Β’ Σύναξη Αρχιεπισκοπής Καθολικών Αθηνών 23/2/19: Τι ρόλο παίζει το άσμα στη λατρευτική μας ζωή; Ζωζέφ Ακεψιμάς

1- Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι ότι, την Κυριακή, στον Άγιο Διονύσιο στην Αθήνα, ενώ η λειτουργία είχε ήδη αρχίσει, πολλοί άντρες έμεναν έξω από το ναό και κάπνιζαν. Παραμόνευαν που και που, πότε ο ιερέας θα ξεσκεπάσει το δισκοπότηρο για να αρχίσει την προσφορά. Τότε έσβηναν τα τσιγάρα τους και μάνι-μάνι έμπαιναν στο ναό. Γιατί εκείνα τα χρόνια, (και μέχρι την Λειτουργική Μεταρρύθμιση του 1963), το πρώτο μέρος της Λειτουργίας θεωρείτο ως «προ-Λειτουργία», οπότε, αν έφθανες λίγο πριν το «ξεσκέπασμα» του δισκοπότηρου, δεν υπήρχε πρόβλημα. «Είχες πάει λειτουργία»! Αν όμως έφθανες μετά, η λειτουργία σου ήταν άκυρη...

Για φανταστείτε πόσο μεγάλη αλλαγή έγινε στις νοοτροπίες εδώ και 56 χρόνια, όταν η λειτουργική μεταρρύθμιση μας υπενθύμισε ότι «η Ακολουθία του Θείου Λόγου και η Θεία Ευχαριστία, συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε να αποτελούν μία μοναδική πράξη Λατρείας».[1]

2-Γιατί η Β' Σύνοδος του Βατικανού αποφάσισε τη Λειτουργική Μεταρρύθμιση;

Ατενίζοντας τον Παρθενώνα μπορούμε να αναπολήσουμε πόσες φθορές, αλλοιώσεις, απώλειες και προσθήκες υπέστη αυτό το μνημείο κατά το διάβα των αιώνων.

Έτσι και η δομή της Θείας Λειτουργίας, έτσι και ο ρόλος της εκκλησιαστικής μουσικής, υπέστησαν ένα σωρό προσθήκες, απώλειες, αλλοιώσεις και φθορές.

Όπως έγραφε ήδη το 1913 ο Πάπας Πίος ο 10ος «Ήταν καιρός να φανεί το λειτουργικό μνημείο καθαρισμένο από τον ρύπο του χρόνου»[2] !

Όπως έγραφε επίσης ο διάσημος Γάλλος ιησουίτης θεολόγος και καρδινάλιος Η. De Lubac : « Για να φθάσει μέχρι σε μας ο Ποταμός της Παράδοσης, πρέπει ακατάπαυστα να κάνουμε την εκσκαφή της άμμου που συσσωρεύεται στην κοίτη του ».[3]

Αυτή την τεράστια εκσκαφή επιθύμησε η Σύνοδος. Μεταξύ άλλων, αυτό που άλλαξε θεμελιακά ήταν μία θεολογική αντίληψη της Θείας Λατρείας, η οποία ήρθε πιο κοντά στην Παράδοση, και, κατά συνέπεια, έφερε πολλές πρακτικές επιπτώσεις. Θα εστιάσω τη διάλεξή μου στα διδάγματα της Συνόδου σχετικά με την εκκλησιαστική μουσική και στον ρόλο που παίζει στη λατρευτική μας ζωή. Οι θέσεις της Συνόδου προσκρούουν σε μερικές προαιώνιες αντιλήψεις μας περί εκκλησιαστικής μουσικής. Θα μου χρειαζόταν τουλάχιστον 1μιση ώρα για να διαπραγματευτώ το θέμα σε βάθος. Έχω γράψει ένα εγχειρίδιο το οποίο θα δημοσιευτεί προσεχώς. Συγγνώμη λοιπόν αν σε ορισμένα σημεία η διαλεξούλα μου είναι συμπυκνωμένη!

Σας προτείνω να αρχίσουμε ρίχνοντας μια ανθρωπολογική ματιά στους λόγους για τους οποίους ο άνθρωπος τραγουδάει.

3-Για ποιους λόγους ο άνθρωπος τραγουδάει;

Η ανθρώπινη φωνή είναι το πρώτο μουσικό όργανο. Κάθε φορά που η καρδιά ξεχειλίζει από χαρά ή από θλίψη, οι άνθρωποι τραγουδούν. Είναι αδιανόητο -ιδίως για τους Έλληνες- να μην υπάρχει μουσική και τραγούδι σε μια γιορτή. Το τραγούδι παίζει σε όλους τους πολιτισμούς ένα ρόλο κοινωνικοποίησης: η ομοφωνία εκδηλώνει συμβολικά την ενότητα μιας ομάδας και συνάμα την πραγματοποιεί. Χάρη στη μουσική, το τραγούδι επενδύει τον λόγο με «κυριακάτικα» ρούχα. Τραγούδια ερωτικά, τραγούδια

αντίστασης, θριάμβου, νανουρίσματα, τραγούδια που συνοδεύουν ορισμένες εργασίες (ναυτικές, γεωργικές... - τα work songs), τραγούδια επικά με θρύλους και ιστορίες. Οι λατρείες όλων των θρησκειών χρησιμοποιούν μουσική και άσματα. Το τραγούδι επενδύει το σύνολο του ανθρώπου: πνευμόνια, πνοή, διάφραγμα, φωνητικές χορδές, πρόσωπο, πόδια, καρδιά, νου. Το τραγούδι συνδυάζει την συγκίνηση και το λογικό, την διονυσιακή και την απολλώνια φύση του ανθρώπου.

4-Γιατί ψέλνουμε στη Θεία μας Λατρεία;

Πρώτα-πρώτα διότι είμαστε άνθρωποι και, όπως είδαμε, το τραγούδι παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην προσωπική και στην κοινωνική μας ζωή! Και η λατρευτική ζωή αποτελεί μια πτυχή της κοινωνικής ζωής.

«Η Εκκλησία γεννήθηκε ψέλνοντας». Οι πρώτοι χριστιανοί ήταν Εβραίοι και σύχναζαν ακόμη στον Ναό και στη Συναγωγή όπου οι ψαλμωδίες ήταν αναπόσπαστο μέρος των τελετών. Το άσμα, η ανάγνωση της Αγ. Γραφής και η ομαδική προσευχή είναι τα 3 στοιχεία που η Εκκλησία κληρονόμησε από την ιουδαϊκή λατρεία. Για ποιο λόγο αναβλύζει το άσμα στα χείλη του βιβλικού ανθρώπου; Παρατήρησα ότι κάθε φορά που ο ψαλμωδός αναγνωρίζει ότι ο Κύριος τον έσωσε, αισθάνεται αυθόρμητα την ανάγκη να ψάλει. Π.χ. ο ψαλμός 95 μας παροτρύνει «Ψάλετε στον Κύριο ένα νέο ύμνο / Κηρύξτε τη σωτηρία του», (ψλμ 95.1.2) «Όλες οι Θρησκείες γνωρίζουν την ικεσία και τον ύμνο. Όμως η αγγελία της σωτηρίας είναι το κύριο χαρακτηριστικό της βιβλικής Αποκάλυψης», γράφει ο π. Gelineau.

Η πρώτη σωτηρία, η πρώτη «διάσωση» του Ισραήλ έγινε με την Έξοδο από την Αίγυπτο. Και η αυθόρμητη απάντηση του λαού μετά τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας, ήταν ένα τραγούδι, το Άσμα του Μωυσή: «Στον Κύριο Θα ψάλω: κέρδισε νίκη λαμπρή και ένδοξη. Άλογα και καβαλάρηδες στη θάλασσα τους έριξε. 0 Κύριος είναι η δύναμη μου και ο ύμνος μου, Εκείνος με έσωσε» (Εξ. 15). Η Έξοδος είναι το μοντέλο, ο «τύπος» κάθε απελευθέρωσης. Οι ψαλμοί αναφέρονται στην Έξοδο σχεδόν σε κάθε σελίδα. Η επάνοδος από την Εξορία (538 π.Χ) θεωρήθηκε ως μια Νέα Έξοδος. Και για μας τους Χριστιανούς, το Πάσχα, η «διάβαση» του Πάσχα, είναι μια Νέα Έξοδος. Κάθε μας λατρευτική πράξη (ιδίως το Βάφτισμα και η Ευχαριστία) τελεί και γιορτάζει το Πασχαλινό Μυστήριο, τη διάβαση μας με τον Χριστό, από το θάνατο στη Ζωή. Για αυτό ψέλνουμε, από χαρά, από ευγνωμοσύνη.

Αν και τα άσματά μας δεν είναι «αναγκαία» (με τη φιλοσοφική έννοια της λέξης). Στο 4° κοινό Προοίμιο διαβάζουμε: «Δεν έχεις ανάγκη την δοξολογία μας, αλλά εσύ μας εμπνέεις να σε δοξολογήσουμε. Τα άσματά μας δεν προσθέτουν τίποτα σ' αυτό που είσαι, αλλά μας φέρνουν πιο κοντά σε Σένα, δια μέσω του IX του Κυρίου μας».

Τα άσματά μας απευθύνονται βέβαια στον Θεό, αλλά και σε μάς τους πιστούς. Στο λειτουργικό άσμα υπάρχει μια κάθετη και μια οριζόντια (κοινωνική) διάσταση. Τα άσματά μας εκφράζουν και συνάμα διαμορφώνουν την πίστη μας. Πες μου τι ψέλνεις, θα σου πω τι πιστεύεις!

5.1-Η Εκκλησία-Σύναξη και η αντιφωνική μορφή

Πριν εμβαθύνουμε όσα μας διδάσκει η Σύνοδος σχετικά με τον ρόλο της εκκλησιαστικής μουσικής πρέπει να υπενθυμίσουμε την έννοια της λέξης «εκκλησία».

Η Εκ-κλησία, η Σύναξη, είναι πρώτα-πρώτα, όπως το δηλώνει και η λέξη, η απάντηση του Λαού σε ένα κάλεσμα, σε μία κλήση (εκ­κλησία). Η πρώτη συγκέντρωση (σύναξη) του Λαού του Θεού έγινε στο όρος Σινά[4]. Μιλώντας για αυτή τη σύναξη, η Παλαιά Διαθήκη χρησιμοποιεί στα εβραϊκά τη λέξη «Qahal Yahve». Όταν τον 3° αιώνα π.Χ. μεταφράστηκε η Παλαιά Διαθήκη στα ελληνικά (η Εβδομήκοντά), η λέξη Qahal αποδόθηκε επιτυχώς με τη λέξη «εκκλησία», η οποία, μέχρι τότε, δεν είχε θρησκευτική σημασία. Αλλά υπενθύμιζε την σύγκληση των πολιτών στην Αρχαία Ελλάδα.

5.2- Ο «μυστηριακός χαρακτήρας» της Σύναξης

Ο παραδοσιακός ρόλος και η θεολογική σημασία της σύναξης, της «εκκλησίας», χάθηκαν σιγά σιγά, «ξεθώριασαν», από το Μεσαίωνα και πέρα. Τα κείμενα της Συνόδου ήρθαν να μας υπενθυμίσουν ότι η Σύναξη (δηλαδή οι πιστοί και ο ιερέας που προΐσταται της Σύναξης ως εικόνα Χριστού) είναι το ορατό σημείο (το «μυστήριο») της παρουσίας του Χριστού, Κεφαλή και Μέλη. Γι' αυτό μπορούμε να πούμε ότι η Σύναξη έχει «μυστηριακό χαρακτήρα». Η Σύναξη, η Εκκλησία, σημαίνει, συμβολίζει, είναι το Σώμα του Χριστού. Ο ιερέας δεν ιερουργεί μόνος του.[5] Η Σύναξη του Λαού του Θεού ιερουργεί με τον προεδρεύοντα της Σύναξης ιερέα. Και αυτή η σημαντική θεολογική αντίληψη της Σύναξης έχει συνέπειες σε όλο τον τομέα της Θείας Λατρείας, ακόμη και στην εκκλησιαστική μουσική.

Όπως γράφει η συνοδική Διάταξη «Για τη Θεία Λατρεία» : «Η Εκκλησία ενδιαφέρεται με ζήλο ώστε οι πιστοί να μην παρευρίσκονται σαν ξένοι και βουβοί ακροατές στο μυστήριο αυτό της πίστης, αλλά κατανοώντας το καλά να συμμετέχουν συνειδητά, ολοκληρωτικά και ενεργά στην ιερή αυτή πράξη».[6]

Η Σύνοδος υπογράμμισε έντονα την «ενεργό συμμετοχή» των πιστών στη Θεία Λειτουργία, έκφραση που επανέρχεται 16 φορές στο συνοδικό κείμενο.

5.3 Η αντιφωνική μορφή και η Εκ-κλησία

Κατά τους πρώτους αιώνες, η Εκκλησία (η Σύναξη) συμμετείχε ενεργά, χάρη στις απλές και δημοφιλείς μουσικές μορφές, κυρίως την αντιφωνική μορφή, που κληρονομήσαμε από την εβραϊκή λατρεία. Αντί-φωνώ σημαίνει απαντάω στον άλλο, στον απέναντί μου. Πώς χαρακτηρίζεται η αντιφωνική μορφή; Με την εναλλαγή, τον διάλογο. Μεταξύ ιερέα και σύναξης, ψαλμωδού και σύναξης, σολίστα και σύναξης, χορωδίας και σύναξης κτλ.

Η αντιφωνική μορφή, που συναντάμε σε πολλούς ψαλμούς (π.χ. ψ.135)[7] και στις λιτανείες, διευκολύνει την συμμετοχή του λαού χάρη σε μικρές επωδούς (ψ.135),και επί πλέον συμβολίζει τον διαλογικό χαρακτήρα της Διαθήκης του Θεού με το λαό του. Είπαμε προ ολίγου ότι η Εκ-κλησία, η Σύναξη, είναι η απάντηση σε μια κλήση. Ο Θεός προσκαλεί - ο Λαός απαντά.[8]

Η εθνομουσικολογία μάς διδάσκει πόσο η εναλλαγή, η διαλογική μορφή (η αντι-φωνία),[9] κλήση/απάντηση (call-response), είναι ευρύτατα διαδεδομένη σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις κουλτούρες όλων των εποχών. Στους Βαβυλώνιους, στη Βίβλο[10], στο Θέατρο της Αρχαίας Ελλάδας, στα δημοτικά μας τραγούδια, στην Αφρική, στα Gospel Songs, στην δημοφιλέστατη μουσική μορφή «ροντό» (rondeau), με την εναλλαγή Α/Β (στροφές/επωδός) κτλ. Η αντιφωνία συμβολίζει την ετερότητα, τον Άλλο, τον Ξένο με τον οποίο ανταλλάσσω, συμβολίζει επίσης την δική μου ετερότητα. Τον Ξένο που βρίσκεται μέσα μου και που δεν γνωρίζω καλά.

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κατανοήσει τη σημασία της ετερότητας και της διαλογικότητας. Ευφυέστατα την συμβόλισαν με τη μορφή του Διονύσου, ο οποίος εκπροσωπούσε τον «τύπο» του «ετέρου», του αλλότριου που μας ξενίζει. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο Διόνυσος ήταν κατ' εξοχήν ο θεός προστάτης του θεάτρου, το οποίο επεξεργάστηκε την τέχνη της στιχομυθίας και του διαλόγου.

Χάρη στη μουσική, η αντιφωνική μορφή σκηνοθετεί, κατά κάποιο τρόπο, τον διάλογο. Συμβολίζει την σχέση του Λαού με τον Θεό του, συμβολίζει το Σώμα του Χριστού το οποίο είναι συνάμα ένα και διαφοροποιημένο, όπου ο καθένας έχει την θέση του, παίζει τον ρόλο του. Και ένας ψυχαναλυτής θα μας έλεγε ότι σε μια ομάδα (οικογένεια, επιχείρηση, συνάθροιση πιστών κτλ.) η διαλογικότητα, η εναλλαγή είναι σημεία καλής υγείας: εκεί όπου δεν υπάρχει διαφοροποίηση, η σύγχυση και το αγελαίο ένστικτο παραμονεύουν...

Θα μου πείτε : «Μα όλα τα άσματα που ψέλνουμε δεν έχουν αντιφωνική μορφή. Υπάρχουν και Ύμνοι χωρίς εναλλαγές και διαλογικό χαρακτήρα. Π.χ. «Είμαι αληθώς άρτος της ζωής». Σωστά. Η ομοφωνία και η αντιφωνία συμβολίζουν με δύο διαφορετικούς τρόπους την Εκκλησία-Σώμα του Χριστού: ο Ύμνος με την ομοφωνία συμβολίζει την ενότητα του Σώματος, τα άσματα με αντιφωνική-διαλογική μορφή συμβολίζουν την διαφοροποίηση των μελών καθώς και την ιεραρχικά δομημένη Εκκλησία μας. Επιτρέψτε μου όμως να παρατηρήσω ότι πολύ συχνά από αμέλεια δεν σεβόμαστε την αντιφωνική μορφή των ασμάτων και τα ψέλνουμε «μονορούφι». Παράδειγμα....Ανυμνούμε τον Χριστό.

Από μορφολογική πλευρά υπάρχει εμφανώς μια συγγένεια μεταξύ Εκκλησίας και αντιφωνικής μορφής. Εκκλησία και αντιφωνική μορφή έχουν ως κοινό στοιχείο την εναλλαγή κλήση/απάντηση. Γι' αυτόν τον λόγο η αντιφωνική μορφή ταιριάζει κάλλιστα στη Θεία Λατρεία. Γι' αυτόν τον λόγο οι «Οδηγίες για την Εκκλησιαστική μουσική» [Musicam Sacram] τονίζουν ότι «η ενεργός συμμετοχή του λαού, η οποία εκφράζεται με το άσμα, θα πρέπει (...) να περιλαμβάνει πρωτίστως τις αναφωνήσεις, τις απαντήσεις στους χαιρετισμούς του ιερέα και των λειτουργών ή στις προσευχές λιτανικής μορφής και επιπλέον τα αντίφωνα και τους ψαλμούς».[11]

6.1 Τι μας διδάσκει η Σύνοδος σχετικά με την εκκλησιαστική μουσική;

Το «υπηρεσιακό λειτούργημα» της εκκλησιαστικής μουσικής

Η συνοδική διάταξη «Για τη Θεία Λατρεία» αφιέρωσε ολόκληρο κεφάλαιο[12] στην «Εκκλησιαστική Μουσική» (§ 112-121), δείχνοντας έτσι πόσο μεγάλη σημασία δίνει στη μουσική. Μουσική και άσμα «αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της επίσημης Θείας Λατρείας»[13]. Με άλλα λόγια, δεν είναι στολίδια ή απλοί αισθητικοί καλλωπισμοί: μουσική και άσμα εκπληρώνουν έναν «λειτουργικό ρόλο». Η έκφραση «munus ministeriale» που χρησιμοποιεί η Σύνοδος για τη μουσική είναι πρωτοφανής - «άπαξ λεγόμενον» -και έχει θεολογική σημασία. Τη μεταφράζουμε «υπηρεσιακό λειτούργημα, υπηρεσιακό ρόλο». Το συνοδικό κείμενο τοποθετεί λοιπόν την εκκλησιαστική μουσική σε ένα χώρο πρωτίστως θεολογικό και εκκλησιολογικό. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι μουσική και άσμα στα πλαίσια της Λατρείας έχουν «μυστηριακό» χαρακτήρα. Βρίσκονται στην υπηρεσία της λειτουργικής πράξης. Δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν κάνουμε μουσική για να κάνουμε μουσική. Ήδη οι Πατέρες των πρώτων αιώνων είχαν αναπτύξει μια θεολογική και εσχατολογική διάσταση του άσματος[14] το οποίο πηγάζει από την έμπνευση, την πνοή του Αγίου Πνεύματος. Ισχυρός φορέας αρμονίας και ενότητας, διευρύνει την κατανόηση των κειμένων και τα εγγράφει στη μνήμη μας, προμηνύει την ουράνια λατρεία και συνδέει τον χορό των ανθρώπων με τον χορό των αγγέλων.

6.2-Μουσική και σύμβολα

Μουσική και άσμα ανήκουν στα διάφορα «μέσα», στα διάφορα σύμβολα που διαρθρώνουν τις λειτουργικές μας πράξεις. Ο καλύτερος και ο πιο απλός ορισμός που έχω βρει (αν και ομολογώ ότι είναι λίγο...παράδοξος!) για να εξηγήσω το σύμβολο είναι: «αυτό που κάνω δεν το κάνω για αυτό που κάνω, αλλά για κάτι άλλο, για άλλο σκοπό». Δεν ζωγραφίζω ένα περιστέρι για να δείξω ένα περιστέρι, αλλά για να συμβολίσω την ειρήνη. Στη λειτουργία δεν κάνουμε μουσική για να κάνουμε μουσική, δεν ψέλνουμε επειδή έχουμε κέφι. Το κάνουμε για κάτι άλλο, για άλλους σκοπούς: για να συμβολίσουμε με την ενότητα των φωνών μας, (την ομοφωνία), την ενότητα του Σώματος του Χριστού και με την αντιφωνία την διαφοροποίησή του, καθώς και την Διαθήκη-Συμφωνία (τον διάλογο του Θεού με τον Λαό του), για να εισέλθουμε με μυσταγωγικό τρόπο στο μυστήριο κάθε λειτουργικής πράξης κτλ.

Δεν πάω στη λειτουργία σαν να πήγαινα σε ένα ρεσιτάλ.

6.3-Μυσταγωγία των ασμάτων

Η Σύνοδος τονίζει επίσης ότι « η εκκλησιαστική μουσική θα είναι τόσο ιερότερη, όσο στενότερα θα είναι δεμένη με τη λειτουργική πράξη».[15]

Άσματα που μιλούν για την χριστιανική πίστη και για το Ευαγγέλιο υπάρχουν πολλά. Αλλά όλα τους δεν ταιριάζουν, δεν αρμόζουν με τις διάφορες τελετουργικές πράξεις, διότι δεν είναι «στενά δεμένα» με αυτές. Άλλο ένα «θρησκευτικό άσμα», άλλο ένα «λειτουργικό άσμα». Το λειτουργικό άσμα κατέχει μία μυσταγωγική διάσταση. Τι θα πει μυσταγωγική; Θυμάστε ότι στην Αρχαία Ελλάδα ο παιδαγωγός ήταν ένας υπηρέτης του σπιτιού που κάθε πρωί πήγαινε το παιδί στο σχολείο. Ο ρόλος του ήταν παιδ-αγωγικός. Με τον ίδιο τρόπο το άσμα είναι μυστ-αγωγικό, δηλαδή μας άγει, μας εισάγει στο μυστήριο, σε κάθε λειτουργική πράξη, εδώ και τώρα.

6.4-Ενα παράδειγμα

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Ποια μυσταγωγία θα εκπληρώσει ένα «ωραιότατο» άσμα στην Παναγία κατά την Κοινωνία; Μα δεν θα ταιριάζει, δεν θα αρμόζει, δεν θα είναι «στενά δεμένο» (για να χρησιμοποιήσω ακόμη μία φορά την έκφραση της Συνόδου) με τη λειτουργική πράξη της Κοινωνίας. Με τέτοιες επιλογές επαναλαμβάνουμε τα λάθη των περασμένων αιώνων, όπου οι πιστοί, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, έλεγαν το ροδάριο ή διάβαζαν προσευχές στην Παναγία, στον Άγιο Ιωσήφ ή στον Άγιο Ονούφριο...που δεν είχαν καμία σχέση με την τέλεση του Μυστηρίου.

6.5-Ένα άλλο παράδειγμα - Η «δυική» μορφή (Εσύ, Θεέ μου -Εγώ)

Ο ρόλος του Εισοδικού άσματος, μεταξύ άλλων, συνίσταται στο να «δέσει» τους συναθροισμένους πιστούς, να τους κάνει «σύναξη», εκ-κλησία.

Όταν επιλέγουμε ένα εισοδικό άσμα, διατυπωμένο σε δυϊκή μορφή (Εσύ, Θεέ μου - εγώ), π.χ. «Ω Σώτερ μου γλυκύτατε, ποθώ να σ' αγαπώ», το άσμα δεν παίζει τον μυσταγωγικό του ρόλο διότι δεν υπάρχει πια αντιστοιχία ανάμεσα από το άσμα που λέει «εγώ», και την λειτουργική πράξη της σύναξης, της «εκκλησίας» που διακηρύττει σωματικά «εμείς»! Η Σύναξη, ενώ είναι «εμείς», ψέλνει «εγώ»! Για να το πούμε αλλιώς, το άσμα αυτό δεν ταιριάζει, δεν είναι «στενά δεμένο» με την λειτουργική πράξη της έναρξης όπου συναθροίζεται η Σύναξη.

6.6- Ο συναισθηματικός χαρακτήρας ορισμένων ασμάτων.

Επιτρέψτε μου να κάνω μια κοινωνιολογικο-μουσικολογική παρατήρηση: πολλά από τα παραδοσιακά άσματά μας έχουν συναισθηματικό χαρακτήρα. Διασκευασμένα από γαλλικά ή ιταλικά πρότυπα του 19ου αιώνα, έχουν μια έντονη ρομαντική χροιά στη μουσική και στα λόγια. Εμπνευσμένα περισσότερο από ένα «ευσεβιστικό» λεξιλόγιο και όχι από βιβλικές και λειτουργικές  πηγές, όπως μας το συνιστά η Σύνοδος. Ψέλνοντας όμως τέτοιου είδους άσματα πώς διαμορφώνουμε την πίστη της Σύναξης; Πες μου τι ψέλνεις, θα σου πω τι πιστεύεις. Το «Ω Σώτερ μου γλυκύτατε, ποθώ να σ' αγαπώ» είναι ένα γλαφυρό παράδειγμα προσωπικής ευλάβειας και όχι τόσο κοινοτικής λατρευτικής έκφρασης. «Ιησού μου, επεθύμησα εξ όλης της ψυχής παντοτεινώς να φλέγομαι μ' αγάπη θεϊκή». Βρισκόμαστε στον σημασιολογικό χώρο του ερωτικού τραγουδιού. Άλλο το Ιησού μου, άλλο το Χριστέ μου. Η χριστολογική και η τριαδική διάσταση λείπουν συχνά σε τέτοιου είδους άσματα.

6.7 Η «.ενεργός συμμετοχή των πιστών»

Πριν τελειώσω, θα ήθελα να κάνω μια μικρή διευκρίνηση σχετικά με την έκφραση «ενεργός συμμετοχή των πιστών». Όταν η Σύνοδος μιλάει για «ενεργό συμμετοχή», δεν εννοεί μια υπερδραστηριότητα σε κάθε στιγμή μιας τελετής. Η ενεργός συμμετοχή μπορεί να είναι και εσωτερική. Μπορώ να συμμετέχω ενεργά ακούοντας την ομιλία, ακούοντας τα αναγνώσματα, ακούοντας την χορωδία που ψέλνει ένα άσμα π.χ. κατά την λιτανεία της Προσκομιδής. Αλλά...μερικοί το παρατραβάνε, οργανώνοντας μια ολόκληρη Λειτουργία με μια χορωδία η οποία ψέλνει μόνη της από την αρχή μέχρι το τέλος, και μάλιστα σε ξένη γλώσσα! Ε, τότε κάτι δεν πάει καλά. Βρισκόμαστε σε ένα ρεσιτάλ . Σαν να λέγαμε στη Σύναξη: «Εσείς μη μιλάτε, Βουλώστετο !». Έτσι επαναλαμβάνουμε τα λάθη και τις παρεκκλίσεις των περασμένων αιώνων που άρχισαν στη Ρώμη τον 6° αιώνα με την επαγγελματική χορωδία της Schola Cantorum.

6.8-Η επιλογή των ασμάτων

Όταν η Σύνοδος υπογραμμίζει την «συνειδητή και ενεργό συμμετοχή των πιστών» εννοεί, μεταξύ άλλων, το να έχουμε τη συνείδηση του νοήματος των διαφόρων λειτουργικών πράξεων. Έτσι « η εκκλησιαστική μουσική θα είναι τόσο ιερότερη, όσο στενότερα θα είναι δεμένη με τη λειτουργική πράξη».[16] Σ' αυτό ακριβώς συνίσταται η «θεολογία της λειτουργικής». Καθήκον λοιπόν όσων ασχολούνται με την επιλογή των ασμάτων να κατανοήσουν το νόημα κάθε λειτουργικής πράξης για να επιλέξουν την αρμόζουσα μουσική.

Τα τραγούδια, και ιδιαίτερα τα θρησκευτικά άσματα, μοιάζουν με ένα Δούρειο Ίππο. Περιέχουν ένα σωρό κρυφά μηνύματα τα οποία, με πλάγιο και έμμεσο τρόπο, διεισδύουν στο υποσυνείδητό μας και διαμορφώνουν την νοοτροπία μιας κοινότητας, διαμορφώνουν την πίστη ενός λαού.

«Πες μου τι ψέλνεις, θα σου πω τι πιστεύεις».

 Ζωζέφ Ακεψιμάς

Αθήνα, 23 Φεβρουαρίου 2019


[1] Γενική Εισαγωγή στο Ρωμαϊκό Λειτουργικό § 28

[2] Motu Proprio (Αποστολική Επιστολή) 23 Οκτ. 1913, Abhinc Duos Annos, (««t deterso squalore vetustatis appareat»]

[3] Henri de Lubac, Paradoxes, Seuil, Paris 1959, p.14

[4] Εξ. 19.24.34

[5] Οι πιστοί καλούνται να ακούσουν το Λόγο του Θεού, να μετάσχουν στην προσευχή της Σύναξης δοξολογώντας, ευχαριστώντας και ικετεύοντας, και να προσφέρουν «την άμωμη θυσία όχι μόνο διαμέσου των χεριών του ιερέα, αλλά να την προσφέρουν μαζί του, προσφέροντας επίσης τον ίδιο τον εαυτό τους». Για τη Θεία Λατρεία § 48

[6] Για τη Θεία Λατρεία § 48

[7] Δοξολογήστε τον Κύριο: είναι πανάγαθος, αιώνιο είναι το έλεος του./ Δοξολογήστε τον Θεό, των θεών υπεράνω, αιώνιο είναι το έλεος του. / Δοξολογήστε τον Κύριο των κυρίων, αιώνιο είναι το έλεος του

[8]  Όπως το τονίζει η Σύνοδος, «Στην λατρεία, πράγματι, ο θεός μιλάει στον λαό του και ο Χριστός αναγγέλλει ακόμα το Ευαγγέλιο του. 0 λαός με τη σειρά του απαντά στον Θεό με την ψαλμωδία και την προσευχή». Διάταξη Για τη θεία Λατρεία της Β' Συνόδου του Βατικανού, § 33

[9] Βλ. το κεφάλαιο σχετικά με τον Ψαλμό

[10] Η εβραϊκή λέξη anah σηματοδοτεί συχνά τον διάλογο, την εναλλαγή στο τραγούδι και στο άσμα

[11] Οδηγίες για τη μουσική στη Θεία Λατρεία Musicam Sacram § 16a

[12] Το Έκτο κεφάλαιο

[13] Για τη θεία Λατρεία § 112

[14] Όχι όμως των μουσικών οργάνων. Οι Πατέρες ήταν εχθρικά διατεθειμένοι ως προς τα μουσικά όργανα. Εξ αιτίας της εβραϊκής και ειδωλολατρικής τους απόχρωσης. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος έλεγε ότι τα μουσικά όργανα ήταν «ο σκουπιδοντενεκές του Διαβόλου» !

[15] Για τη θεία Λατρεία § 112

[16] Για τη θεία Λατρεία § 112

Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian