάνω στις κοινές όψεις της πνευματικότητας, η οποία αποτελεί την ευεργετική λύμφη για μια ευρύτερη σχέση μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων. Όντως, τα Συμπόσια αυτά, που ξεκίνησαν το έτος 1992, εμβαθύνουν σπουδαία και εποικοδομητικά θέματα για την αμοιβαία κατανόηση και την ενότητα των προθέσεων. Το γεγονός ότι οι συναντήσεις αυτές πραγματοποιούνται εναλλάξ σε εδάφη καθολικής ή ορθόδοξης πλειονότητας, επιτρέπει επίσης μια πραγματική επαφή με τη συγκεκριμένη, ιστορική, πολιτιστική και θρησκευτική ζωή των Εκκλησιών μας. Ιδιαιτέρως για φέτος, θελήσατε να οργανώσετε το Συμπόσιο στη Ρώμη, την πόλη που προσφέρει σε όλους τους χριστιανούς μαρτυρίες ανεξίτηλες ιστορίας, αρχαιολογίας, εικονογραφίας, αγιογραφίας και πνευματικότητας. Ισχυρό κίνητρο δια να προχωρήσουμε προς την πλήρη κοινωνία αποτελεί κυρίως η μνήμη των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, των Πρωτοθρόνων, αλλά και τόσων μαρτύρων, οι οποίοι αποτελούν τους αρχαιότατους μάρτυρες της πίστεως. Γι’ αυτούς έγραψε ο Άγιος Κλήμης της Ρώμης, ότι «υποφέροντας πολλές ύβρεις και βασανιστήρια, αποτέλεσαν ωραιότατο υπόδειγμα ανάμεσά μας» (Προς Κορινθίους, Στ’, 1). Το θέμα που επιλέξατε για την συνάντησή σας «Ο Ιερός Αυγουστίνος στη δυτική και την ανατολική παράδοση», θέμα που σκοπεύετε να αναπτύξετε σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Πατερικών Μελετών Augustinianum, φαίνεται άκρως ενδιαφέρον για την εμβάθυνση της θεολογίας και της χριστιανικής πνευματικότητας στη Δύση και την Ανατολή, και την εξέλιξή τους. Ο Άγιος της Ιππώνος, ένας σπουδαίος Πατέρας της Λατινικής Εκκλησίας, κατέχει, όντως, θεμελιώδη σπουδαιότητα για τη θεολογία και αυτό ακόμα τον πολιτισμό της Δύσης, ενώ η λήψη της σκέψης του από την ορθόδοξη θεολογία φαίνεται ως μάλλον προβληματική. Η γνώση, λοιπόν, με ιστορική αντικειμενικότητα και αδελφική εγκαρδιότητα, του δογματικού και πνευματικού πλούτου που συνθέτουν οι χριστιανικές παραδόσεις της Ανατολής και της Δύσης, καθίσταται επιβεβλημένη όχι μόνο για την αξιοποίησή τους, αλλά και για την προώθηση μιας καλύτερης αμοιβαίας εκτίμησης μεταξύ όλων των χριστιανών. Για τους λόγους αυτούς, εκφράζω θερμές ευχές για το Συμπόσιό σας, για να είναι καρποφόρο, πλήρως αποδοτικό στην ανακάλυψη διδακτικών και πνευματικών συγκλίσεων, ωφέλιμων στην από κοινού ανοικοδόμηση της Πολιτείας του Θεού, όπου τα τέκνα της να μπορούν να ζουν εν ειρήνη και αδελφική αγάπη, που θα θεμελιώνονται επάνω στην αλήθεια της κοινής πίστεως. Διαβεβαιώνω, προς τούτο, την προσευχή μου, αιτούμενος από τον Κύριο να ευλογήσει τους διοργανωτές και τα ιδρύματα τα οποία αυτοί αντιπροσωπεύουν, τους καθολικούς και τους ορθοδόξους εισηγητές και όλους τους συμμετέχοντες. Η Χάρη και η ειρήνη του Κυρίου ας είναι στις καρδιές σας και στον νου σας! Από το Castel Gandolfo, 28 Αυγούστου 2009
ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ ΙΣτ’, πάπας ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΗΣ κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ
Προς το ΙΑ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο με θέμα: «Ο Άγιος Αυγουστίνος στη Δυτική και Ανατολική Παράδοση» (Ρώμη, 31η Αυγούστου-6η Σεπτεμβρίου 2009)
Με ιδιαίτερη χαρά χαιρετίζω το ΙΑ΄ Διαχριστιανικό Συμποσιο πού διοργανώνει από κοινού το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το Φραγκισκανικό Ινστιτούτο Πνευματικότητας του Ποντιφικού Πανεπιστημίου «Antonianum» της Ρώμης, στο πλαίσιο της επιστημονικής και τεκμηριωμένης προσέγγισης των εκδηλώσεων της πνευματικότητας στην Παράδοση της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Το θέμα του παρόντος Συμποσίου, «Ο Άγιος Αυγουστίνος στη Δυτική και Ανατολική Παράδοση», έχει ιδιαίτερη και κρίσιμη σημασία για τη θεολογική διερεύνηση των διαφορετικών παραδόσεων της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Οι εργασίες και τα συμπεράσματα του Συμποσίου αυτού είναι δυνατό να αποβούν επωφελή και για τον θεολογικό διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Ο Άγιος Αυγουστίνος, Επίσκοπος Ιππώνος, είναι κοινός Άγιος και η μνήμη του τιμάται αδιαλείπτως. Το λαμπρό παράδειγμα της μετάνοιας και μεταστροφής του στην χριστιανική πίστη, ο εντυπωσιακός όγκος των συγγραφών του, η αντίληψή του για την «Πολιτεία του Θεού» ως πρώτη ολοκληρωμένη πρόταση για την κατανόηση της ιστορίας στη Δύση, η σχεδόν νεωτερική στροφή του προς την εσωτερικότητα και τα αβυσσαλέα βάθη του ανθρώπινου υποκειμένου, οι θεολογικές του θέσεις για την ενότητα του Θεού και τον απόλυτο προορισμό, η μεγάλη του επίδραση όχι μόνο στην κατοπινή σχολαστική Θεολογία του Μεσαίωνα, αλλά παραδόξως και στις θεωρητικές επιστήμες των Νέων Χρόνων, ερμηνεύουν την τεράστια απήχηση της προσωπικότητας και του έργου στο δυτικό χριστιανικό κόσμο. Πράγματι ο λατινικός μεσαιωνικός πολιτισμός της χριστιανοσύνης οφείλει εν πολλοίς τη διαμόρφωσή του στον ιερό Αυγουστίνο. Ωστόσο, το έργο του σηματοδοτεί, ήδη από τον 5ο αιώνα, την προϊούσα αποξένωση μεταξύ της λατινόφωνης Δύσης και της ελληνόφωνης Ανατολής. Η αποξένωση αυτή αφορούσε στην γλώσσα, στην Θεολογική νοοτροπία και σταδιακά στον ίδιο τον πολιτισμό. Ο Άγιος Αυγουστίνος δεν γνώρισε την πλούσια θεολογική σκέψη των Ελλήνων Πατέρων του 4ου αιώνα, όπως δεν γνώριζε και την ελληνική γλώσσα. Από τον 5ο αιώνα έως τον 9ο αιώνα η λατινική Δύση δεν έχει καμία επαφή απευθείας με την ελληνική σκέψη. Η αποξένωση αυτή ερμηνεύει και το γεγονός ότι οι μεταφράσεις έργων του ιερού Αυγουστίνου στην Ελληνική είναι πενιχρές, μολονότι στην ύστερη περίοδο του Βυζαντίου παρατηρείται σημαντικό ενδιαφέρον στους κύκλους των Βυζαντινών λογίων και θεολόγων. Συνεπώς, η έρευνα και η μελέτη της θέσης και του έργου του Αγίου Αυγουστίνου στη Δυτική και την Ανατολική παράδοση παρουσιάζεται εξόχως σημαντική για την ίδια τη σχέση μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Εύχομαι στην Οργανωτική Επιτροπή και στους Συνέδρους του ΙΑ΄ Διαχριστιανικού Συμποσίου καλή επιτυχία στις εργασίες του.
Ο Αθηνών Ιερώνυμος, Πρόεδρος
|
| < Προηγ. | Επόμ. > |
|---|










