Ο Θεός είναι αγάπη

cantalamesa_02

του π.Raniero Cantalamessa OFMCap

Η πρώτη και βασικότερη αγγελία που η Εκκλησία είναι επιφορτισμένη να μεταδώσει στον κόσμο και την οποία ο κόσμος αναμένει από την Εκκλησία, είναι αυτή της αγάπης του Θεού. Αλλά για να είναι σε θέση οι αγγελιαφόροι να μεταδώσουν αυτήν τη βεβαιότητα, είναι απαραίτητο οι ίδιοι να είναι βαθιά εμποτισμένοι από αυτήν και να αποτελεί το φως της ζωής τους. Αυτόν το σκοπό θέλει να υπηρετήσει, τουλάχιστο κατά ένα ελάχιστο μέρος, η παρούσα μελέτη.

Η έκφραση «αγάπη του Θεού», επιδέχεται δύο ερμηνείες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους: στη μια ο Θεός είναι αντικείμενο, στην άλλη ο Θεός είναι υποκείμενο. Η μια δηλώνει την αγάπη μας για τον Θεό, η άλλη δηλώνει την αγάπη του Θεού για μας. Ο άνθρωπος, που από τη φύση του είναι περισσότερο ενεργητικός παρά παθητικός, που αισθάνεται περισσότερο πιστωτής παρά οφειλέτης, έδωσε πάντοτε προτεραιότητα στην πρώτη ερμηνεία, σ΄αυτό που εμείς κάνουμε για τον Θεό. Ακόμα και το χριστιανικό κήρυγμα ακολούθησε αυτή την οδό, μιλώντας σε κάποιες εποχές, σχεδόν αποκλειστικά για το «καθήκον» να αγαπάμε τον Θεό («De diligendo Deo”).

Αλλά η βιβλική αποκάλυψη δίνει προτεραιότητα στην δεύτερη ερμηνεία: στην αγάπη «του» Θεού, όχι στην αγάπη «προς» τον Θεό. Ο Αριστοτέλης έλεγε πως ο Θεός κινεί τον κόσμο «επειδή αγαπιέται», δηλαδή επειδή είναι αντικείμενο αγάπης και τελικός σκοπός όλων των πλασμάτων[1]. Όμως η Βίβλος λέει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ότι ο Θεός δημιουργεί και κινεί τον κόσμο επειδή αγαπά τον κόσμο. Το πιο σημαντικό πράγμα, σε σχέση με την αγάπη του Θεού, δεν είναι λοιπόν ότι ο άνθρωπος αγαπά τον Θεό, αλλά ότι ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο και τον αγαπά «πρώτος»: «Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της αγάπης του Θεού: Όχι ότι εμείς τον αγαπήσαμε, αλλά ότι αυτός μας αγάπησε» (Α! Ιω. 4,10). Από αυτό εξαρτώνται όλα τα άλλα, ακόμα και η ίδια η ικανότητά μας να αγαπάμε τον Θεό: «Εμείς αγαπάμε τον Θεό, γιατί εκείνος πρώτος μας αγάπησε» (Α1 Ιω. 4,19).

  1. Η αιώνια αγάπη του Θεού.

Ο Ιωάννης είναι ο άνθρωπος των μεγάλων αλμάτων. Στην ανασύνθεση της επίγειας ζωής του Χριστού, οι άλλοι σταμάτησαν στην γέννησή του από τη Μαρία, ενώ ο Ιωάννης κάνει το μεγάλο άλμα προς τα πίσω και ξεκινά από την αιωνιότητα. «Απ΄όλα πριν υπήρχε ο Λόγος». Το ίδιο κάνει και για την αγάπη. ‘Όλοι οι άλλοι, ακόμα και ο Παύλος, μίλησαν για τη αγάπη του Θεού που φανερώθηκε στην ιστορία και κορυφώθηκε στον θάνατο του Χριστού. Εκείνος ανατρέχει πέραν της ιστορίας. Δεν μας παρουσιάζει μόνο έναν Θεό που αγαπά, αλλά έναν Θεό που είναι αγάπη. «Απ’ όλα πριν υπήρχε η αγάπη, κι η αγάπη ήτανε με το Θεό, κι ήταν Θεός η Αγάπη»: έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε την διαβεβαίωσή του: «Ο Θεός είναι αγάπη» (Α! Ιω. 4,8).

Ο άγιος Αυγουστίνος, αναφερόμενος στην φράση αυτή του Ιωάννη λέει: «Σε όλη αυτή την Επιστολή και σε όλες τις σελίδες της Γραφής, αν δεν υπήρχε   κανένα άλλο εγκώμιο της αγάπης εκτός από αυτήν μόνο τη φράση, ότι δηλαδή ο Θεός είναι αγάπη, δεν θα έπρεπε να ζητούμε περισσότερο»[2]. Όλη η Βίβλος δεν κάνει άλλο παρά να «διηγείται την αγάπη του Θεού»[3]. Αυτή είναι η είδηση που στηρίζει και εξηγεί όλες τις άλλες. Γίνονται ατέλειωτες συζητήσεις και όχι μόνο στη σημερινή εποχή, αν υπάρχει Θεός. Αλλά εγώ πιστεύω πως το πιο σημαντικό πράγμα δεν είναι να ξέρουμε αν υπάρχει Θεός, αλλά αν ο Θεός είναι αγάπη[4]. Στην υπόθεση που υπάρχει αλλά δεν είναι αγάπη, θα έπρεπε περισσότερο να φοβόμαστε παρά να χαιρόμαστε για την ύπαρξή του, όπως πράγματι συνέβη σε διάφορους λαούς και πολιτισμούς. Η χριστιανική πίστη μας διαβεβαιώνει: Ο Θεός υπάρχει και είναι αγάπη!

Η αφετηρία του ταξιδιού μας είναι η αγία Τριάδα. Γιατί οι χριστιανοί πιστεύουν στην αγία Τριάδα; Η απάντηση είναι: επειδή πιστεύουν ότι ο Θεός είναι αγάπη. Εκεί όπου ο Θεός νοείται ως Ύψιστος Νόμος ή Υπέρτατη εξουσία, προφανώς δεν υπάρχει ανάγκη περισσότερων προσώπων και για το λόγο αυτό δεν γίνεται κατανοητή η Τριάδα. Το δίκαιο και την εξουσία μπορεί να τα διαχειριστεί ένα μόνο πρόσωπο, την αγάπη όμως όχι.

Δεν υπάρχει αγάπη που να μην είναι αγάπη για κάτι ή για κάποιον, όπως -σύμφωνα με τον φιλόσοφο Husserl – δεν υπάρχει γνώση, που να μην είναι γνώση κάποιου πράγματος. Ποιον αγαπά ο Θεός για να έχει οριστεί αγάπη; Την ανθρωπότητα; Αλλά οι άνθρωποι υπάρχουν μόνο από μερικά εκατομμύρια χρόνια. Πριν από τους ανθρώπους, ποιον αγαπούσε ο Θεός για να έχει οριστεί αγάπη; Δεν μπορεί να έχει αρχίσει να είναι αγάπη σε κάποιο σημείο του χρόνου, επειδή ο Θεός δεν μπορεί να αλλάξει την υπόστασή του. Αγαπούσε τον κόσμο; Αλλά ο κόσμος υπάρχει από κάποια δισεκατομμύρια χρόνια. Πριν από αυτόν, ποιον αγαπούσε ο Θεός για να είναι δυνατό να οριστεί αγάπη; Τον εαυτό του; Αλλά το να αγαπάς τον εαυτό σου, δεν είναι αγάπη, είναι εγωισμός ή όπως λένε οι ψυχολόγοι ναρκισσισμός.

Και ιδού η απάντηση της χριστιανικής αποκάλυψης την οποία η Εκκλησία παρέλαβε από τον Χριστό και ανέπτυξε στο πιστεύω της. Ο Θεός ο Ίδιος είναι αγάπη πριν από τον χρόνο, επειδή από πάντοτε έχει μέσα του έναν Υιό, τον Λόγο, που αγαπά με μιαν άπειρη αγάπη που είναι το Άγιο Πνεύμα. Σε κάθε αγάπη υπάρχουν πάντοτε τρεις πραγματικότητες ή υποκείμενα: ένας που αγαπά, ένας που αγαπιέται, και η αγάπη που τους ενώνει.

  1. Η αγάπη του Θεού στην δημιουργία

Όταν αυτή η αγάπη ξεδιπλώνεται στο χρόνο, έχουμε την ιστορία της σωτηρίας. Ο πρώτος σταθμός της είναι η δημιουργία. Η αγάπη από τη φύση της είναι “diffusivum sui”(διαχυτική), έχει δηλαδή την τάση να μεταδίδεται. Και επειδή «η πράξη ακολουθεί το είναι», ο Θεός όντας αγάπη, δημιουργεί από αγάπη. «Γιατί μας έπλασε ο Θεός;»: ήταν η δεύτερη ερώτηση της παλιάς κατήχησης. Και η απάντηση: «Για να τον γνωρίσουμε, να τον αγαπάμε, να τον υπηρετούμε σε αυτή την ζωή και να τον απολαύσουμε κατόπιν στον παράδεισο». Απάντηση σωστή, αλλά ατελής. Απαντά στο ερώτημα: «για ποιο τελικό σκοπό μας έπλασε ο Θεός». Δεν απαντά στην αιτία που προκάλεσε την πλάση μας: «Γιατί μας έπλασε, τι τον ώθησε να μας πλάσει». Στο ερώτημα αυτό δεν πρέπει να απαντήσουμε: «για να τον αγαπάμε», αλλά μας έπλασε «επειδή μας αγαπούσε».

Πόσο απέχει, στο σημείο αυτό, η χριστιανική θεώρηση της προέλευσης του κόσμου από εκείνη του άθεου επιστημονισμού! ‘Ένας από τους πιο βαθείς πόνους για έναν νέο ή νέα, είναι να ανακαλύψει μια μέρα ότι ήρθε στον κόσμο τυχαία, ότι δεν ήταν επιθυμητός και αναμενόμενος, και ότι ίσως γεννήθηκε από κάποιο λάθος των γονιών του. Ο άθεος επιστημονισμός φαίνεται ότι έχει επιστρατευτεί για να επιβάλλει μιας τέτοιας μορφής πόνου σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Κανένας δε θα μπορούσε να μας πείσει για το γεγονός ότι είμαστε πλασμένοι από αγάπη, καλύτερα από την αγία Αικατερίνη της Σιένας μέσα από μια φλογερή προσευχή προς την αγία Τριάδα:

«Πώς έπλασες, λοιπόν, αιώνιε Πατέρα, αυτό το πλάσμα σου; (…). Η φωτιά σε υποχρέωσε. Ω άφατη αγάπη, αν και μέσα στο δικό σου φως έβλεπες όλες τις ανομίες που το πλάσμα σου θα διέπραττε ενάντια στην άπειρη καλοσύνη σου, εσύ προσποιόσουν πως δεν βλέπεις, αλλά το βλέμμα σου στάθηκε στο κάλλος του πλάσματός σου, το οποίο, ως τρελός και συνεπαρμένος, ερωτεύτηκες και από αγάπη απέσπασες από σένα δίνοντάς του την εικόνα και την ομοίωσή σου. Εσύ, αιώνια αλήθεια, φανέρωσες σ’ εμέ την αλήθειά σου, δηλαδή ότι η αγάπη σε υποχρέωσε να την πλάσεις.»

Τούτο δεν είναι μόνο αγάπη, αγάπη ευσπλαχνίας, δωρεάς και συγκατάβασης, είναι επίσης έρωτας στη καθαρή του μορφή. Είναι έλξη για το αντικείμενο της αγάπης, εκτίμηση και γοητεία για το κάλλος του.

  1. Η αγάπη του Θεού στην αποκάλυψη

Ο δεύτερος σταθμός της αγάπης του Θεού είναι η αποκάλυψη, η Γραφή. Ο Θεός μας μιλά για την αγάπη του πριν απόλα στους προφήτες. Στον Ωσηέ λέει: «Όταν ο Ισραήλ ήταν παιδί, τον αγάπησα (…). Εγώ δίδαξα τον Εφραΐμ να περπατάει, τον κράτησα στην αγκαλιά μου (…). Προσεκτικά τους οδηγούσα, δεμένος μαζί τους με τα δεσμά της καλοσύνης και της αγάπης. Τους φρόντιζα σαν το γεωργό, που βγάζει το ζυγό απ’ τη γελάδα του, για να μπορεί ελεύθερα να φάει, κι ακόμα ο ίδιος σκύβει για να την ταΐσει (…). Πώς θα μπορούσα να σ’ εγκαταλείψω, Εφραΐμ; (…) Ραγίζει η καρδιά μου όταν το σκέφτομαι, πονώ για σας» (Ωσηέ 11,1-9).

Την ίδια αυτή γλώσσα την βρίσκουμε ξανά στον Ησαΐα: «Μπορεί τάχα η μάνα το βρέφος της να λησμονήσει, και να μη δείξει την αγάπη της στο σπλάχνο της που γέννησε;» (Ης.49,15) και στον Ιερεμία: «Ο Εφραΐμ είναι ο πολυαγαπημένος μου γιος, τα χαϊδεμένο μου παιδί. Κάθε φορά που τον τιμωρώ εξακολουθώ να τον σκέφτομαι. Γι’ αυτό η καρδιά μου χτυπάει τόσο δυνατά γι’ αυτόν. Πάντα θα τον σπλαχνίζομαι.» (Ιερ. 31,20).

Στους χρησμούς αυτούς, η αγάπη του Θεού εκφράζεται ταυτόχρονα ως πατρική και μητρική: αγάπη φροντίδας, παρότρυνσης, επίπληξης, όπως αυτή κάθε πατέρα. Αγάπη σπλαχνική, τρυφερή, καλοσύνης και συμπόνιας, όπως αυτή κάθε μητέρας.

Ο άνθρωπος γνωρίζει εκ πείρας ένα άλλο είδος αγάπης, αυτό για το οποίο λέγεται ότι είναι «δυνατό όπως ο θάνατος και ότι οι φλόγες του είναι φλόγες       φωτιάς» και ο Θεός προσέτρεξε ακόμα και σ’ αυτό το είδος αγάπης, στη Βίβλο, για να μας δώσει μια ιδέα για την γεμάτη πάθος αγάπη του για μας. Όλα τα στάδια και οι περιπέτειες της συζυγικής αγάπης ανακαλούνται στη μνήμη και χρησιμοποιούνται προς τον σκοπό αυτόν: η γοητεία της αγάπης στο αρχικό στάδιο των αρραβώνων (βλ. Ιερ. 2,2), η πληρότητα της χαράς την ημέρα των γάμων (βλ. Ης. 62,5), το δράμια της ρήξης (βλ. Ωσηέ 2,4..) και τέλος η γεμάτη ελπίδα αναγέννηση, του παλαιού δεσμού (βλ. Ωσηέ 2,16. Ης. 54,8).

Η γαμήλια αγάπη είναι βασικά μια αγάπη επιθυμίας και επιλογής. Γι’ αυτό, αν είναι αληθές πως ο άνθρωπος επιθυμεί τον Θεό, είναι αληθές, μυστηριωδώς, και το αντίθετο, ότι δηλαδή ο Θεός επιθυμεί τον άνθρωπο, θέλει και εκτιμά την αγάπη του, χαίρεται γι΄αυτήν «όπως χαίρεται ο γαμπρός για τη νύφη» (Ης. 62,5).

Καθώς επισημαίνει. ο άγιος Πατέρας στην Εγκύκλιό του «Ο Θεός είναι αγάπη», η γαμήλια μεταφορά που διαπερνά σχεδόν όλη την Βίβλο και εμπνέει την φρασεολογία της «Διαθήκης», είναι η καλύτερη επιβεβαίωση ότι και η αγάπη του Θεού είναι έρωτας και αγάπη, είναι δίνω και αναζητώ μαζί. Η αγάπη αυτή δεν μπορεί να αναχθεί σε απλή φιλευσπλαχνία, σε «προφορά ελεημοσύνης», υπό την περιορισμένη έννοια του όρου.

  1. Η αγάπη του Θεού στην ενσάρκωση

Έτσι φθάνουμε στον κορυφαίο σταθμό της αγάπης του Θεού, την ενσάρκωση. «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε γι’ αυτόν τον μονογενή του Υιό» (Ιω. 3,16). Εμπρός στην ενσάρκωση τίθεται το ίδιο ερώτημα που θέσαμε για την δημιουργία. Γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος; Επί μεγάλο διάστημα η απάντηση ήταν: για να μας λυτρώσει από την αμαρτία. Ο Duns Scoto εμβάθυνε στην απάντηση αυτή καταλήγοντας ότι το θεμελιώδες κίνητρο της ενσάρκωσης είναι η αγάπη, όπως άλλωστε και όλα τα άλλα έργα προς τα έξω της αγίας Τριάδας.

Ο Θεός, λέει ο Scoto, καταρχήν αγαπά τον εαυτό του. Κατά δεύτερο λόγο, θέλει να υπάρχουν άλλα όντα που να τον αγαπούν. Αν αποφασίζει για την ενσάρκωση είναι για να υπάρξει ένα άλλο ον που να τον αγαπά με την πιο μεγάλη δυνατή αγάπη έξω από Αυτόν[5]. Η ενσάρκωση λοιπόν θα είχε συμβεί ακόμη και αν ο Αδάμ δεν είχε αμαρτήσει. Ο Χριστός είναι ο πρώτος τον οποίον σκέφτηκε, ο πρώτος το οποίον θέλησε ο Θεός, «ο πρωτότοκος όλης της κτίσεως» (Κολ. 1,15), όχι η λύση του προβλήματος που ανέκυψε με την αμαρτία του Αδάμ.

Αλλά και η απάντηση του Scoto είναι ημιτελής και πρέπει να συμπληρωθεί στη βάση αυτών που μας λέει η Γραφή για την αγάπη του Θεού. Ο Θεός θέλησε την ενσάρκωση του Υιού, όχι μόνο για να έχει κάποιον έξω από Αυτόν ο οποίος να τον αγαπά αντάξια, αλλά επίσης και πάνω απόλα για να έχει κάποιον έξω από Αυτόν τον οποίον να αγαπά αντάξια. Και αυτός είναι ο Υιός που έγινε άνθρωπος, στον οποίον ο Πατέρας «βρίσκει όλη την ευαρέσκειά του» και με τον οποίον όλοι εμείς γίναμε «παιδιά του Θεού».

Ο Χριστός είναι η ύψιστη απόδειξη της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο όχι μόνο με την αντικειμενική έννοια, υπό μορφή άψυχου ενέχυρου που δίνεται σε κάποιον, ως απόδειξη αγάπης. Είναι απόδειξη και με την υποκειμενική έννοια. Με άλλα λόγια, ο Χριστός δεν είναι μόνο η απόδειξη της αγάπης του Θεού, αλλά είναι η ίδια η αγάπη του Θεού που πήρε την ανθρώπινη μορφή για να μπορεί να αγαπά και να αγαπιέται μέσα από την κατάστασή μας. Στην αρχή υπήρχε η αγάπη και «η αγάπη έγινε άνθρωπος»: έτσι παραφράζει τα λόγια του Προλόγου του Ιωάννη, ένα αρχαιότατο χριστιανικό έγγραφο[6].

Ο άγιος Παύλος επινόησε μια ειδική έκφραση γι’ αυτό τον νέο τρόπο αγάπης του Θεού, την ονομάζει: «η αγάπη του Θεού που είναι στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού» (Ρωμ. 8,39). Αν η αγάπη μας για τον Θεό, πρέπει στο εξής να εκφράζεται συγκεκριμένα σε αγάπη για τον Χριστό, είναι γιατί η αγάπη του Θεού για μας εκφράστηκε και συγκεντρώθηκε πρώτα στον Χριστό.

  1. Η ξεχυθείσα στις καρδιές αγάπη του Θεού

Η απροθυμία πολλών εξηγητών και θεολόγων να δεχτούν τον «εξιλεωτικό» χαρακτήρα του θανάτου του Χριστού, και μάλιστα να δεχτούν τον ίδιο τον θάνατο του Ιησού ως συμβάν που θέλησε ο Πατέρας και δέχτηκε ελεύθερα και για πάντοτε ο Υιός[7] (ο Άγιος Πατέρας μιλά εκτενώς γι’ αυτό στο νέο του βιβλίο περί του Ιησού) εξαρτάται, πιστεύω, από το γεγονός ότι ξεκινούν από κάθε δυνατή και νοητή «προκατανόηση», εκτός από την μοναδική που μας προσφέρει η Γραφή, δηλαδή ότι ο Θεός είναι αγάπη και όλα όσα κάνει –συμπεριλαμβανομένης της αποδοχής του θανάτου του Υιού – είναι αγάπη.

«Ο Θεός δεν λυπήθηκε ούτε τον μονογενή του Υιό, αλλά τον παρέδωσε στο θάνατο για χάρη όλων μας» (Ρωμ. 8,32): όπως στην ιστορία της θυσίας του Ισαάκ από την οποία πάρθηκε ( Γεν. 22,16), αυτή η φράση δεν θέλει να πει: «Ο Θεός δεν λυπήθηκε από τη δικαιοσύνη του ούτε τον Υιό». Θέλει να πει: «Ο Θεός δεν λυπήθηκε τον Υιό του, αλλά έκανε τη μεγάλη θυσία να τον παραδώσει στον θάνατο για χάρη όλων μας». Αν αυτό δεν είναι αγάπη…

Όμως η ιστορία της αγάπης του Θεού δεν τερματίζει με το Πάσχα. Προεκτείνεται στην Πεντηκοστή που καθιστά παρούσα και ενεργό «την αγάπη του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού» ως το τέλος του κόσμου. «Μείνετε πιστοί στην αγάπη μου» (Ιω. 15,9), είχε πει ο Ιησούς και ο Ιωάννης προσθέτει: «Μας έδωσε το Πνεύμα του. Έτσι είμαστε βέβαιοι πως είμαστε σε κοινωνία με το Θεό και ο Θεός σε κοινωνία μ’ εμάς» (Α! Ιω. 4,13). Δεν είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε μόνο με την ανάμνηση τη αγάπης του Θεού, ως κάτι που ανήκει στο παρελθόν. «Η αγάπη του Θεού γέμισε και ξεχείλισε τις καρδιές μας με το Άγιο Πνεύμα που μας δόθηκε» (Ρωμ. 5,5).

Τι είναι αυτή η αγάπη που γέμισε την καρδιά μας στο Βάπτισμα; Είναι ένα συναίσθημα του Θεού για μας; Μια καλοσυνάτη διάθεση απέναντί μας; Μια προδιάθεση; Κάτι δηλαδή που σκοπεύει κάπου; Είναι περισσότερο. Είναι κάτι πραγματικό. Είναι κυριολεκτικά η αγάπη του Θεού, δηλαδή η αγάπη που βιώνεται στην Τριάδα ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό, η οποία με την ενσάρκωση πήρε ανθρώπινη μορφή και τώρα μοιράζεται μ’ εμάς υπό την μορφή της «κατοίκησης». «Ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει, και θα έρθουμε σ’ αυτόν και θα κατοικήσουμε μαζί του» (Ιω. 14,23).

Εμείς γινόμαστε «μέτοχοι της θείας φύσεως» (Β! Πε. 1,4), δηλαδή μέτοχοι της αγάπης του Θεού. Βρεθήκαμε από χάρη, εξηγεί ο άγιος Ιωάννης του Σταυρού, μέσα στη δίνη της αγάπης που από πάντοτε βιώνεται, στην Τριάδα, μεταξύ του Πατέρα και του Υιού[8]. Καλύτερα ακόμα: μέσα στη δίνη της αγάπης που βιώνεται, τώρα, στον ουρανό, μεταξύ του Πατέρα και του Υιού, του αναστημένου απ΄τους νεκρούς Ιησού Χριστού, του οποίου είμαστε τα μέλη.

  1. Εμείς πιστέψαμε στην αγάπη του Θεού

Ιδού, σεβαστοί πατέρες, αδελφοί και αδελφές, αυτό που φτωχικά περιέγραψα, είναι η αντικειμενική αποκάλυψη της αγάπης του Θεού μέσα στην ιστορία. Τι θα κάνουμε, τι θα πούμε αφού ακούσαμε πόσο ο Θεός μας αγαπά; Μια πρώτη απάντηση είναι: να αγαπήσουμε ακόμη περισσότερο τον Θεό. Αυτό δεν είναι η πρώτη και η μεγαλύτερη εντολή; Ναι, αλλά αυτή έρχεται μετά. Άλλη πιθανή απάντηση: να αγαπάμε ο ένας τον άλλο όπως ο Θεός μας αγάπησε! Ο ευαγγελιστής Ιωάννης δεν λέει πως, αν ο Θεός μας αγάπησε, «οφείλουμε κι εμείς ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλο» (Α! Ιω. 4,11); Ναι, αλλά και αυτό, έρχεται μετά. Πρώτα, υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να κάνουμε: να πιστέψουμε στην αγάπη του Θεού! Αφού είπε ότι «ο Θεός είναι αγάπη» ο ευαγγελιστής Ιωάννης αναφωνεί: «Εμείς πιστέψαμε στην αγάπη που ο Θεός έχει για μας» (Α! Ιω. 4,16).

Η πίστη λοιπόν. Αλλά εδώ πρόκειται για μια ειδική πίστη: την πίστη-κατάπληξη, την πίστη-δύσπιστη (παράδοξο, αλλά αληθινό!), την πίστη που δεν μπορεί να κατανοήσει αυτό που πιστεύει, έστω και αν το πιστεύει. Πως είναι δυνατό ο Θεός, απόλυτα ευτυχισμένος μέσα στην αιώνια μακαριότητά του, να θέλησε όχι μόνο να μας πλάσει, αλλά και να έρθει ο ίδιος αυτοπροσώπως να υποφέρει ανάμεσά μας; Πώς τούτο είναι δυνατό; Ιδού, αυτή είναι η πίστη-κατάπληξη, η πίστη που χαρίζει ευτυχία.

Ο μεγάλος μετεστραμμένος και απολογητής της πίστης Clive Staples Lewis ( ο συγγραφέας του αφηγηματικού κύκλου της Narnia, που πρόσφατα μεταφέρθηκε στις οθόνες), έγραψε ένα μοναδικό μυθιστόρημα υπό τον τίτλο «Οι Επιστολές των Berlicche». Είναι επιστολές που ένας γηραιός διάβολος γράφει σε ένα νεαρό και άπειρο διαβολάκο που έχει στρατευτεί πάνω στη γη για να παραπλανήσει ένα νεαρό Λονδρέζο που μόλις έχει αρχίσει να ζει την χριστιανική πίστη. Σκοπό έχει να τον εκπαιδεύσει στις κινήσεις που πρέπει να κάνει προκειμένου να πετύχει τον στόχο του. Είναι μια μοντέρνα, λεπτότατη πραγματεία ηθικής και ασκητικής, που θα πρέπει να διαβαστεί από την ανάποδη, δηλαδή κάνοντας ακριβώς το αντίθετο από αυτό που υποδεικνύεται.

Σε κάποιο σημείο παρακολουθούμε ένα είδος συζήτησης που διεξάγεται μεταξύ των δαιμόνων. Δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι ο Εχθρός (έτσι ονομάζουν τον Θεό) αγαπά πραγματικά «τα ανθρώπινα σκουλήκια και επιθυμεί την ελευθερία τους». Είναι βέβαιοι πως αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Σίγουρα αυτό είναι μια απάτη, ένα τέχνασμα. Ερευνούμε, λένε, από την ημέρα που ο «Πατέρας μας» (έτσι ονομάζουν τον Εωσφόρο), ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, απομακρύνθηκε από Αυτόν. Ακόμα δεν ανακαλύψαμε τίποτε, αλλά κάποια μέρα θα τα καταφέρουμε[9]. Η αγάπη του Θεού για τα πλάσματά του, είναι γι’ αυτούς το μυστήριο των μυστηρίων. Και πιστεύω πως, τουλάχιστο σε αυτό, οι δαίμονες έχουν δίκιο.

Θα νόμιζε κανένας ότι η πίστη είναι εύκολη και ευχάριστη. Ωστόσο ίσως είναι το πιο δύσκολο πράγμα που υπάρχει και για μας τα ανθρώπινα πλάσματα. Πιστεύουμε πραγματικά ότι ο Θεός μας αγαπά; Όχι πως δεν πιστεύουμε αληθινά, ή τουλάχιστο ότι δεν πιστεύουμε αρκετά! Αλλά ότι αν πιστεύαμε, ξαφνικά η ζωή, εμείς οι ίδιοι, τα πράγματα, τα γεγονότα, ο ίδιος ο πόνος, τα πάντα, θα μεταμορφώνονταν εμπρός στα μάτια μας. Την ίδια τη σημερινή ημέρα θα ήμασταν μαζί του στον παράδεισο, διότι ο παράδεισος δεν είναι παρά τούτο: να απολαμβάνουμε πλήρως την αγάπη του Θεού.

Ο κόσμος κατέστησε όλο και πιο δύσκολο να πιστεύεις στην αγάπη. Όποιος προδόθηκε ή πληγώθηκε μια φορά, φοβάται να αγαπήσει ή να αγαπηθεί, διότι γνωρίζει πόσο πόνο προκαλεί να βρεθείς απατημένος. Έτσι, αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός αυτών που δεν κατορθώνουν να πιστέψουν στην αγάπη του Θεού, αλλά ούτε και σε κάποια αγάπη. Η δυσπιστία και ο κυνισμός είναι το χαρακτηριστικό σημάδι της εκκοσμικευμένης κουλτούρας μας. Σε προσωπικό επίπεδο υπάρχει κατόπιν η εμπειρία της φτώχειας και της μιζέριας που μας κάνει να λέμε: «Ναι, αυτή η αγάπη του Θεού είναι ωραία, αλλά δεν είναι για μένα. Εγώ δεν είμαι άξιος γι’ αυτήν…».

Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να ξέρουν ότι ο Θεός τους αγαπά και κανένας δεν είναι σε καλύτερη θέση από τους μαθητές του Χριστού για να τους δώσει αυτή την καλή είδηση. Υπάρχουν διάφοροι άλλοι στον κόσμο που συμμερίζονται μαζί με τους χριτιανούς τον φόβο του Θεού, την μέριμνα για την κοινωνική δικαιοσύνη και τον σεβασμό του ανθρώπου, για την ειρήνη και την ανοχή. Αλλά κανένας – λέω κανένας – μεταξύ των φιλοσόφων, ακόμα μεταξύ των θρησκειών δεν λέει στον άνθρωπο ότι ο Θεός τον αγαπά, ότι τον αγαπά πρώτα Εκείνος, και μάλιστα με αγάπη ευσπλαχνίας και επιθυμίας: με έρωτα και αγάπη.

Ο Άγιος Παύλος μας υποδεικνύει μια μέθοδο για να εφαρμόσουμε στην συγκεκριμένη ύπαρξή μας το φως της αγάπης του Θεού: Γράφει: «Τι, λοιπόν, μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Μήπως τα παθήματα, οι στενοχώριες, οι διωγμοί, η πείνα, η γύμνια, οι κίνδυνοι ή ο μαρτυρικός θάνατος; Εμείς όμως βγαίνουμε νικητές μέσα απ’ όλες αυτές τις δυσκολίες με τη βοήθεια του Χριστού, ο οποίος μας αγάπησε» (Ρωμ. 8,35’37). Οι κίνδυνοι και οι εχθροί της αγάπης του Θεού που απαριθμεί είναι αυτοί που, στην πράξη δοκίμασε στη ζωή του: οι στενοχώριες, οι διωγμοί, ο μαρτυρικός θάνατος… ( Βλ. Β! Κορ. 11,23 …). Ο Παύλος φέρνει στο νου του τα βάσανα αυτά και διαπιστώνει ότι κανένα από αυτά δεν είναι τόσο δυνατό ώστε να μπορεί να σταθεί μπροστά στη σκέψη της αγάπης του Θεού.

Καλούμαστε να κάνουμε όπως εκείνος: να κοιτάξουμε τη ζωή μας, έτσι όπως αυτή παρουσιάζεται, να φέρουμε στην επιφάνεια τους φόβους που φωλιάζουν μέσα μας, τις στενοχώριες, τις απειλές, τα συμπλέγματα, τα φυσικά ή ηθικά ελαττώματα, την οδυνηρή ανάμνηση που μας ταπεινώνει και να εκθέσουμε όλα αυτά στο φως της σκέψης ότι ο Θεός με αγαπά.

Από την προσωπική του ζωή, ο Απόστολος διευρύνει την ματιά του στον κόσμο που τον περιβάλλει. “Είμαι πραγματικά βέβαιος πως ούτε ο θάνατος ούτε η ζωή ούτε άγγελοι ούτε άλλες ουράνιες δυνάμεις ούτε παρόντα ούτε μέλλοντα ούτε κάτι άλλο είτε στον ουρανό είτε στον άδη ούτε κανένα άλλο δημιούργημα θα μπορέσουν ποτέ να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού για μας, όπως αυτή φανερώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας” (Ρωμ. 8,37-39). Παρατηρεί τον κόσμο “του” με τις δυνάμεις που τον καθιστούσαν απειλητικό: τον θάνατο με το μυστήριό του, την παρούσα ζωή με τα θέλγητρά της, τις αστρικές και καταχθόνιες δυνάμεις που προκαλούσαν τόσο τρόμο στους ανθρώπους της εποχής του.

Εμείς μπορούμε να κάνουμε το ίδιο πράγμα: να κοιτάξουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει και μας προκαλεί φόβο. Το «ύψος» και το «βάθος», είναι για μας τώρα το απείρως μεγάλο σε ύψος και το απείρως μικρό σε βάθος, η οικουμένη και το άτομο. Όλα είναι έτοιμα να μας συντρίψουν. Ο άνθρωπος είναι αδύναμος και μόνος, μέσα σε ένα σύμπαν τόσο μεγαλύτερο από αυτόν, που έγινε επιπλέον ακόμα πιο απειλητικό, μετά τις επιστημονικές ανακαλύψεις που έκανε και τις οποίες δεν κατορθώνει να ελέγξει, όπως δραματικά μας αποδεικνύει η υπόθεση των ατομικών αντιδραστήρων της Φουκουσίμα.

Όλα μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση, όλες οι βεβαιότητες μπορούν να κλονιστούν, αλλά ποτέ αυτή: ότι ο Θεός μας αγαπά και είναι πιο δυνατός από τα πάντα. «Η βοήθειά μας είναι στο όνομα του Κυρίου που έπλασε τον ουρανό και τη γη».

Π. Raniero Cantalamessa OFMCap

Απόδοση στα Ελληνικά: Πέτρος Ανδριώτης

Παραπομπές


[1] Aristotele, Metafisica, XII, 7, 1072b.

[2] S. Agostino, Trattati sulla Prima lettera di Giovanni, 7, 4.

[3] S. Agostino, De catechizandis rudibus, I, 8, 4: PL 40, 319.

[4] Cf. S. Kierkegaard, Discorsi edificanti in diverso spirito, 3: Il Vangelo delle sofferenze, IV.

[5] Duns Scoto, Opus Oxoniense, I,d.17, q.3, n.31; Rep., II, d.27, q. un., n.3

[6] Evangelium veritatis (dai Codici di Nag-Hammadi).

[7] Cf. Benedetto XVI, Gesù di Nazaret, II Parte, Libreria Editrice Vaticana 2011, pp. 135 s.

[8] Cf. S. Giovanni della Croce, Cantico spirituale A, strofa 38.

[9] C.S. Lewis, The Screwtape Letters, 1942, cap. XIX; trad. ital. Le lettere di Berlicche, Milano, Mondadori, 1998

Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian