Μήνυμα του Άγιου Πατέρα Φραγκίσκου για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ειρήνης 2016

ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟ

ΤΗΣ 49ΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

1Η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

 

Νίκησε την αδιαφορία

και κατάκτησε την ειρήνη

 

1. Ο Θεός δεν είναι αδιάφορος. Ο Θεός ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα, ο Θεός δεν την εγκαταλείπει. Στην αρχή του νέου έτους, θα ήθελα να συνοδεύσω αυτή τη βαθιά μου πεποίθηση με τις ευχές μου για άφθονες ευλογίες και ειρήνη, ως σημείο ελπίδας, για το μέλλον κάθε άνδρα και γυναίκας, κάθε οικογένειας, λαού και έθνους του κόσμου, καθώς επίσης για το μέλλον Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων και των Υπευθύνων των θρησκειών.  Πράγματι, ας μη χάνουμε την ελπίδα ότι το 2016 θα μας δει όλους σταθερά και με εμπιστοσύνη στρατευμένους, σε διάφορα επίπεδα, για να εφαρμόσουμε τη δικαιοσύνη και να οικοδομήσουμε την ειρήνη. Ναι, αυτή η τελευταία, είναι δώρο του Θεού, που όμως έχει ανατεθεί σε όλους τους άνδρες και τις γυναίκες που καλούνται να την  κατακτήσουν.

 

Να διαφυλάξουμε τους λόγους της ελπίδας

2. Οι πόλεμοι και οι τρομοκρατικές ενέργειες, με τις τραγικές συνέπειες, οι ομηρίες των προσώπων, οι διώξεις για λόγους εθνικούς και θρησκευτικούς, οι καταχρήσεις, έχουν σημαδέψει, από την αρχή μέχρι το τέλος, το παρελθόν έτος, και μάλιστα σε πολλαπλάσιο οδυνηρό βαθμό σε πολλές περιοχές του κόσμου, ώστε να πάρουν τα χαρακτηριστικά αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «τρίτο παγκόσμιο πόλεμο κατά τμήματα». Αλλά ορισμένα γεγονότα των παρελθόντων ετών και του έτους που μόλις διανύσαμε, με προσκαλούν, στην προοπτική του νέου έτους, να ανανεώσω την προτροπή να μη χάνουμε την ελπίδα στην ικανότητα του ανθρώπου, με τη χάρη του Θεού, να υπερνικήσει το κακό και να μην αφεθεί στην παραίτηση και στην αδιαφορία. Τα γεγονότα στα οποία αναφέρομαι αντιπροσωπεύουν την ικανότητα της ανθρωπότητας να ενεργεί με αλληλεγγύη, πέραν των ατομικιστικών συμφερόντων, της απάθειας και της αδιαφορίας, εμπρός στις κρίσιμες καταστάσεις.

Μεταξύ αυτών των γεγονότων, θα ήθελα να υπενθυμίσω την προσπάθεια που κατεβλήθη για να επιτευχθεί η συνάντηση των ηγετών του κόσμου, στο πλαίσιο της COP 21, με σκοπό να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή και να διαφυλάξουν την ευημερία της Γης, το κοινό μας σπίτι. Και τούτο παραπέμπει σε δυο προηγούμενα γεγονότα παγκόσμιου ενδιαφέροντος: πρώτον τη συνάντηση κορυφής στην Αντίς Αμπέμπα, που σκοπό είχε τη συγκέντρωση πόρων για τη βιώσιμη ανάπτυξη του κόσμου, και δεύτερον την υιοθέτηση από τα Ηνωμένα Έθνη, της ατζέντας 2030 για τη βιώσιμη Ανάπτυξη, που στόχευε να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή ζωή σε όλους, και πάνω απ’ όλα στους φτωχούς λαούς του πλανήτη μέχρι το έτος αυτό.

Το 2015, υπήρξε ένα ιδιαίτερο έτος για την Εκκλησία, διότι κατ’ αυτό τελέστηκε η 50ή επέτειος της δημοσίευσης δυο ντοκουμέντων της Β΄ Βατικανής Συνόδου, που εκφράζουν, με πολύ εύγλωττο τρόπο, την αίσθηση αλληλεγγύης της Εκκλησίας με τον κόσμο. Ο Πάπας Ιωάννης 23ος, στην αρχή της Συνόδου, θέλησε να ανοίξει διάπλατα τα παράθυρα της Εκκλησίας, ώστε η επικοινωνία μεταξύ αυτής και του κόσμου να ανοίξει περισσότερο. Τα  δυο ντοκουμέντα, Nostra aetate, και Gaudium et spes, είναι εμβληματικές εκφράσεις της νέας σχέσης διαλόγου, αλληλεγγύης και συνοδείας που η Εκκλησία σκόπευε να εισαγάγει μέσα στην ανθρωπότητα. Στη Διακήρυξη Nostra aetate, η Εκκλησία είχε κληθεί να ανοιχθεί σε διάλογο με τις μη χριστιανικές θρησκευτικές εκφράσεις. Στην ποιμαντική Διάταξη Gaudium et spes, από τη στιγμή που «η χαρά και η ελπίδα, οι θλίψεις και οι αγωνίες των ανθρώπων του σήμερα, των φτωχών πάνω απ’ όλα και όλων εκείνων που υποφέρουν, είναι επίσης η χαρά και η ελπίδα, οι θλίψεις και οι αγωνίες των μαθητών του Χριστού»[1], η Εκκλησία επιθυμούσε να αποκαταστήσει ένα διάλογο με την ανθρώπινη οικογένεια για τα προβλήματα του κόσμου, ως σημείο αλληλεγγύης και αγάπης γεμάτης σεβασμού [2].

Στην ίδια αυτή προοπτική, κατά το Ιωβηλαίο της Ευσπλαχνίας, θέλω να προσκαλέσω την Εκκλησία να προσεύχεται και να εργάζεται ώστε κάθε χριστιανός να μπορεί να αναπτύσσει μια ταπεινή και συμπονετική  καρδιά ικανή να αναγγέλλει και να δίνει μαρτυρία της ευσπλαχνίας, να «συγχωρεί και να προσφέρει», να ανοίγεται «σε  όσους ζουν στις πιο ετερόκλητες υπαρξιακές περιφέρειες, που συχνά δημιουργεί με δραματικό τρόπο ο σύγχρονος κόσμος, χωρίς να υποπέσουμε στην αδιαφορία που ταπεινώνει, στον εθισμό της συνήθειας που αναισθητοποιεί το πνεύμα και εμποδίζει να ανακαλύψουμε το νέο, στον κυνισμό που καταστρέφει» [3].

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να πιστέψουμε στην ικανότητα της ανθρωπότητας να ενεργεί μαζί και αλληλέγγυα, αναγνωρίζοντας τη διασύνδεσή της και την αλληλεξάρτησή της, φροντίζοντας με ζήλο για τα πιο αδύναμα μέλη και για την προστασία του κοινού καλού. Αυτή η στάση αλληλέγγυας συνυπευθυνότητας, είναι στη ρίζα της θεμελιώδους κλήσης προς την αδελφοσύνη και την κοινή ζωή. Η αξιοπρέπεια και οι διαπροσωπικές σχέσεις, μας συγκροτούν ως ανθρώπινα όντα, πλασμένα από τον Θεό κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του. Ως πλάσματα προικισμένα με αναλλοίωτη αξία, εμείς υπάρχουμε σε σχέση με τους αδελφούς και τις αδελφές μας, έναντι των οποίων έχουμε μια ευθύνη και με τους οποίους ενεργούμε με αλληλεγγύη. Έξω από αυτήν τη σχέση, θα καταλήγαμε να είμαστε λιγότερο ανθρώπινοι. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η αδιαφορία αποτελεί μια απειλή για την ανθρώπινη οικογένεια. Ενώ βαδίζουμε προς ένα νέο έτος, θα ήθελα να προσκαλέσω όλους να αναγνωρίσετε αυτό το γεγονός, για να νικήσετε την αδιαφορία και να κατακτήσετε την ειρήνη.

 

Μερικές μορφές αδιαφορίας

3.    Είναι βέβαιο ότι η στάση του αδιάφορου, αυτού  που κλείνει την καρδιά για να μη λαβαίνει υπόψη τους άλλους, αυτού που κλείνει τα μάτια για να μη βλέπει αυτό που τον περιβάλλει, ή απομακρύνεται για να μην έλθει σε επαφή με τα προβλήματα του άλλου, χαρακτηρίζει έναν τύπο ανθρώπου μάλλον διαδεδομένο και παρόντα σε κάθε εποχή της ιστορίας. Ωστόσο, στις μέρες μας, αυτή η στάση έχει ξεπεράσει την ατομική σφαίρα για να λάβει μια παγκόσμια διάσταση και να δημιουργήσει το φαινόμενο της «παγκοσμιοποιημένης αδιαφορίας».

Η πρώτη μορφή αδιαφορίας στην ανθρώπινη κοινωνία είναι η αδιαφορία για τον Θεό, από τον οποίο πηγάζει και η αδιαφορία για τον πλησίον και τη δημιουργία. Είναι ένα από τα σοβαρά προβλήματα ενός εσφαλμένου  ανθρωπισμού και του πρακτικού υλισμού, σε συνδυασμό με μια σχετικιστική και μηδενιστική αντίληψη. Ο άνθρωπος πιστεύει ότι  είναι ο δημιουργός του εαυτού του, της ζωής του, και της κοινωνίας: αισθάνεται αυτάρκης και σκοπεύει όχι μόνο να υποκαταστήσει τον Θεό, αλλά να ζήσει πλήρως χωρίς Αυτόν. Συνεπώς, πιστεύει ότι δεν οφείλει τίποτε σε κανέναν, παρά μόνο στον εαυτό του, και διατείνεται ότι έχει μόνο δικαιώματα [4]. Ενάντια σε αυτή την εσφαλμένη αυτοκατανόηση του ανθρώπου, ο Βενέδικτος 16ος υπενθύμιζε ότι ούτε ο άνθρωπος ούτε η εξέλιξή του είναι ικανοί να δώσουν, από μόνοι τους το έσχατο νόημά τους [5]. Και πριν τον Βενέδικτο 16ο, ο Παύλος 6ος, δήλωνε ότι «δεν υπάρχει αληθινός ανθρωπισμός αν δεν είναι ανοικτός προς το Απόλυτο, αναγνωρίζοντας μια κλήση που προσφέρει την αληθινή έννοια  της ανθρώπινης ζωής»[6].

Η αδιαφορία για τον πλησίον προσλαμβάνει διάφορες όψεις. Υπάρχει αυτός που είναι καλά πληροφορημένος, ακούει ραδιόφωνο, διαβάζει εφημερίδες ή παρακολουθεί τηλεοπτικά προγράμματα, αλλά το κάνει με τρόπο χλιαρό, σχεδόν μέσα σε μια κατάσταση εθισμού: τα άτομα αυτά γνωρίζουν ακαθόριστα τα δράματα που πλήττουν την ανθρωπότητα και δεν αισθάνονται ότι εμπλέκονται σε αυτά, δεν βιώνουν τη συμπόνια. Αυτή είναι η στάση αυτού που γνωρίζει, αλλά διατηρεί τη ματιά, τη σκέψη και την πράξη, στραμμένα στον εαυτό του. Δυστυχώς, οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι η αύξηση της ενημέρωσης, ίδιον του καιρού μας, δεν σημαίνει αυτόματα και αύξηση ενδιαφέροντος για τα προβλήματα, αν αυτή δεν συνοδεύεται από ένα άνοιγμα των συνειδήσεων στην κατεύθυνση της αλληλεγγύης [7]. Απεναντίας, η υπερπληροφόρηση, μπορεί να οδηγήσει σε κορεσμό, που αναισθητοποιεί και, σε κάποιο μέτρο, σχετικοποιεί τη σοβαρότητα των προβλημάτων. «Ορισμένοι απλά ευχαριστιούνται ενοχοποιώντας τους φτωχούς και τις φτωχές Χώρες για τα βάσανά τους, με άδικες γενικεύσεις, και ισχυρίζονται ότι θα βρουν τη λύση μέσω μιας «εκπαίδευσης» που θα τους καθησυχάσει και θα τους μεταμορφώσει σε όντα εξημερωμένα και ακίνδυνα. Αυτό γίνεται ακόμη πιο εξοργιστικό όταν οι αποκλεισμένοι βλέπουν να αναπτύσσεται αυτό το κοινωνικό καρκίνωμα που είναι η βαθιά ριζωμένη διαφθορά σε πολλές Χώρες -στις Κυβερνήσεις, στον επιχειρηματικό χώρο και στους θεσμούς– οποιαδήποτε και αν είναι η πολιτική ιδεολογία των κυβερνώντων» [8].

Σε άλλες περιπτώσεις, η αδιαφορία εκδηλώνεται ως έλλειψη ενδιαφέροντος για την περιβάλλουσα πραγματικότητα, ιδιαίτερα την πιο μακρινή. Ορισμένα άτομα προτιμούν να μην ερευνούν, να μην πληροφορούνται, και ζουν μέσα στην ευημερία και την άνεσή τους, κωφεύοντας εμπρός στην κραυγή πόνου της ανθρωπότητας που υποφέρει. Σχεδόν χωρίς να το αντιληφθούμε, έχουμε καταστεί ανίκανοι να αισθανθούμε συμπόνια για τους άλλους, για τα δράματά τους, δεν μας ενδιαφέρει να φροντίσουμε γι’ αυτούς, λες και αυτό που τους συμβαίνει είναι μια ευθύνη, ξένη προς εμάς, που δεν μας αφορά [9]. «Όταν εμείς είμαστε καλά και αισθανόμαστε άνετοι, βεβαίως ξεχνούμε τους άλλους (κάτι που ο Θεός Πατέρας δεν το κάνει ποτέ), δεν μας ενδιαφέρουν τα προβλήματά τους, τα βάσανά τους και οι αδικίες που υφίστανται… Τότε η καρδιά μας πέφτει στην αδιαφορία: ενώ εγώ είμαι σχετικά καλά και άνετος, ξεχνώ αυτούς που δεν είναι καλά» [10].

Ζώντας μέσα σε ένα κοινό σπίτι, δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε για την κατάσταση της υγείας του, όπως προσπάθησα να κάνω στην Εγκύκλιο Laudato si’. Η μόλυνση των υδάτων και του αέρα, η αδιάκριτη εκμετάλλευση των δασών, η καταστροφή του περιβάλλοντος, είναι συχνά καρπός της αδιαφορίας του ανθρώπου για τους άλλους, διότι τα πάντα είναι σε σχέση μεταξύ τους. Όπως επίσης η συμπεριφορά του ανθρώπου προς τα ζώα, επιδρά στις σχέσεις του με τους άλλους [11], για να μη μιλήσουμε γι’ αυτόν που επιτρέπει στον εαυτό του να κάνει αλλού, αυτό που δεν τολμά να κάνει στο δικό του σπίτι [12]. Σε αυτές και σε άλλες περιπτώσεις, η αδιαφορία προκαλεί πάνω απ’ όλα κλείσιμο στον εαυτό μας και απαλλαγή από υποχρεώσεις, και έτσι καταλήγουμε να συμβάλλουμε στο να μην έχουμε ειρήνη με τον Θεό, με τον άνθρωπο και με τη δημιουργία.

 

Η ειρήνη, απειλούμενη από την παγκοσμιοποιημένη αδιαφορία

4.   Η αδιαφορία για τον Θεό, ξεπερνά την ενδόμυχη και πνευματική σφαίρα του ατόμου και εισχωρεί στη δημόσια και κοινωνική σφαίρα. Καθώς διαβεβαίωνε ο Βενέδικτος 16ος, «υπάρχει μια βαθιά σύνδεση μεταξύ της εξύμνησης του Θεού και της επί γης ειρήνης των ανθρώπων» [13]. Πράγματι, «χωρίς ένα υπερβατικό άνοιγμα, ο άνθρωπος γίνεται εύκολα λεία του σχετικισμού και δυσκολεύεται να ενεργεί με δικαιοσύνη και να στρατεύεται για την ειρήνη» [14]. Η λησμοσύνη και η άρνηση του Θεού, που οδηγούν τον άνθρωπο στο να μην αναγνωρίζει πια κανένα κανόνα υπεράνω του εαυτού του και να έχει ως κανόνα μόνο τον εαυτό του, έχουν προκαλέσει αμέτρητη βαρβαρότητα και βία. [15].

Σε ατομικό και κοινοτικό επίπεδο, η αδιαφορία για τον πλησίον, θυγατέρα της αδιαφορίας για τον Θεό, αποκτά την όψη της νωθρότητας και της αποδέσμευσης από υποχρεώσεις, που τροφοδοτούν τη συνέχιση των καταστάσεων αδικίας και σοβαρών κοινωνικών ανισορροπιών, οι οποίες, με τη σειρά τους, μπορούν να οδηγήσουν σε συγκρούσεις ή, σε κάθε περίπτωση, να δημιουργήσουν ένα κλίμα δυσαρέσκειας, που κινδυνεύει να ξεσπάσει, αργά ή γρήγορα,  σε βιαιότητες και ανασφάλεια.

Υπό αυτή την έννοια, η αδιαφορία και η αποδέσμευση από υποχρεώσεις, που ακολουθεί, αποτελούν μια σοβαρή παράβαση του καθήκοντος που έχει κάθε άνθρωπος να συμβάλλει, στο μέτρο των ικανοτήτων του και του ρόλου που ασκεί στην κοινωνία, για το κοινό καλό, και ιδιαίτερα για την ειρήνη, που είναι ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά της ανθρωπότητας [16].

Όταν κατόπιν εισχωρεί στο θεσμικό επίπεδο, η αδιαφορία για τον άλλο, την αξιοπρέπειά του, τα θεμελιώδη δικαιώματά του και την ελευθερία του, σε συνδυασμό με μια κουλτούρα προσανατολισμένη στο χρήμα και στην απόλαυση, διευκολύνει, και μερικές φορές δικαιολογεί πράξεις και πολιτικές που καταλήγουν να αποτελούν απειλές για την ειρήνη. Αυτή η κατάσταση αδιαφορίας μπορεί επίσης να φθάσει να δικαιολογεί ορισμένες μεμπτές πολιτικές, προαγγέλους αδικιών, διαιρέσεων και βιαιοτήτων, ενόψει της επίτευξης της ατομικής ευημερίας ή της ευημερίας του έθνους. Πράγματι, όχι σπάνια, τα οικονομικά και πολιτικά προγράμματα των ανθρώπων, έχουν ως σκοπό την κατάκτηση ή τη διατήρηση της εξουσίας και του πλούτου, ακόμη και καταπατώντας τα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις απαιτήσεις των άλλων. Όταν οι λαοί βλέπουν να τους αρνούνται τα στοιχειώδη δικαιώματα, όπως το φαγητό, το νερό, την υγειονομική περίθαλψη ή την εργασία, οι λαοί αυτοί, μπαίνουν στον  πειρασμό να τα προμηθευτούν δια της βίας [17].

Επιπλέον, η αδιαφορία για το φυσικό περιβάλλον, ευνοώντας την εκδάσωση, τη μόλυνση και τις φυσικές καταστροφές, που ξεριζώνουν ολόκληρες κοινότητες από το περιβάλλον της ζωής τους, εξαναγκάζοντάς τες στην προσωρινότητα και στην ανασφάλεια, δημιουργεί νέα φτώχεια, νέες καταστάσεις αδικίας, με ολέθριες συχνά συνέπειες για την ασφάλεια και την κοινωνική ειρήνη. Πόσοι πόλεμοι έχουν διεξαχθεί και πόσοι ακόμη θα διεξαχθούν εξαιτίας της έλλειψης πόρων ή της ακόρεστης αναζήτησης φυσικών πόρων [18];

 

Από την αδιαφορία, στρεφόμαστε στην ευσπλαχνία με τη μεταστροφή της καρδιάς

5.   Όταν, προ ενός έτους, στο Μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα της Ειρήνης, «Όχι πια δούλοι, αλλά αδελφοί», ανακαλούσα στη μνήμη την πρώτη βιβλική εικόνα της ανθρώπινης αδελφοσύνης, αυτή του Κάιν και του Άβελ (βλ. Γεν. 4,1-16), το έκανα για να στρέψω την προσοχή στο πώς προδόθηκε αυτή η πρώτη αδελφοσύνη. Ο Κάιν και ο Άβελ, είναι αδέλφια. Προέρχονται και οι δύο από την ίδια μήτρα, έχουν την ίδια αξιοπρέπεια, και είναι πλασμένοι κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού. Αλλά η αδελφοσύνη των δύο αυτών πλασμάτων σπάζει. «Ο Κάιν όχι μόνο δεν ανέχεται τον αδελφό του Άβελ, αλλά τον φονεύει από φθόνο» [19]. Η αδελφοκτονία, γίνεται τότε η μορφή της προδοσίας, η δε απόρριψη, από μέρους του Κάιν, της αδελφοσύνης με τον Άβελ, είναι η πρώτη ρήξη των οικογενειακών σχέσεων αδελφοσύνης, αλληλεγγύης και αμοιβαίου σεβασμού.

Ο Θεός παρεμβαίνει τότε, και καλεί τον άνθρωπο για να του υπενθυμίσει την ευθύνη που έχει απέναντι στον συνάνθρωπό του, όπως ακριβώς έκανε όταν ο Αδάμ και η Εύα, οι πρώτοι γονείς, έσπασαν την κοινωνία με τον Δημιουργό. «Τότε ο Κύριος είπε στον Κάιν: «Πού είναι ο Άβελ, ο αδελφός σου;». Εκείνος απάντησε: «Δεν ξέρω. Μήπως εγώ είμαι φύλακας του αδελφού μου;». Και είπε πάλι ο Θεός: «Τι έκαμες; Η φωνή του αίματος του αδελφού σου φωνάζει προς εμένα από τη γη!» (Γεν.4,9-10).

Ο Κάιν λέει ότι δεν ξέρει τι συνέβη στον αδελφό του, λέει ότι δεν είναι ο φύλακάς του. Δεν αισθάνεται υπεύθυνος για τη ζωή του, για την τύχη του. Δεν νοιώθει εμπλεκόμενος με τον αδελφό του. Είναι αδιάφορος για τον αδελφό του, παρά το γεγονός ότι είναι συνδεδεμένος μαζί του λόγω κοινής προέλευσης. Τι θλίψη! Τι δράμα αδελφικό, οικογενειακό, ανθρώπινο! Αυτή είναι η πρώτη εκδήλωση της αδιαφορίας μεταξύ αδελφών. Ο Θεός, αντίθετα, δεν είναι αδιάφορος: το αίμα του Άβελ, έχει μεγάλη αξία στα μάτια του και ζητάει από τον Κάιν να δώσει λόγο γι’ αυτό. Ο Θεός, λοιπόν, αποκαλύπτεται, από την αρχή της ανθρωπότητας, ως Αυτός που ενδιαφέρεται για την τύχη του ανθρώπου. Όταν αργότερα οι υιοί του Ισραήλ βρίσκονται στη σκλαβιά, στην Αίγυπτο, ο Θεός παρεμβαίνει ξανά. Λέει στο Μωυσή: «Είδα τη δυστυχία του λαού μου στην Αίγυπτο, και άκουσα την κραυγή τους εξαιτίας των καταπιεστών τους. Ξέρω τα βάσανά τους. Γι’ αυτό κατέβηκα να τους γλιτώσω από τους Αιγυπτίους και να τους φέρω από αυτή τη Χώρα, σε μια χώρα μεγάλη και εύφορη, στη χώρα όπου ρέει γάλα και μέλι» (Εξ. 3, 7-8). Είναι σημαντικό να σημειώσουμε τα ρήματα που περιγράφουν την παρέμβαση του Θεού: ο Θεός παρατηρεί, ακούει, γνωρίζει, κατεβαίνει, ελευθερώνει. Ο Θεός δεν είναι αδιάφορος. Προσέχει και ενεργεί.

Κατά τον ίδιο τρόπο, στο πρόσωπο του Ιησού του Υιού του, ο Θεός κατέβηκε μεταξύ των ανθρώπων, σαρκώθηκε, και εμφανίστηκε αλληλέγγυος με την ανθρωπότητα, σε κάθε τι, εκτός της αμαρτίας. Ο Ιησούς ταυτίζεται με την ανθρωπότητα: «ο πρωτότοκος μεταξύ των αδελφών» (Ρωμ. 8,29). Ο Ίδιος δεν αρκούνταν να διδάξει στα πλήθη, αλλά συχνά ανησυχούσε γι’ αυτά, ιδιαίτερα όταν τα έβλεπε πεινασμένα (βλ. Μκ. 6,34-44) ή άνεργα (βλ. Μτ. 20,3). Η ματιά του δεν ήταν στραμμένη μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στα ψάρια της θάλασσας, στα πουλιά του ουρανού, στα φυτά και στα δένδρα, στους μικρούς και μεγάλους. Αγκάλιαζε όλη τη δημιουργία. Ασφαλώς, παρατηρεί, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό, διότι αγγίζει τα πρόσωπα, μιλά μ’ αυτά, δρα προς όφελός τους, και κάνει το καλό σε όποιον βρίσκεται σε ανάγκη. Και όχι μόνο αυτό, αλλά αφήνεται να συγκινηθεί και κλαίει (βλ. Ιω. 11, 33-44). Και δρα για να θέσει τέρμα στον πόνο, στη θλίψη, στη μιζέρια, και στο θάνατο.

Ο Ιησούς μάς διδάσκει να είμαστε σπλαχνικοί όπως ο Πατέρας (βλ. Λκ. 6,36). Στην παραβολή του καλού Σαμαρείτη (βλ. Λκ. 10,29-37) καταγγέλλει την άρνηση βοήθειας εμπρός σε μια επείγουσα ανάγκη των συνανθρώπων: «τον είδε και τον προσπέρασε» (βλ. Λκ. 10,31.32). Ταυτόχρονα, μέσω αυτού του παραδείγματος, ο Ιησούς καλεί τους ακροατές του και ιδιαίτερα τους μαθητές του, να μάθουν να σταματούν εμπρός στα βάσανα αυτού του κόσμου για να τα ανακουφίζουν, εμπρός στις πληγές των άλλων, για να τις περιθάλπουν με τα μέσα που διαθέτουν, ξεκινώντας από τον χρόνο του καθένα, παρά τις πολλές ασχολίες. Πράγματι, η αδιαφορία, συχνά αναζητεί προσχήματα: στην τήρηση των τυπικών κανόνων, στο πλήθος των πραγμάτων που χρειάζεται να κάνουν, στους ανταγωνισμούς που μας κρατούν μακριά, τους μεν από του δε, στις κάθε είδους προκαταλήψεις, που μας εμποδίζουν να γίνουμε ο πλησίον.

Η ευσπλαχνία είναι η καρδιά του Θεού. Γι’ αυτό πρέπει να είναι επίσης η καρδιά όλων αυτών που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως μέλη της μοναδικής μεγάλης οικογένειας των παιδιών του. Μια καρδιά που κτυπά δυνατά οπουδήποτε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια –αντανάκλαση του προσώπου του Θεού στα δημιουργήματά του– είναι σε κίνδυνο. Ο Ιησούς μας προειδοποιεί: η αγάπη για τους άλλους –τους ξένους, τους αρρώστους, τους φυλακισμένους, τους άστεγους, ακόμη και τους εχθρούς– είναι η μονάδα μέτρησης του Θεού για να κρίνει τις πράξεις μας. Από αυτό    εξαρτάται το αιώνιο πεπρωμένο μας. Δεν υπάρχει λόγος  να εκπλησσόμαστε που ο απόστολος Παύλος καλεί τους χριστιανούς της Ρώμης να χαίρονται με αυτούς που χαίρονται και να κλαίνε με αυτούς που κλαίνε (βλ. Ρωμ. 12,15), ή που συστήνει στους χριστιανούς της Κορίνθου να οργανώσουν μια συλλογή χρημάτων σε ένδειξη αλληλεγγύης με τα μέλη της Εκκλησίας που υποφέρουν (βλ. 1 Κορ. 16, 2-3). Και ο άγιος Ιωάννης γράφει: «Αλλά αν κάποιος που έχει τα πλούτη του κόσμου δει τον αδελφό του σε κατάσταση ανάγκης και δεν τον σπλαχνιστεί, πώς ο άνθρωπος αυτός να έχει μέσα του αγάπη για τον Θεό;» (1 Ιω. 3,17. Βλ. Ιακ, 2, 15-16).

Ιδού γιατί «είναι καθοριστικό για την Εκκλησία και για την αξιοπιστία της αναγγελίας της, να ζει και να δίνει μαρτυρία η ίδια της ευσπλαχνίας. Η γλώσσα της και οι πράξεις της πρέπει να μεταδίδουν ευσπλαχνία ώστε να διεισδύει στην καρδιά των ανθρώπων και να τους παρακινεί να βρουν ξανά το δρόμο της επιστροφής προς τον Πατέρα. Η πρώτη αλήθεια της Εκκλησίας είναι η αγάπη του Χριστού. Της αγάπης αυτής, που φθάνει μέχρι τη συγχώρηση και την δωρεά του εαυτού Του, η Εκκλησία γίνεται υπηρέτης και μεσολαβήτρια για τους ανθρώπους. Για τον λόγο αυτό, όπου η Εκκλησία είναι παρούσα, εκεί πρέπει να είναι φανερή η ευσπλαχνία του Πατέρα. Στις ενορίες μας, στις κοινότητες, στις οργανώσεις και στα κινήματα, τελικά παντού όπου υπάρχουν χριστιανοί, ο καθένας θα πρέπει να μπορεί να βρει μια όαση ευσπλαχνίας» [20].

‘Έτσι, καλούμαστε και εμείς να φροντίσουμε ώστε η αγάπη, η συμπόνια, η ευσπλαχνία και η αλληλεγγύη, να γίνουν για μας ένα αληθινό πρόγραμμα ζωής, ένα στυλ συμπεριφοράς στις σχέσεις μας με τους άλλους [21]. Αυτό απαιτεί τη μεταστροφή της καρδιάς: δηλαδή, η χάρη του Θεού να μεταμορφώσει την πέτρινη καρδιά μας σε καρδιά σάρκινη (βλ. Ιεζ. 36,26), ικανή να ανοιχτεί στους άλλους με αυθεντική αλληλεγγύη. Αυτή, πράγματι, είναι περισσότερο από ένα «ακαθόριστο συναίσθημα συμπόνιας ή επιφανειακής συγκίνησης εμπρός στα βάσανα τόσων ανθρώπων, κοντινών ή μακρινών» [22]. Η αλληλεγγύη «είναι  η σταθερή και επίμονη απόφαση να στρατευτούμε για το κοινό καλό: δηλαδή, για το καλό όλων και του καθένα, διότι όλοι είμαστε αληθινά υπεύθυνοι για όλους» [23]. Διότι η συμπόνια πηγάζει από την αδελφοσύνη.

Υπό αυτή την έννοια, η αλληλεγγύη αποτελεί την ηθική και κοινωνική στάση που ανταποκρίνεται καλύτερα στη συνειδητοποίηση των τραυμάτων της εποχής μας και της αναντίρρητης αλληλεξάρτησης, που εδραιώνεται ολοένα και περισσότερο, ιδιαίτερα μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο, μεταξύ της ζωής του ατόμου και της κοινότητάς του σε ένα καθορισμένο τόπο, και της ζωής άλλων ανδρών και γυναικών στα άλλα μέρη του κόσμου [24].

 

Να προωθήσουμε μια κουλτούρα αλληλεγγύης και ευσπλαχνίας για να νικήσουμε την αδιαφορία

6.  Η αλληλεγγύη ως ηθική αρετή και κοινωνική στάση, καρπός της προσωπικής μεταστροφής, απαιτεί μια στράτευση από μέρους ενός πλήθους υποκειμένων που έχουν ευθύνες διαπαιδαγώγησης και εκπαίδευσης.

Η πρώτη μου σκέψη, πηγαίνει στις οικογένειες που καλούνται σε μια πρωταρχική και απαραίτητη αποστολή διαπαιδαγώγησης. Αυτές αποτελούν τον πρώτο χώρο όπου βιώνονται και μεταδίδονται οι αξίες της αγάπης και της αδελφοσύνης, της συμβίωσης και του μοιράσματος, της προσοχής και της φροντίδας του άλλου. Αυτές είναι το προνομιακό περιβάλλον για τη μετάδοση της πίστεως, ξεκινώντας από εκείνες τις μικρές απλές πράξεις ευσέβειας που οι μητέρες μαθαίνουν στα παιδιά τους [25].

Όσον αφορά τους εκπαιδευτές και παιδαγωγούς, οι οποίοι, στο σχολείο ή στα διάφορα κέντρα συνάθροισης παιδιών και νέων, έχουν το δεσμευτικό καθήκον να εκπαιδεύουν τα παιδιά και τους νέους, θα πρέπει να έχουν τη συναίσθηση ότι η ευθύνη τους αφορά την πνευματική και την κοινωνική διάσταση του προσώπου. Οι αξίες της ελευθερίας, του αμοιβαίου σεβασμού και της αλληλεγγύης, μπορούν να μεταδίδονται και στην πιο τρυφερή ηλικία. Απευθυνόμενος στους υπεύθυνους των θεσμών, που ασχολούνται με την εκπαίδευση, ο Βενέδικτος 16ος, δήλωνε: «Είθε κάθε εκπαιδευτικό κέντρο να είναι χώρος ανοίγματος στο υπερβατικό και στους άλλους, χώρος διαλόγου, συνοχής και ακρόασης, όπου ο νέος να αισθάνεται ότι αξιοποιούνται οι δυνατότητές του και ο εσωτερικός του πλούτος, και να μαθαίνει να εκτιμά τους αδελφούς. Είθε σε κάθε κέντρο εκπαίδευσης να μεταδίδεται η απόλαυση της χαράς που πηγάζει από το καθημερινό βίωμα της αγάπης και της συμπόνιας για τον πλησίον, και από την ενεργό συμμετοχή στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας πιο ανθρώπινης και αδελφικής» [26].

Αλλά και οι εργαζόμενοι στον πολιτιστικό τομέα και στα μέσα επικοινωνίας, έχουν ευθύνη στο πεδίο της εκπαίδευσης και της διαπαιδαγώγησης, ιδιαίτερα στις σύγχρονες κοινωνίες, όπου η πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας διευρύνεται και διευκολύνεται όλο και περισσότερο. Καθήκον τους είναι, πριν απ’ όλα, να τεθούν στην υπηρεσία της αλήθειας και όχι ειδικών συμφερόντων. Πράγματι, τα μέσα επικοινωνίας «δεν ενημερώνουν μόνο, αλλά και διαμορφώνουν το πνεύμα των αποδεκτών τους και συνεπώς μπορούν να έχουν αξιοσημείωτη συνεισφορά στην εκπαίδευση των νέων. Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη ότι ο δεσμός μεταξύ εκπαίδευσης και επικοινωνίας είναι στενότατος: η εκπαίδευση, πράγματι, συντελείται διαμέσου της επικοινωνίας, που επιδρά θετικά ή αρνητικά, στη συγκρότηση του προσώπου» [27]. Οι εργαζόμενοι στον πολιτιστικό τομέα και στα μέσα επικοινωνίας, θα πρέπει επίσης να επαγρυπνούν ώστε ο τρόπος άντλησης και μετάδοσης των πληροφοριών να είναι πάντοτε νομικά και ηθικά θεμιτός.

 

Η ειρήνη: καρπός μιας κουλτούρας αλληλεγγύης, ευσπλαχνίας και συμπόνιας

7.   Έχοντας επίγνωση της απειλής μιας παγκοσμιοποίησης της αδιαφορίας, δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι, στο σενάριο που περιγράψαμε παραπάνω, εντάσσονται και πολλές πρωτοβουλίες και ενέργειες θετικές, που μαρτυρούν τη συμπόνια, την ευσπλαχνία και την αλληλεγγύη, για τις οποίες είναι ικανός ο άνθρωπος. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ορισμένα παραδείγματα αξιέπαινης στράτευσης, που αποδεικνύουν ότι ο καθένας μπορεί να νικήσει την αδιαφορία επιλέγοντας να μην αποστρέψει το βλέμμα του από τον πλησίον, και ότι τα παραδείγματα αυτά, αποτελούν καλές πρακτικές στην  πορεία για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία.

Υπάρχουν πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις και φιλανθρωπικές ομάδες, μέσα στην Εκκλησία και εκτός αυτής, των οποίων τα μέλη, σε περιστάσεις επιδημιών, συμφορών ή ενόπλων συγκρούσεων, αντιμετωπίζουν κόπο και κινδύνους προκειμένου να φροντίσουν τους τραυματίες και τους αρρώστους και για να θάψουν τους νεκρούς. Μαζί με αυτούς, θα ήθελα να αναφέρω τα πρόσωπα και τις οργανώσεις που προσφέρουν βοήθεια στους μετανάστες, οι οποίοι, διασχίζουν ερήμους και οργώνουν θάλασσες σε αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής.  Αυτές οι πράξεις είναι έργα ευσπλαχνίας υλικά και πνευματικά, για τα οποία θα κριθούμε στο τέλος της ζωής μας.

Η σκέψη μου πηγαίνει επίσης στους δημοσιογράφους και στους φωτορεπόρτερ που ενημερώνουν την κοινή γνώμη για τις δύσκολες καταστάσεις που προβληματίζουν τις συνειδήσεις, και σ’ αυτούς που στρατεύονται για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδιαίτερα των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, των ιθαγενών, των γυναικών και των παιδιών, και όλων αυτών που ζουν σε περισσότερο τρωτές καταστάσεις. Μεταξύ αυτών υπάρχουν και πολλοί ιερείς και ιεραπόστολοι, οι οποίοι, ως καλοί ποιμένες, παραμένουν κοντά στους πιστούς των και τους στηρίζουν, παρά τους κινδύνους και τις ταλαιπωρίες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια ενόπλων συγκρούσεων.

Πόσες, κατόπιν, οικογένειες, εν μέσω πολλών επαγγελματικών και κοινωνικών δυσκολιών, στρατεύονται έμπρακτα για να εμφυσήσουν στα παιδιά τους «ενάντια στο ρεύμα», με κόστος πολλών θυσιών, τις αξίες της αλληλεγγύης, της συμπόνιας και της αδελφοσύνης! Πόσες οικογένειες ανοίγουν τις καρδιές τους και τα σπίτια τους σε όποιον βρίσκεται σε ανάγκη, όπως στους πρόσφυγες και στους μετανάστες! Θέλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα όλα τα πρόσωπα, τις οικογένειες, τις ενορίες, τις θρησκευτικές  κοινότητες, τα μοναστήρια και τα προσκυνητήρια, που ανταποκρίθηκαν αμέσως στην έκκλησή μου να υποδεχτούν μια οικογένεια προσφύγων [28].

Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω τους νέους που ενώνονται για να πραγματοποιήσουν σχέδια αλληλεγγύης, και όλους αυτούς που ανοίγουν την αγκαλιά τους για να βοηθήσουν τον αναγκεμένο πλησίον στις πόλεις τους, στη Χώρα τους ή σε άλλες περιοχές του κόσμου. Θέλω να ευχαριστήσω και να ενθαρρύνω όλους αυτούς που στρατεύονται με παρόμοιες πράξεις, παρόλο που αυτές δεν δημοσιοποιούνται: η πείνα και η δίψα τους για δικαιοσύνη θα ικανοποιηθεί, η ευσπλαχνία τους θα τους κάνει να βρουν ευσπλαχνία και, ως εργάτες ειρήνης, θα ονομαστούν παιδιά του Θεού (βλ. Μτ. 5,6-9).

 

Η ειρήνη: σημείο του Ιωβηλαίου της Ευσπλαχνίας

8. Στο πνεύμα του Ιωβηλαίου της Ευσπλαχνίας, ο καθένας καλείται να αναγνωρίσει με ποιούς τρόπους η αδιαφορία εκδηλώνεται στην προσωπική του ζωή και να προβεί σε συγκεκριμένη στράτευση για να συμβάλει στη βελτίωση της πραγματικότητας στην οποία ζει, ξεκινώντας από την οικογένειά του, από τη γειτονιά του ή το χώρο εργασίας του.

Και τα Κράτη καλούνται να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες, σε θαρραλέες πράξεις, για τα πιο αδύναμα πρόσωπα της κοινωνίας τους, όπως οι φυλακισμένοι, οι μετανάστες, οι άνεργοι, και οι άρρωστοι.

Όσον αφορά τους κρατούμενους, σε πολλές περιπτώσεις, καθίσταται επείγον να υιοθετηθούν συγκεκριμένα μέτρα για να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής τους στις φυλακές, παρέχοντας ιδιαίτερη προσοχή σε αυτούς που στερούνται την ελευθερία αναμένοντας τη δίκη [29], έχοντας υπόψη τη σωφρονιστική σκοπιμότητα των ποινικών κυρώσεων, και εκτιμώντας τη δυνατότητα ένταξης στις εθνικές νομοθεσίες εναλλακτικές ποινές κράτησης στη φυλακή. Σε αυτό το πλαίσιο, επιθυμώ να επαναλάβω την έκκληση στις κρατικές Αρχές, για την κατάργηση της θανατικής ποινής, εκεί όπου αυτή είναι ακόμη σε ισχύ, και να εξεταστεί η δυνατότητα μιας αμνηστίας.

Όσον αφορά τους μετανάστες, θα ήθελα να απευθύνω μια πρόσκληση να επανεξεταστούν οι νομοθεσίες για τις μεταναστεύσεις, ώστε να διαπνέονται από τη βούληση υποδοχής, με σεβασμό στα αμοιβαία καθήκοντα και ευθύνες, και να μπορούν να διευκολύνουν την ενσωμάτωση των μεταναστών. Σε αυτή την προοπτική, ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στις συνθήκες παραμονής των μεταναστών, έχοντας υπόψη ότι η παρανομία ενέχει τον κίνδυνο να παρασύρει στην εγκληματικότητα.

Επιθυμώ ακόμη, στο Έτος αυτό του Ιωβηλαίου να διατυπώσω μια πιεστική έκκληση στους υπεύθυνους των Κρατών να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες προς όφελος των αδελφών μας, ανδρών και γυναικών, που υποφέρουν λόγω έλλειψης εργασίας, γης και στέγης. Σκέπτομαι τη δημιουργία θέσεων αξιοπρεπούς εργασίας για να επουλωθεί η κοινωνική πληγή της ανεργίας, που περιλαμβάνει ένα μεγάλο αριθμό οικογενειών και νέων, και έχει βαρύτατες συνέπειας στη αντοχή όλης της κοινωνίας. Η ανεργία προσβάλλει βαριά την αίσθηση αξιοπρέπειας και ελπίδας, και μόνο εν μέρει μπορεί να συμψηφιστεί από επιδόματα, παρότι αναγκαία, που προορίζονται για τους ανέργους και τις οικογένειές τους. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στις γυναίκες – υφιστάμενες διακρίσεις, δυστυχώς ακόμη και σήμερα, στο πεδίο της εργασίας – και σε ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, των οποίων η κατάσταση είναι προσωρινή ή επικίνδυνη, και οι αμοιβές τους δεν αντιστοιχούν στη σημασία της κοινωνικής τους αποστολής.

Τέλος, θα ήθελα να προσκαλέσω τους υπεύθυνους των Κρατών, να πραγματοποιήσουν αποτελεσματικές δράσεις για να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής των αρρώστων, εξασφαλίζοντας σε όλους την πρόσβαση στις ιατρικές φροντίδες και στα απαραίτητα για τη ζωή φάρμακα, καθώς επίσης και τη δυνατότητα θεραπείας στο σπίτι.

Στρέφοντας το βλέμμα πέραν των δικών τους συνόρων, οι υπεύθυνοι των Κρατών καλούνται επίσης να ανανεώσουν τις σχέσεις τους με τους άλλους λαούς, επιτρέποντας σε όλους μια πραγματική συμμετοχή και ένταξη στη ζωή της διεθνούς κοινότητας, ώστε να πραγματοποιηθεί η αδελφοσύνη και μέσα στην οικογένεια των εθνών.

Σε αυτή την προοπτική, επιθυμώ να απευθύνω μια τριπλή έκκληση, να απέχουν από το να  παρασύρουν τους άλλους λαούς σε συγκρούσεις ή πολέμους που καταστρέφουν όχι μόνο τον υλικό, πολιτισμικό και κοινωνικό πλούτο τους, αλλά επίσης –και για μεγάλο χρονικό διάστημα– την ηθική και πνευματική ακεραιότητα. Να διαγράψουν ή να καταστήσουν βιώσιμο το διεθνές χρέος των πιο φτωχών Χωρών. Να εφαρμόσουν πολιτικές συνεργασίας, οι οποίες, αντί να υποτάσσονται στη δικτατορία κάποιων ιδεολογιών, να σέβονται τις αξίες των τοπικών πληθυσμών και, σε κάθε περίπτωση, να μη βλάπτουν το θεμελιώδες και αναλλοίωτο δικαίωμα των μελλόντων να γεννηθούν στη ζωή.

Εμπιστεύομαι αυτές τις σκέψεις, μαζί με τις καλύτερες ευχές για το νέο Έτος, στη μεσιτεία της αειπαρθένου Μαρίας, Μητέρας στοργικής για τις ανάγκες της ανθρωπότητας, ώστε ο Υιός της Ιησούς, Άρχοντας της Ειρήνης, να εισακούσει τις ικεσίες μας και να ευλογήσει την καθημερινή μας στράτευση για έναν κόσμο αδελφικό και αλληλέγγυο.

 

Από το Βατικανό, 8 Δεκεμβρίου 2015

Εορτή της Αμιάντου Συλλήψεως της Μακαρίας  Αειπαρθένου Μαρίας, έναρξη του Έκτακτου Ιωβηλαίου της Ευσπλαχνίας

 

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ

 

 

____________________________
[1] Β΄ Βατ. Οικ. Σύνοδος, Ποιμ. Διάταξη, Gaudium et spes, 1.

[2] Cfr στο αυτό, 3.

[3] Βούλα προκήρυξης έκτακτου Ιωβηλαίου της Ευσπλαχνίας, Misericordiae Vultus, 14-15.

[4] Βλ. Βενέδικτος 16ος , Εγκ. Επιστ. Caritas in veritate, 43.

[5] Βλ. στο αυτό, 16.

[6] Εγκ. Επιστ. Populorum progressio, 42.

[7] «Η όλο και πιο παγκοσμιοποιημένη κοινωνία φέρνει πιο κοντά τους μεν προς τους δε, αλλά δεν μας κάνει αδέλφια. Η λογική, από μόνη της, είναι σε θέση να συλλάβει την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων και να καθορίσει μια πολιτισμένη συμβίωση μεταξύ τους, αλλά δεν είναι ικανή να εδραιώσει την αδελφοσύνη»  (Βενέδικτος 16ος, Εγκ. Επιστ. Caritas in veritate, 19).

[8] Αποστ. Παραίνεση, Evangelii gaudium, 60.

[9] Βλ. στο αυτό, 54.

[10] Μήνυμα για την Τεσσαρακοστή 2015

[11] Βλ. Εγκ, Επιστ. Laudato si, 92.

[12] Βλ. στο αυτό, 51.

[13] Ομιλία επ’ ευκαιρία των ευχών προς το Διπλωματικό Σώμα στην Αγία Έδρα, 7 Ιανουαρίου 2013.

[14] Στο αυτό

[15] Βλ. Βενέδικτος 16ος, Παρέμβαση κατά την Ημέρα στοχασμού, διαλόγου και προσευχής για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον κόσμο, Ασίζη , 27 Οκτωβρίου 2011. 

 [16] Βλ. Αποστ, Παραίνεση, Evangelii gaudium, 217-237.

[17]  «Αλλά έως ότου δεν εξαλείφονται ο αποκλεισμός και η ανισότητα στην κοινωνία και μεταξύ των λαών, θα είναι αδύνατο να ξεριζωθεί η βία. Κατηγορούνται για τη βία οι φτωχοί και οι φτωχότεροι λαοί, αλλά, χωρίς ίσες ευκαιρίες, οι διάφορες μορφές επιθέσεων και πολέμων θα βρίσκουν γόνιμο έδαφος που αργά ή γρήγορα θα προκαλέσει την έκρηξη. Όταν η κοινωνία – τοπική, εθνική ή παγκόσμια – εγκαταλείπει στην περιφέρεια ένα μέρος του εαυτού της, δεν θα υπάρξουν πολιτικά προγράμματα, ούτε δυνάμεις της τάξης ή της ιντελλιγκέντσιας, που να μπορούν να εξασφαλίσουν απεριόριστα την ηρεμία. Τούτο δεν συμβαίνει μόνο επειδή η ανισότητα προκαλεί τη βίαιη αντίδραση αυτών που είναι αποκλεισμένοι από το σύστημα, αλλά επειδή το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα είναι άδικο στη ρίζα του. Όπως το καλό τείνει να μεταδίδεται, έτσι το κακό που γίνεται αποδεκτό, δηλαδή η αδικία, τείνει να επεκτείνει την επιζήμια δύναμή του και να αποσαθρώνει σιωπηλά τα θεμέλια οιουδήποτε πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, όσο στέρεο και αν αυτό μπορεί να φαίνεται» (Αποστ. Παραίνεση Evangelii gaudium, 59).

[18] Βλ. Εγκ. Επιστ. Laudato si, 3148.

[19] Μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα για την ειρήνη 2015, 2.

[20] Βούλα προκήρυξης έκτακτου Ιωβηλαίου της Ευσπλαχνίας, Misericordiae Vultus, 12

[21] Βλ. στο αυτό, 13.

[22] Ιωάννης Παύλος 2ος , Εγκ. Επιστ. Sollecitudo rei socialis, 38.

[23] Στο αυτό.

[24] Στο αυτό.

[25] Βλ. Κατήχηση στη Γενική Ακρόαση της 7 Ιανουαρίου 2015

[26] Μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα της Ειρήνης 2012, 2

 [27] Στο αυτό.

[28] Βλ.  Angelus της 6ης Σεπτεμβρίου 2015

[29] Βλ. Ομιλία προς την αντιπροσωπεία της Διεθνούς Ένωσης ποινικού δικαίου, 23 Οκτωβρίου 2014.

 

 

 

 

Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian