Εκδηλώσεις στην Καθολική Εκκλησία της Κεφαλληνίας

75 χρόνια από τη σφαγή της Μεραρχίας Acqui

και τον βομβαρδισμό της ανοχύρωτης πόλης της Κέρκυρας

 

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος εορτάστηκε στην Κεφαλληνία το παλλάδιο του ενοριακού μας ναού, η Παναγία η Πρεβεζάνα, πανήγυρη που συμπίπτει κάθε χρόνο με την εορτή των Γενεθλίων της Θεοτόκου και στην οποία συμμετέχει πάντοτε ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος π. Ιωάννης Σπιτέρης. Η φετινή πανήγυρη χαρακτηρίστηκε από μερικές ιδιαιτερότητες που προσέδωσαν στην εορτή ιδιαίτερο χρώμα και λαμπρότητα και πρώτ’ απ’ όλα η ίδια η εορτή που συγκεντρώνει δεκάδες πιστούς, έλληνες και αλλοδαπούς, καθολικούς και ορθοδόξους, που ευλαβούνται την Παναγία και σε αυτήν εμπιστεύονται ότι πολυτιμότερο έχουν.

Ο καθολικός ιερός ναός του Αγίου Νικολάου στο Λιθόστρωτο Αργοστολίου, είναι γνωστός σε όλη την Κεφαλληνία για το κειμήλιο που φυλάσσει, τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της «Πρεβεζάνας». Την εικόνα που κατά την παράδοση, χρονολογείται από τα τέλη του 16ου αιώνα, βρήκαν ψαράδες στη θαλάσσια περιοχή κοντά στην Πρέβεζα, απ’ όπου πήρε και το όνομά της και την προσέφεραν στην καθολική εκκλησία. Πολλοί θρύλοι και παραδόσεις έχουν συνδεθεί με την ιστορία της, ευλαβείται δε τόσο από τους καθολικούς όσο και από τους ορθοδόξους και η εορτή της πανηγυρίζεται με επισημότητα στις 8 Σεπτεμβρίου. Με την ευκαιρία λοιπόν της παρουσίας του Αρχιεπισκόπου στο νησί για την εορτή «εγκαινιάστηκε» και ο πρόσφατα ανακαινισμένος ναός και η ενοριακή αίθουσα, αποτέλεσμα της επίπονης εργασίας και του ζήλου του εφημερίου π. Simonel Boanchis. Επίσης, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας το απόγευμα του Σαββάτου, το εκκλησίασμα είχε την ευκαιρία να απολαύσει ένα πενταμελές, νεοσύστατο γυναικείο φωνητικό σύνολο, το οποίο άνοιξε την τελετή με ύμνους αφιερωμένους στην Παναγία. Αν και δεν έχουν περάσει παρά δυόμιση μήνες από την ίδρυσή του, τα «Ave Maria» του Schubert, του Gounod και άλλων σπουδαίων συνθετών της δύσης, συγκίνησαν τους πιστούς που καταχειροκρότησαν το αποτέλεσμα.

   

Μία άλλη ιδιαίτερη «νότα» υπήρξε η παρουσία αξιωματικών και μελών του πληρώματος του εκπαιδευτικού ιστιοφόρου του ιταλικού πολεμικού ναυτικού «Palinuro» το οποίο ναυλοχούσε στην Κεφαλονιά με την ευκαιρία των εκδηλώσεων για την συμπλήρωση 75 χρόνων από τη σφαγή της ιταλικής μεραρχίας Acqui, που έδρευε στην Κεφαλονιά την περίοδο του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Ένα μέρος του πληρώματος, συνοδευόμενο από τον στρατιωτικό ιερέα Don Cataldo Letizia, τον ναυτικό ακόλουθο της Πρεσβείας της Ιταλικής Δημοκρατίας στην Αθήνα και άλλους επισήμους, παρακολούθησε την τελετή στην οποία ευγενώς συμμετείχε εκπρόσωπος της Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας, αλλά και εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης. Συγκινητική υπήρξε η στιγμή όταν ο κελευστής απέδωσε τιμές και το πλήρωμα έψαλλε την προσευχή που απαγγέλλεται κατά την έπαρση και την υποστολή της σημαίας, παρακαλώντας τον ουράνιο Πατέρα να τους προστατεύει από τους θαλάσσιους κινδύνους και κυρίως να διατηρεί την ειρήνη στον κόσμο, αλλά και να τους δίνει δύναμη για να προστατεύουν τους αδυνάτους και όλους εκείνους που βρίσκονται σε έκτακτες και επικίνδυνες καταστάσεις.

 Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας εγκαινιάστηκε και η Αίθουσα εκδηλώσεων και συγκεντρώσεων της ενορίας, μέσα στην οποία το εκκλησίασμα απήλαυσε ένα πλούσιο κέρασμα. Στο περιθώριο της εκδήλωσης μία αντιπροσωπεία του πληρώματος επισκέφθηκε τον Επίσκοπο και τον Εφημέριο, του προσέφερε ένα αντίγραφο του πλοίου και τους προσκάλεσαν στην επίσημη δεξίωση που δόθηκε στο κατάστρωμα του ιστιοφόρου. Παρουσία και του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτου Κεφαλληνίας κ.κ. Δημητρίου παρουσιάστηκε ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, το «Cefalonia: il processo, la storia, i documenti», μία μελέτη που συνέταξε ο πρώην πρόεδρος των στρατιωτικών εισαγγελέων της Ιταλίας, ειδικός για θέματα εγκλημάτων πολέμου Marco De Paolis ο οποίος, σε συνεργασία με την ερευνήτρια Isabella Insolvibile, έφεραν στο φως άγνωστα νομικά τεκμήρια για την σφαγή 10000 περίπου ιταλών αξιωματικών και στρατιωτών τον Σεπτέμβριο του 1943 από τους μέχρι πρότινος γερμανούς συμμάχους τους. Αν και τα θύματα προστατεύονταν από τη Συνθήκη της Γενεύης, ως αιχμάλωτοι πολέμου, τόσο στην Κεφαλληνία όσο και στην Κέρκυρα εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, ενώ όπως συνέβη και με πολλές άλλες περιπτώσεις σε διάφορες μαρτυρικές ελληνικές πόλεις, οι θύτες ουδέποτε τιμωρήθηκαν ή καταδικάστηκαν στη Δίκη της Νυρεμβέργης σε πολύ χαμηλές ποινές. Η σφαγή της Κεφαλονιάς υπήρξε μία από τις υψηλότερες σε κλίμακα και μία από τις μεγαλύτερες σε ωμότητα σφαγές αιχμαλώτων πολέμου που διαπράχθηκε από τα στρατεύματα της Wermacht κατά τη διάρκεια του πολέμου.

    

Ο Επίσκοπος συνοδευόμενος από τον π. Simonel τέλεσε τρισάγιο στο μνημείο πεσόντων της «Divizione Acqui», ενώ οι επιμνημόσυνες τελετές για την συμπλήρωση της 75ετηρίδας θα κορυφωθούν το Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018.

Η έναρξη των επιμνημόσυνων εκδηλώσεων στην Κεφαλονιά συνέπεσε με την συμπλήρωση 75 χρόνων από την ημέρα που ο Στρατάρχης Pietro Badoglio, στην Ιταλία, διακήρυξε την ανακωχή και την παράδοση των ιταλικών δυνάμεων στους Συμμάχους. Ο Badoglio είχε αναλάβει κατ’ εντολή του Ιταλού Βασιλιά την προεδρία της ιταλικής κυβέρνησης μετά τη σύλληψη του Μουσολίνι στις 25 Ιουλίου 1943, θέση που διατήρησε έως τις 9 Ιουνίου 1944. Ήταν 29 Απριλίου του 1941 όταν οι Ιταλοί κατέλαβαν την Ελλάδα κι αυτό μόλις μετά τη νίκη των Γερμανών επί των ελληνικών δυνάμεων. Μέλη της ιταλικής 33ης Μεραρχίας πεζικού «Acqui» τότε, μίας μονάδας 11500 στρατιωτών και 528 αξιωματικών αποβιβάστηκαν στην Κέρκυρα, στην Κεφαλληνία και στα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου. Μετά την ανακωχή της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, ο στρατηγός Antonio Gandin που εντωμεταξύ είχε αναλάβει τη διοίκηση της Μεραρχίας τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα μεγάλο δίλημμα: να παραδοθεί στους Γερμανούς που είχαν ήδη ξεκινήσει τον αφοπλισμό των ιταλικών δυνάμεων σε άλλες περιοχές της χώρας ή να επιχειρήσει κάποια μορφή αντίστασης. Οι ανώτεροί του στην Ιταλία διέταξαν πως «τα γερμανικά στρατεύματα πρέπει να θεωρούνταν ως εχθρικά» και ότι «στις προσπάθειες αφοπλισμού από τις γερμανικές δυνάμεις, θα έπρεπε να αντισταθούν με όπλα» κάτι που επιχείρησε στις 13 Σεπτεμβρίου, όταν το ιταλικό πυροβολικό βύθισε δύο γερμανικά αποβατικά σκάφη. Η απάντηση των Γερμανών ήταν άμεση και μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου και οι τελευταίοι Ιταλοί στρατιώτες που μετρούσαν ήδη 1.315 νεκρούς είχαν παραδοθεί. Τα γερμανικά αντίποινα υπήρξαν τραγικά με τους γερμανούς να έχουν διαταχθεί ότι «λόγω της άπιστης και ύπουλης συμπεριφορά των Ιταλών της Κεφαλονιάς, δεν πρέπει να κρατήσουν αιχμαλώτους». Ο στρατηγός Gandin και 137 αξιωματικοί του, με συνοπτικές διαδικασίες στρατοδικείου, εκτελέστηκαν για προδοσία στις 24 Σεπτεμβρίου και τα σώματά τους ρίχτηκαν στη θάλασσα. Τα πτώματα 5000 επιπλέον ανδρών εκτελέστηκαν και αποτεφρώθηκαν ή ρίχτηκαν επίσης στη θάλασσα. Επιπλέον τρεις χιλιάδες στρατιώτες πνίγηκαν, όταν τα πλοία «Sinfra» και «Ardena», που τους μετέφεραν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων βυθίστηκαν όταν χτύπησαν σε νάρκες στην Αδριατική. Πολλές δεκάδες ακόμα κρεμάστηκαν ή τουφεκίστηκαν σε δημόσια θέα για να κάμψουν το ηθικό των ντόπιων.

Η ανακωχή και συνάμα η αντίσταση των ιταλικών δυνάμεων θα είχε τραγικές συνέπειες και στην Κέρκυρα όπου στις 24 Σεπτεμβρίου οι 280 ιταλοί αξιωματικοί που υπήρχαν στο νησί εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Πιο συγκεκριμένα η απόρριψη των γερμανικών τελεσιγράφων και η άκαρπη ιταλική αντίσταση θα γράψει στην Κέρκυρα μία από τις μελανότερες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της. Την εποχή της ιταλικής συνθηκολόγησης, στην Ελλάδα έδρευε η 11η ιταλική στρατιά με έδρα την Αθήνα, ενώ τη φρούρηση των νησιών του Ιονίου έχει αναλάβει η μεραρχία Acqui της οποίας το 18ο Σύνταγμα βρίσκονταν στην Κέρκυρα υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Luigi Lusignani. Στην Κέρκυρα βρίσκονταν συγχρόνως 450 γερμανοί στρατιώτες, ως επί το πλείστον ειδικοί των διαβιβάσεων. Στις 7 Σεπτεμβρίου η ανώτατη διοίκηση του γερμανικού στρατού διέταξε την έναρξη της επιχείρησης αφοπλισμού των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων και το βράδυ της ίδιας ημέρας η Κέρκυρα θα δεχθεί τον πρώτο γερμανικό βομβαρδισμό, ενώ η ιταλική φρουρά αποφασίζει έκτακτα μέτρα για την άμυνα του νησιού και αντίσταση κατά των γερμανών. Η αντίσταση των ιταλών αλλά και δυνάμεων του ΕΛΑΣ που βρίσκονταν στο νησί ήταν λυσσαλέα και οι απώλειες των γερμανών τόσο μεγάλες που αποφασίζεται ένα ισχυρό χτύπημα με σκοπό να κάμψει το ηθικό της ιταλικής φρουράς και να αποθαρρύνει τον ντόπιο πληθυσμό να αντισταθεί.

Από το πρωί της Δευτέρας 13 Σεπτεμβρίου, γερμανικά αεροπλάνα πολυβολούν ιταλικούς στρατιωτικούς στόχους σε όλη την έκταση του νησιού, ενώ με τη λήξη του συναγερμού οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης θα επιστρέψουν στα σπίτια τους για να επιθεωρήσουν τις ζημιές με την ελπίδα ότι και οι γερμανοί θα ακολουθούσαν την ιταλική πρακτική των μη νυχτερινών βομβαρδισμών. Οι ελπίδες τους θα διαψεύδονταν πολύ γρήγορα, όταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα, δέκα Χαίνκελ 111 του δεκάτου αεροπορικού σώματος ρίχνουν ελαφρές εμπρηστικές βόμβες. Στις 02:00’ τα ξημερώματα ένας μεγαλύτερος βόμβος αεροπλάνων θα τους πετάξει από τα κρεβάτια ή από τα καταφύγια που είχαν προστρέξει για να προφυλαχθούν. Στις 24 Σεπτεμβρίου οι γερμανικές δυνάμεις αποβιβάζονται στην Κέρκυρα, ο Lusignani πιάνεται αιχμάλωτος και οδηγείται στο παλαιό φρούριο όπου αργότερα θα εκτελεστεί. Δύο μέρες μετά οι ιταλικές δυνάμεις παραδίδονται. Υπολογίζεται πως στην Κέρκυρα βρίσκονταν μία δύναμη 2500 ανδρών. Πολλοί θα εκτελεστούν και τα σώματά τους θα παραμείνουν άταφα στις άκρες των δρόμων, ενώ εκατοντάδες ακόμα θα εκτελεστούν κατά την διάρκεια της μεταφοράς τους στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Η πόλη όμως της Κέρκυρας, 75 χρόνια πριν σαν σήμερα θα ζήσει μία ανείπωτη τραγωδία. Ξημερώνοντας του Σταυρού, τα χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου, αλλά και τα πρωινά που ακολούθησαν μέχρι και τις 25 Σεπτεμβρίου, οι συνεχιζόμενες γερμανικές αεροπορικές επιδρομές θα κάψουν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, ιστορικά μνημεία, εκκλησίες κι αρχοντικά, τη βιβλιοθήκη, δημόσια κτίρια και κατοικίες, αφανίζοντας για πάντα ένα μεγάλο μέρος του πολιτισμού και της παράδοσής της, αλλά και της συνείδησης των κερκυραίων προς την ίδια τους την ιστορία. Πολύ γλαφυρά ένας χρονικογράφος της περιόδου μας διασώζει: «Δεν είναι μπορετό να περιγράψω κείνο το μακάβριο μεγαλείο της καταστροφής. Ήτανε σα να γιόρταζε η ίδια η πολιτεία τον αφανισμό της κι είχε μεταβληθεί σε φωταγωγημένη κόλαση. Τ’ αεροπλάνα, σαν αόρατοι δαιμόνοι, φέρνοντας κύκλους ρίχναν το φορτίο τους στα σημεία όπου δεν είχαν ανάψει ακόμα τα σπίτια της ανυπεράσπιστης Κέρκυρας. Κι όπως τ’ αντιαεροπορικά είχαν σιγήσει, κυρίαρχα τώρα ουρανού και γης, πολυβολούσανε μ’ ατέλειωτες ριπές, που μοιάζανε πιότερο εμετός από μίσος και χλευασμό στον άνθρωπο, παρά σφαίρες που μπορούσαν ν’ αφαιρέσουνε ζωές. Τρέχαμε σ' ένα δρόμο με πολυώροφα σπίτια που οι φλόγες έτρωγαν τους απάνω ορόφους. Ο δύστυχος σπιτονοικοκύρης μας, κοντός και χοντρός καθώς ήταν, πηδούσε σα βάτραχος τα παραθυρόφυλλα που πέφταν αναμμένα, τραγουδώντας: "οι βάρβαροι, οι βάρβαροι" παρακαλώντας τον Άη Σπυρίδωνα να τους κάψει. Λαός πολύς τραβούσε λαχανιάζοντας, με την ψυχή στο στόμα, κατά την έξοδο της πολιτείας, άλλοι πισωγυρνούσαν κι έψαχναν για τους δικούς τους, που τους έχασαν, μέσα στη  παραφροσύνη όλου ετούτου του κόσμου».

Σ’ ότι αφορά στους χώρους λατρείας στο νησί, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχασε δώδεκα ιστορικούς ναούς, ενώ ο ναός της αγγλικανικής κοινότητας της Αγίας Τριάδας, που στεγάζονταν στο Μέγαρο της Ιονίου Βουλής, κάηκε ολοκληρωτικά. Αλλά και η εβραϊκή κοινότητα πριν δει τον πληθυσμό της να εκτοπίζεται και να θανατώνεται στα κρεματόρια της Γερμανίας και της Πολωνίας, είδε τις συναγωγές και τα σπίτια της να εξαφανίζονται από το χάρτη της πόλης μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Η Καθολική Εκκλησία από την άλλη, πλήρωσε ακόμη βαρύτερο τίμημα, τόσο στο βομβαρδισμό όσο και σε όλη τη διάρκεια του πολέμου,  βλέποντας το σύνολο των εκκλησιών και των καθιδρυμάτων της να καταστρέφονται ή να υφίστανται σοβαρότατες ζημιές: Ο ιστορικός ναός του Αγίου Φραγκίσκου, η ολοκληρωτική καταστροφή της  Αρχιεπισκοπής, με τα χιλιάδες βιβλία και το αρχείο που φιλοξενούσε για οκτώ αιώνες, τους πίνακες και τα κειμήλια που θα φώτιζαν σήμερα σπουδαίες στιγμές της τοπικής μας ιστορίας, η εκκλησία του Ευαγγελισμού, η «Αννουντσιάτα», ο Καθεδρικός Ναός ο «Ντόμος», το μοναστήρι και το περίφημο γαλλικό παρθεναγωγείο των Αδελφών της Συμπονοίας και τόσα ακόμα.

Εβδομήντα πέντε χρόνια πριν τα Επτάνησα πνίγηκαν στο αίμα, στις στάχτες και στην οδύνη. Ίσως ο καιρός να είναι πολύς για να συγχωρέσεις δεν θα είναι ποτέ όμως αρκετός για να ξεχάσεις και καθώς «είναι φτωχή η μνήμη που δουλεύει μόνο προς τα πίσω» όπως λέει σε κάποιο από τα παραμύθια του ο Lewis Caroll, επέτειοι σαν αυτές που περιγράψαμε, καλό είναι να παραμένουν στην μνήμη όλων όσων τις έζησαν και όλων εκείνων που ευχόμαστε να μην τις ζήσουν ποτέ.

Σ.Γ.

 

 

 

 

Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian