Εκκοσμίκευση ή Κοσμικότητα

Εκκοσμίκευση ή Κοσμικότητα

Είναι οι όροι με τους  οποίους ονομάζουμε μιαν αντίληψη που έχει καταστεί γενική νοοτροπία  από την πολιτισμική επίδραση που κατέστη κυρίαρχη μέσω της πολιτικής εξουσίας και της δημόσιας εκπαίδευσης. Είναι η «ομολογία ότι ο άνθρωπος ανήκει στον εαυτό του και μόνο στον εαυτό του» (Cornelio Fabro).  Είναι η αλαζονεία μιας πλήρους αυτονομίας από μέρους του ανθρώπου.

Είναι η αιτία της βαθιάς δυσκολίας εμπρός στην οποία βρίσκεται σήμερα η θρησκευτική συνείδηση. Πράγματι, ένας Θεός, που δεν έχει σχέση με τη ζωή είναι ένας Θεός τουλάχιστο αχρείαστος. Συνεπώς, όσο περισσότερο ένας άνθρωπος είναι δραστήριος, ενδιαφέρεται για τη ζωή και είναι στρατευμένος σ’ αυτήν, τόσο περισσότερο θα αισθάνεται ότι σπαταλά χρόνο ασχολούμενος με έναν τέτοιο Θεό.  Ο Θεός περιορίζεται σε μια επιλογή λίγο ως πολύ ιδιωτική, σε μια παθητική ψυχολογική ανακούφιση, σε ένα γεγονός μουσειακό. Για τον άνθρωπο που, ελλείψει χρόνου, δεν προλαβαίνει να πραγματοποιήσει τα επιχειρηματικά του σχέδια, ο Θεός αυτός όχι μόνο του φαίνεται ανώφελος, αλλά και επιζήμιος, «όπιο του λαού».

Μια κοινωνία διαμορφωμένη και εμποτισμένη με αυτή την νοοτροπία μπορεί τυπικά να μην είναι άθεη, αλλά στην πράξη είναι.

Ένας παρόμοιος Θεός, όχι μόνο είναι   ανώφελος, όχι μόνο είναι επιζήμιος, αλλά δεν είναι καν Θεός. Ένας Θεός που δεν ενδιαφέρεται για τη δράση του ανθρώπου, για την πνευματική του ανάπτυξη, για την πορεία του προς τον προορισμό του, στην καλύτερη των περιπτώσεων συνιστά μια σπατάλη χρόνου και διαπιστώνοντας το σύνολο των επιπτώσεων από αυτόν το Θεό, μπορούμε να συμπεράνουμε πως θα πρέπει να τον βγάλουμε από τη μέση, να τον διαγράψουμε. Η φράση: «ο Θεός αδιαφορεί και δεν ασχολείται μ’ εμάς», οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο Θεός δεν υπάρχει.

Ο αληθινός εχθρός μιας αυθεντικής θρησκευτικότητας, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι τόσο ο αθεϊσμός, όσο αυτή η εκκοσμίκευση: πράγματι, ένα ιερό που δεν έχει σχέση με το συγκεκριμένο πεδίο των καθημερινών ενδιαφερόντων του ανθρώπου καθιστά τη σχέση με τον Θεό αποκλειστικά και μόνο υποκειμενική. Και η ανθρώπινη πραγματικότητα παραμένει με τα προβλήματά της και τα ενδιαφέροντά της που καταλήγουν στο έλεος των κριτηρίων του ανθρώπου, και στην πράξη καθορίζονται από την εξουσία.

Επιπτώσεις της εκκοσμίκευσης

Η μετάβαση στην μοντέρνα εποχή του διαφωτισμού και της εκκοσμίκευσης, συντάραξε θεμελιώδεις αξίες και ανέτρεψε την πολιτισμική χριστιανική παράδοση. Οι θεμελιώδεις αυτές αξιες είναι κυρίως τέσσερεις:

1η. Πριν απ’ όλα η έννοια της λογικής υπέστη μια μείωση. Η λογική ως μέτρο της πραγματικότητας, εμπεριέχει γι’ αυτήν μιαν αντίληψη που την μπλοκάρει λες και  πρόκειται για ένα «δωμάτιο». Μπορεί να θέλουμε να την διευρύνουμε, αλλά ως δωμάτιο, είναι περιορισμένη και προορίζεται να καταστεί ένας τάφος μέσα στον οποίο θα παραμείνει εγκλωβισμένη (φυλακισμένη).

Η λογική ως «μέτρο όλων των πραγμάτων» - και λοιπόν ο άνθρωπος μέτρο της πραγματικότητας – είναι στην πράξη μια φυλακή: πέραν των τοίχων της, διακηρύττει ότι δεν υπάρχει τίποτε. Ο άνθρωπος, μέτρο όλων των πραγμάτων, είναι ένα ον που κλείνεται μέσα σε ένα περιορισμένο ορίζοντα καθιστώντας αδύνατο κάθε τι το νέο στη ζωή του. Αν αυτό που το μέτρο μου δεν μπορεί να μετρήσει, κάθε τι νέο, είναι μονάχα φαινομενικό, δηλαδή τυπικό, λες και πρόκειται για ένα κατασκευαστικό παιχνίδι παιδιού. Μπορεί να αλλάξει την τυπική κατασκευή, αλλά τα κομμάτια που την απαρτίζουν θα είναι πάντοτε τα ίδια. Όταν η λογική παραμένει «δωμάτιο», καταστρέφει τη δύναμή της και νεκρώνει την περιπέτεια, την ανακάλυψη, και τη δημιουργικότητα της ζωής.

Αντίθετα, για τη χριστιανική παράδοση, η λογική είναι ένα βλέμμα ανοικτό, ή για να παραμείνω στο παράδειγμα, δεν είναι «δωμάτιο», αλλά «παράθυρο ανοικτό» προς μια πραγματικότητα μέσα στην οποία δεν έπαψε ποτέ να εισδύει. Μια πραγματικότητα, την οποία ο άνθρωπος κατέχει και βιώνει ως δική του, στο μέτρο που προσχωρεί σ΄αυτήν, την αποδέχεται και την υπακούει.  Η λογική είναι συνείδηση της πραγματικότητας στην ολότητά της. Για τον λόγο αυτόν, η θρησκευτικότητα είναι η κορύφωση της λογικότητας ως βεβαίωση του πλήρους νοήματος που αντιπροσωπεύει ακριβώς η ένδειξη του όλου της πραγματικότητας.

Αυτή η απάλειψη του νέου, είναι επίσης υπεύθυνη και για την κατάργηση της χαρακτηριστικής διάστασης της αληθινής λογικής, που είναι η ικανότητα της ερευνητικής δυνατότητας. Ο Einstein, σε ένα διάλογο λίγες μέρες πριν το θάνατό του, δήλωσε πως ένας άνθρωπος που δεν θα αναγνώριζε «το ανεξιχνίαστο μυστήριο» δεν θα μπορούσε να είναι ένας επιστήμονας: δεν θα μπορούσε πράγματι, να θεμελιώσει την ικανότητα της δυνατότητας του ανθρώπου που είναι θεμελιώδης για την έρευνα.

2η. Μια άλλη υποβάθμιση που η εκκοσμίκευση επιφέρει, είναι αυτή της εικόνας της ελευθερίας.

Αυτή υποβαθμίζεται επειδή περιορίζει τη δυνατότητα που έχει να προσεγγίζει ορισμένα πράγματα, να συνδέεται με αυτά, και να κάνει δεσμούς μαζί τους. Μπορούμε να μεταφράσουμε την υποβάθμιση αυτή λέγοντας, με κάποια κοινοτοπία, ότι η ελευθερία αναγνωρίζεται κυρίως ως εγκατάλειψη  του εαυτού σχεδόν αποκλειστικά στην αυθόρμητη αντίδραση, στην παρόρμηση των    ενστίκτων, στον επηρεασμό από ιδεολογίες ή απόψεις άλλων.

Ενώ για τον χριστιανισμό, η ελευθερία έγκειται στην προσήλωση στο πραγματικό, στο «είναι». Είναι η προσήλωση στο εκτός του εγώ άλλο, που συμπληρώνει, βοηθάει στην πνευματική ανάπτυξη, οικοδομεί και πραγματώνει την προσωπικότητά μας. Ελευθερία, λοιπόν, είναι μια συναισθηματική δύναμη που οδηγεί σε ένα «Εσύ» έσχατο. Ελευθερία είναι η εποικοδομητική ενέργεια του εγώ διαμέσου της προσήλωσης στον «Άλλον».

3η. Μια ακόμη βαθιά αλλαγή επιφέρεται στην ιδέα της συνείδησης.

Για τη μοντέρνα κουλτούρα, η συνείδηση είναι ο χώρος όπου διαμορφώνονται κριτήρια και κατευθύνσεις των πράξεων των ανθρώπων, είναι η αυτόνομη πηγή των ηθικών κανόνων.

Για τη χριστιανική παράδοση, η συνείδηση είναι ο χώρος όπου η ελευθερία του εγώ ακούει τη Φωνή ενός Άλλου, ο χώρος όπου αναδεικνύεται η αντικειμενικότητα μιας τάξης που δόθηκε  από εκτός του εγώ  χώρο,  στην οποία υπακούει. Τι αβυσσαλέα διαφορά ανάμεσα στις εκφράσεις: «εγώ  ακολουθώ τη συνείδησή μου», υπό την έννοια του αντικειμενικού χώρου υπακοής, και «ακολουθώ τη συνείδησή μου», υπό την έννοια του υποκειμενικού χώρου της έσχατης ερμηνείας!

4η. Ένα τελευταίο παράδειγμα ριζικά διαφορετικής κατεύθυνσης αξιών, είναι η εξέλιξη μιας κάποιας  σημασίας της κουλτούρας.

Ας πράγματι ο άνθρωπος θεωρείται μέτρο και αλήθεια του κόσμου, η κουλτούρα είναι μια ανθρώπινη προβολή πάνω στην πραγματικότητα για να την κατακτήσει. Συνεπώς, για τη σύγχρονη εποχή, ο όρος κουλτούρα αναφέρεται στο «έχειν» κάθε ατόμου. Η κουλτούρα ως «έχω ή κατέχω» χρησιμοποιεί την επιστήμη και την τεχνολογία ως αυτοσκοπό, για να αποκτήσει περισσότερα αγαθά της πραγματικότητας, ενώ αυτές (επιστήμη και τεχνολογία) ως ειδικές λειτουργίες  ενός παγκόσμιου Οργανισμού θα έπρεπε να συμβάλλουν ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να αναπτύξει περισσότερο το «είναι» του.

Με αυτό τον τρόπο, ακόμη και η επιστήμη και η τεχνολογία – και με αυτές αυτός που τις χρησιμοποιεί – είναι καταδικασμένες να υπηρετούν μια ιδεολογία που δίνει έμφαση στην ιδιαίτερη άποψη σύμφωνα με την οποία έχει συμφέρον να κινηθεί για να «έχει» περισσότερα.

Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, που με τόση επιμονή επαναλάμβανε ο Ιωάννης Παύλος ο 2ος, η κουλτούρα είναι ένα φαινόμενο εξανθρωπισμού του ανθρώπου, μια πορεία πραγμάτωσης του ανθρώπου. Γι’ αυτό αφορά το «είναι» και όχι το «έχειν» του ανθρώπου.

 

Διασκευή Πέτρου Ανδριώτη από το βιβλίο του θεολόγου π. Luigi Giussani.

Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian