Β’ Σύναξη Αρχιεπισκοπής Καθολικών Αθηνών 9/2/19: «Η Ιεραποστολή των Λαϊκών» Εισήγηση της κας Άντζελας Σεστρίνη

 

Πρόλογος

       Ένας λαϊκός πιστός γεννημένος στη δεκαετία του 40-50 ρωτήθηκε για τη θέση του λαϊκού μέσα στην Εκκλησία και απάντησε: «Θυμάμαι ότι στην κατήχηση, όταν ήμουν παιδί, μάς παρουσίαζαν την οργάνωση  της  Εκκλησίας ως μια ιεραρχημένη πυραμίδα, όπου στη κορυφή ήταν ο Πάπας. Στα χαμηλότερα κλιμάκια του υψηλού επιπέδου οι Επίσκοποι, μετά έρχονταν οι ιερείς και  τέλος χαμηλά, πολύ χαμηλά ήταν το πλήθος των λαϊκών. Το να σκεφθώ τη θέση του λαϊκού μέσα στην Εκκλησία με παραπέμπει αυτόματα σε αυτή την εικόνα μιας Εκκλησίας θεσμοθετημένη με μια εντυπωσιακή ιεραρχική δομή. Οι λαϊκοί ήταν απαραίτητοι στη Εκκλησία ούτε λίγο ούτε πολύ όσο απαραίτητα είναι τα πρόβατα στο βοσκό. Ίσως να υπερβάλλω, όμως αν θυμηθούμε τον Μικρό Πρίγκιπα του Antoine de St’Exupery “ …για τους βασιλείς, ο κόσμος είναι απλός. Όλοι οι άνθρωποι είναι υπήκοοι». Άρα βλέπαμε την Εκκλησία ως μία μοναρχία με τον βασιλιά της, τους ευγενείς- υπουργούς και το λαό.  Βέβαια μετά τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού που διήρκεσε από το 1962-1965 άλλος άνεμος άρχισε να πνέει στην Εκκλησία».

        Η απάντηση αυτή ίσως κάπου μας θυμίζει κάτι, ιδιαίτερα σε εμάς με τα γκρίζα μαλλιά…  Ο προβληματισμός της Εκκλησίας σχετικά με το ρόλο των λαϊκών είναι ιδιαίτερα πλούσιος μετά το τέλος αυτής της Συνόδου. Τα σημαντικότερα κείμενα της Εκκλησίας που αναφέρονται στο θέμα μας είναι:

  • Η Διάταξη «Lumen Gentium», το «Φως των Εθνών», 1964,
  • Το Διάταγμα «Apostolicam Actuositatem», Για την Ιεραποστολή των λαϊκών, 1965,
  • Η Αποστολική Παραίνεση «Christifideles Laici », Οι Λαϊκοί Πιστοί,  του Πάπα Ιωάννη-Παύλου ΙΙ, 1988

       Σε αυτή τη τελευταία Αποστολική Παραίνεση ο Ιωάννης-Παύλος ΙΙ, στην παράγραφο 15, γράφει: «Αλλά αυτό το βαπτιστικό αξίωμα εμφανίζεται στον πιστό λαϊκό μ ’ένα ιδίωμα που τον χαρακτηρίζει χωρίς να τον χωρίζει από τον ιερέα, τον μοναχό, την μοναχή. Η 2η Σύνοδος του Βατικανού υπέδειξε ότι αυτό το ιδίωμα βρίσκεται στον κοσμικό χαρακτήρα του λαϊκού δηλαδή στον προσωπικό και ιδιαίτερο χαρακτήρα του) («Φως των Εθνών», 32)»

        Σήμερα εμείς, κατά πρώτον θα μελετήσουμε το Διάταγμα  «Apostolicam Actuositatem», Για την Ιεραποστολή των λαϊκών και στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς διαμορφώνεται η αποστολή του λαϊκού σήμερα σε μια Εκκλησία που απέχει πολύ από το 1965 δηλαδή το τέλος της 2ης Συνόδου του Βατικανού.

Το Διάταγμα  «Apostolicam Actuositatem»

Για την Ιεραποστολή των λαϊκών

       Το Διάταγμα Για την Ιεραποστολή των λαϊκών  ψηφίστηκε από την επίσημη γενική συνέλευση της 2ης Οικουμενικής Συνόδου του Βατικανού στις 18 Νοεμβρίου 1965 και εγκρίθηκε από τον Πάπα Παύλο τον ΣΤ’. (Οι πρώτες λέξεις του κειμένου, στα λατινικά, όπως γίνεται σε όλα τα κείμενα, του δίνουν και τον τίτλο του: «Apostolicam Actuositatem», Για την Ιεραποστολή των Λαϊκών.) Πρόκειται για ένα αρκετά σύντομο κείμενο, που αποτελείται από το Προοίμιο και 6 κεφάλαια:

  1. Το κάλεσμα των λαϊκών στην Ιεραποστολή
  2. Σκοποί της Ιεραποστολής των λαϊκών
  3. Διάφοροι τομείς της Ιεραποστολής
  4. Διάφοροι τρόποι της Ιεραποστολής
  5. Η τάξη που πρέπει να τηρηθεί στην Ιεραποστολή
  6. Η μόρφωση στην Ιεραποστολή

        Στο Προοίμιο ήδη καταγράφεται η στοχοθεσία αυτού του διατάγματος: «Με το διάταγμα αυτό η Αγία Σύνοδος θέλει να παρουσιάσει τη φύση, τον χαρακτήρα και την ποικιλία της ιεραποστολής των λαϊκών, να διακηρύξει τις βασικές αρχές  της και να δώσει ποιμαντικές κατευθύνσεις για την πιο αποτελεσματική εφαρμογή της».

        Το κείμενο ήδη από το πρώτο κεφάλαιο, Το κάλεσμα των λαϊκών στην Ιεραποστολή, καθορίζει την αποστολή των λαϊκών: «Πραγματικά, ενσωματωμένοι με το Βάπτισμα στο Μυστικό Σώμα του Χριστού, ενισχυμένοι με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, (οι λαϊκοί) εκλέγονται από τον ίδιο τον Κύριο για την ιεραποστολή. Καθιερώνονται για να σχηματίσουν ένα βασιλικό ιεράτευμα κι ένα έθνος άγιο (Α’ Πέτρου 2, 4-10), για να προσφέρουν με κάθε τους δραστηριότητα πνευματικές θυσίες και να μαρτυρούν παντού το Χριστό……. Η ιεραποστολή εξασκείται με πίστη, ελπίδα και αγάπη…… Επιβάλλεται λοιπόν σε όλους τους χριστιανούς το μεγάλο και ευγενικό καθήκον να εργαστούν για να καταστεί γνωστό το μήνυμα της σωτηρίας ….». Επομένως, κάθε βαπτισμένος έχει αυτό το μεγάλο και ευγενικό καθήκον. Δεν αρκεί να εργαστεί μόνο για τη σωτηρία της δικής του ψυχής αλλά έχει την αποστολή να μαρτυρά σε κάθε έκφανση της ζωής του, το Χριστό. Η πνευματικότητα των λαϊκών αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο για την αποστολή τους σε όποια κατάσταση και αν βρίσκονται «γάμου και οικογένειας ή αγαμίας ή χηρείας ή ασθένειας, σε οποιαδήποτε επαγγελματική και κοινωνική δραστηριότητα». Οι λαϊκοί οφείλουν να προχωρούν «στην αγιότητα (Να θυμηθούμε ότι ο Πάπας Φραγκίσκος επανήλθε στο θέμα της Αγιότητας πρόσφατα με την Αποστολική Παραίνεση «Να χαίρεστε και να αγάλλεστε») με πρόθυμη και χαρούμενη καρδιά προσπαθώντας να ξεπεράσουν τις δυσκολίες με φρόνηση και σύνεση…. με το φως της πίστης και με τη μελέτη του λόγου του Θεού: Καθετί που κάνετε με λόγια ή με έργα, όλα να τα κάνετε στο όνομα του Κυρίου Ιησού και μέσω αυτού να ευχαριστείτε το Θεό και Πάτερα λέει ο Απόστολος Παύλος ( Κολ. 3.17) ».  Ιδιαίτερα για όσους λαϊκούς είναι μέλη κάποιας οργάνωσης ή οργανισμού της Εκκλησίας είναι υποχρέωσή τους να αφομοιώνουν τη πνευματικότητα που χαρακτηρίζει αυτούς τους θεσμούς και να επιδεικνύουν αρετές: εντιμότητα, ειλικρίνεια, πνεύμα δικαιοσύνης, ευγένειας, γενναιοψυχίας, δηλαδή μια αληθινά χριστιανική ζωή. Και φυσικά ως πρότυπο της πνευματικής και αποστολικής ζωής μάς δίδεται η Παναγία η οποία «ενώ ζούσε στη γη επάνω την κοινή ζωή των ανθρώπων….. ήταν πάντα ενωμένη με τον Υιό της…»

Οι σκοποί της Ιεραποστολής των λαϊκών αναφέρονται ως εξής:

       Κάθε λαϊκός πιστός έχει ως καθήκον:

  1. την ιεραποστολή του Ευαγγελισμού και του Εξαγιασμού: δηλαδή τη μαρτυρία της χριστιανικής ζωής και των καλών έργων, για να μεταδοθεί ο λόγος του Θεού όχι μόνο σε κείνους που δεν πιστεύουν αλλά και στους πιστούς ώστε να τους οδηγήσουν σε μια θερμότερη εν Χριστώ ζωή: « Αλλοίμονό μου αν δεν κηρύττω το Ευαγγέλιο» (Α’ Κορ. 9,16) γράφει και πάλι ο Παύλος.
  2. Ιεραποστολή του όμως είναι και η χριστιανική ανανέωση των εγκοσμίων πραγμάτων: Δηλαδή η αποκατάσταση της τάξης των εγκοσμίων πραγμάτων είναι και αποστολή των λαϊκών, ώστε μέσα από το «φως του Ευαγγελίου, οδηγούμενοι από το πνεύμα της Εκκλησίας, κινούμενοι από την χριστιανική αγάπη…. σαν πολίτες να συνεργαστούν με άλλους πολίτες….. και να αναζητούν παντού και πάντοτε τη δικαιοσύνη της Βασιλείας του Θεού».
  3. Ως τρίτη ιεραποστολή αναφέρεται η δραστηριότητα της αγάπης: « Από αυτό θα μάθουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν αγαπάτε ο ένας τον άλλο» γράφει ο Ευαγγελιστής (Ιωαν. 13, 35). Τα πάντα συνδέονται στη ζωή του Ιησού και των μαθητών του με την αγάπη. Αυτήν ακριβώς οφείλει το πλήθος των λαϊκών να εφαρμόζει στην καθημερινή του ζωή , ασκώντας παράλληλα τη φιλανθρωπική δράση όπου και όποτε υπάρχει ανάγκη με πρωτοβουλίες «κοινωνικής πρόνοιας» και έργα αγάπης.

        Οι τομείς της Ιεραποστολής είναι οι εκκλησιαστικές κοινότητες, η οικογένεια, οι οργανώσεις των νέων, το κοινωνικό περιβάλλον, ο εθνικός και διεθνής χώρος. Ιδιαίτερη μνεία υπάρχει στην αποστολή των γυναικών οι οποίες παίρνουν όλο και περισσότερο ενεργό μέρος στην κοινωνική ζωή. Το Διάταγμα αναφέρεται εκτενέστερα στην Ενορία, η οποία «προσφέρει φωτεινό παράδειγμα της κοινοτικής ιεραποστολής γιατί συνδυάζει σε μια ενότητα όλες τις ανθρώπινες διαφορές που βρίσκονται μέσα της και τις εισάγει στην παγκοσμιότητα της Εκκλησίας». Αυτό γράφτηκε το 1965! Πόσο επίκαιρο είναι σήμερα στις παγκοσμιοποιημένες ενορίες μας με τους αναρίθμητους πιστούς από άλλες γλώσσες!!!!  Ανάλογα με τη δυνατότητά του ο κάθε πιστός μπορεί και οφείλει να προσφέρει τη συμβολή του σε κάθε αποστολική πρωτοβουλία.

        Οι τρόποι της Ιεραποστολής: Αναφέρονται δύο τρόποι 1, Η ατομική ιεραποστολή  η οποία είναι αναγκαία ιδιαίτερα εκεί όπου οι πιστοί είναι λίγοι και σκορπισμένοι. Η σπουδαιότητα της ατομικής ιεραποστολής και η πολυμορφία της καταγράφονται με ιδιαίτερο τρόπο ώστε να γνωρίζει ο κάθε πιστός πώς με τη χριστιανική του ζωή και με την αγάπη που εκφράζεται με έργα, μπορεί να συμβάλει στη σωτηρία του κόσμου. 2. Στη συνέχεια παρουσιάζεται η σπουδαιότητα της οργανωμένης ιεραποστολής καθώς και οι μορφές της οργανωμένης ιεραποστολής: οι οργανώσεις και οι αφιερωμένοι λαϊκοί στην υπηρεσία της Εκκλησίας. « Όπου βρίσκονται δυο ή τρεις συγκεντρωμένοι στο όνομά μου, εκεί βρίσκομαι ανάμεσά τους>>.

       Η τάξη που πρέπει να τηρηθεί στην ιεραποστολή σκιαγραφεί τη θέση της ιεραποστολής των λαϊκών μέσα στη ιεραποστολή της Εκκλησίας καθώς και τις σχέσεις με την Ιεραρχία, τον κλήρο, με τους άλλους χριστιανούς και τους μη χριστιανούς. Εδώ να συγκρατήσουμε τις λέξεις: αρμονική συνεργασία, πνεύμα ενότητας, αδελφική αγάπη, αμοιβαία εκτίμηση, συντονισμός μεταξύ του εφημεριακού και του μοναχικού κλήρου, των μοναχών και των λαϊκών. Ως χρήσιμα μέσα για την αμοιβαία συνεργασία αναφέρονται η ύπαρξη συμβουλίων στον τομέα του ευαγγελισμού και εξαγιασμού, της φιλανθρωπίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης.

       Το έκτο και τελευταίο κεφάλαιο του Διατάγματος αναφέρεται στη Μόρφωση στη Ιεραποστολή. «Η ιεραποστολή μπορεί να φτάσει στην πλήρη αποτελεσματικότητά της μόνο με μια πολύμορφη και ολοκληρωμένη μόρφωση».

        Για τον λαϊκό, ο οποίος κατά πρώτον βιώνει την αποστολή του μέσα στην Εκκλησία κάτω από το φως της πίστης, ως μόρφωση νοείται μια γενική ανθρωπιστική μόρφωση αλλά και μια κατάρτιση θεολογική, ηθική και φιλοσοφική: « …ο λαϊκός, γνωρίζοντας καλά το σύγχρονο κόσμο, πρέπει να είναι μέλος της κοινωνίας όπου ζει και να βρίσκεται στο μορφωτικό της επίπεδο».

        Η μόρφωση στην ιεραποστολή ξεκινά από την οικογένεια η οποία μπορεί να «γίνει το πρώτο διδασκαλείο της ιεραποστολής». Η τοπική κοινότητα της ενορίας, τα σχολεία, τα κολλέγια, τα καθολικά ιδρύματα καλλιεργούν την αποστολική δράση. Ιδιαίτερος επίσης καλείται να είναι ο ρόλος των δασκάλων και εκπαιδευτικών καθώς και των ομάδων και οργανώσεων των λαϊκών στην φροντίδα (με επιμέλεια και επιμονή) της μόρφωσης στη ιεραποστολή. Είναι σημαντικό κάθε λαϊκός «να προετοιμαστεί ενεργά για την ιεραποστολή και αυτό επείγει περισσότερο για τη ώριμη ηλικία» . Η μόρφωση οφείλει να είναι προσαρμοσμένη στις μορφές της ιεραποστολής και για το λόγο αυτό υπάρχουν πολλά βοηθήματα - αναφέρομαι στις εγκυκλίους, τις αποστολικές παραινέσεις και χιλιάδες άλλα κείμενα -  που επιτρέπουν στους λαϊκούς να εμβαθύνουν στην γνώση της Αγίας Γραφής και τη διδασκαλία της Εκκλησίας.

        Κλείνοντας, το διάταγμα προτρέπει να οργανωθούν «κέντρα υπεύθυνης ενημέρωσης και μελέτης», ενώ ζητά από όλους τους λαϊκούς να ενωθούν στενότερα με το Χριστό και «να του προσφερθούν σαν συνεργάτες στους διάφορους τρόπους και μορφές της μοναδικής ιεραποστολής της Εκκλησίας που πρέπει αδιάκοπα να προσαρμόζεται στις ανάγκες των καιρών». Προτρέπει δηλαδή να ενωθούν οι λαϊκοί στενότερα με το Χριστό ως συνεργάτες του στη μοναδική ιεραποστολή της Εκκλησίας προσαρμοσμένη στις ανάγκες των καιρών.

  Η αποστολή του λαϊκού σήμερα

        Προτού αναφερθούμε στο πώς διαμορφώνεται η αποστολή του λαϊκού, άνδρα και γυναίκας, σήμερα σε μια Εκκλησία που απέχει πολύ από την πραγματικότητα του τέλους της 2ης Συνόδου του Βατικανού, επιτρέψτε μου να πω δυο λόγια για την Αποστολική Παραίνεση « Christifideles Laici », Οι Λαϊκοί Πιστοί, του Πάπα Ιωάννη-Παύλου ΙΙ που δημοσιεύτηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1988 και ήταν το θέμα αλλά και ο καρπός της γενικής συνέλευσης της Συνόδου των Επισκόπων το 1987. Ο Πάπας Βενέδικτος 16ος αποκάλεσε την Παραίνεση αυτή  «magna carta» για τους λαϊκούς στο σημερινό κόσμο, κατά την 20η επέτειο από τη δημοσίευσή της.

        Η Μετασυνοδική αυτή Αποστολική Παραίνεση είναι σήμερα πιο σύγχρονη από ποτέ. Είναι μια πρόσκληση αλλά και πρόκληση ώστε να γνωρίσουμε  και να αναγνωρίσουμε τη θέση μας ως βαπτισμένοι μέσα στην Εκκλησία: όχι για να καταλάβουμε μια θέση που άλλοι κατείχαν, ούτε να έλθουμε στη θέση κάποιων τώρα που εκείνοι δεν μπορούν ή δεν επαρκούν. Τη θέση αυτή την είχαμε πάντα ως χριστιανοί. Απλά αδιαφορήσαμε ή δεν γνωρίζαμε καλά ότι ήταν και είναι και δική μας υποχρέωση να εργαστούμε στον αμπελώνα του Κυρίου όχι απλά ως βοηθοί αλλά ως ενεργοί εργάτες με πρωτοβουλίες, ιδέες και ευθύνες.

        Γράφει ο Ευαγγελιστής: «Όταν γύρω στις εννιά βγήκε στην αγορά, είδε άλλους να στέκονται εκεί χωρίς δουλειά, και τους είπε: «Πηγαίνετε και εσείς στο αμπέλι μου και θα σας δώσω ό,τι είναι δίκαιο», (από την παραβολή για τους εργάτες του αμπελιού - Ματθ. 20,3-4). Η πρόσκληση του Ιησού δεν έπαυσε να ακούγεται από εκείνη τη μακρινή μέρα της ιστορίας μας: απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο που ήρθε στον κόσμο ετούτο…… Η πρόσκληση δεν απευθύνεται μονάχα στους Ποιμένες, στους ιερείς, στους μοναχούς και στις μοναχές· επεκτείνεται σε όλους. Οι πιστοί λαϊκοί καλούνται κι αυτοί επίσης προσωπικά από τον Κύριο, από τον οποίο λαμβάνουν μια αποστολή για την Εκκλησία και τον κόσμο». Η Μετασυνοδική Αποστολική Παραίνεση θέλει «να υποκινήσει και να τροφοδοτήσει μια πιο σαφή συνειδητοποίηση της δωρεάς και της υπευθυνότητας που όλοι οι πιστοί λαϊκοί έχουν μέσα στην κοινωνία και την ιεραποστολή της Εκκλησίας». Το κείμενο αυτό θα μπορούσε να είναι βασική επιμόρφωση για όλους μας. Σας καλώ να το διαβάσετε ή να το ξαναδιαβάσετε.

       Οι νέες καταστάσεις τόσο μέσα στην Εκκλησία όσο και στον κόσμο, απαιτούν διαφορετική προσέγγιση και μας προκαλούν να γίνουμε «άτομα ενεργητικά της αποστολής της σωτηρίας». Η εκκοσμίκευση, ο ανταγωνισμός, η αναζήτηση ειρήνης και δικαιοσύνης καθιστούν τους πιστούς λαϊκούς πρωταγωνιστές ώστε ζώντας και γνωρίζοντας τον κόσμο να είναι σημεία και πηγή ελπίδας και αγάπης.

  «Οι λαϊκοί πιστοί συμμετέχουν … στην ιεροσύνη του Ιησού Χριστού με την τριπλή της διάσταση: ιερατική, προφητική και βασιλική». Είμαστε πράγματι « βασίλειο ιεράτευμα, έθνος άγιο, λαός περιούσιος». Είμαστε βασίλειο ιεράτευμα:  Με το βάπτισμα γινόμαστε οι άνθρωποι του Θεού, χρισμένοι όπως ο αρχηγός μας, «Χριστός», ο οποίος δεν ήταν ο μόνος που έλαβε τη χρίση. Μαζί του και όλοι εμείς είμαστε χρισμένοι, όπως λέει ο Άγιος Αυγουστίνος στην εξήγηση του Ψαλμού 26. Επομένως, ως μέλη της Βασιλείας του Θεού και του Ιερατείου οφείλουμε να είμαστε ένα με την Εκκλησία την οποία καλούμαστε να υπηρετήσουμε. Ταυτόχρονα, όμως, καλούμαστε με τη ζωή μας να δίνουμε μαρτυρία, μία γεύση της αιώνιας ζωής εδώ στη γη. Έτσι ζούμε το «προφητική ιεροσύνη». Είμαστε λαός περιούσιος: πλήρεις ουσίας δηλαδή αυτό ακριβώς που κάνει ένα αντικείμενο να είναι αυτό που είναι και όχι κάτι άλλο. Και η ουσία για μας είναι η χάρη που λαβαίνουμε μέσα από τα μυστήρια και η διδασκαλία της Εκκλησίας που μας προσφέρεται μέσω των λειτουργών της. Έτσι είμαστε πράγματι ο εκλεκτός λαός του Θεού. Είμαστε όμως και έθνος άγιο: αγιασμένοι από το βάπτισμά μας και λαβαίνοντας το Αγ. Πνεύμα με το Αγ. Χρίσμα, καλούμαστε να ζούμε ως άγιοι σύμφωνα με την κλήση του ο καθένας. «Ο Κύριος μας θέλει αγίους και περιμένει από εμάς να μην αρκούμαστε σε μια μέτρια, συμβιβαστική και φτηνή ύπαρξη… Η αγιοσύνη αυτή, στη οποία ο Κύριος μας καλεί, θα αυξάνεται μέσα από μικρές πράξεις» (Αποστολική Παραίνεση: «Να χαίρεστε και να αγάλλεστε», Για την κλήση στην Αγιοσύνη μέσα στον σύγχρονο κόσμο, Πάπας Φραγκίσκος, 19 Μαρτίου 2018). Αξίζει να διαβάσουμε όλοι αυτή την τελευταία  Αποστολική Παραίνεση του Πάπα Φραγκίσκου.

        Ας επανέλθουμε σε μια σκέψη που ανέφερα στον πρόλογο. Η Εκκλησία έχει ως αποστολή να συνεχίσει το σωτήριο έργο του Χριστού. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει όλοι να εργαστούν καθώς έχουν ένα κοινό βαπτιστικό αξίωμα που « εμφανίζεται στον πιστό λαϊκό μ ’ένα ιδίωμα που τον χαρακτηρίζει, χωρίς να τον χωρίζει, από τον ιερέα, τον μοναχό, την μοναχή» Οι Πιστοί Λαϊκοί», 15). Το ιδίωμα αυτό που είναι ο προσωπικός και ιδιαίτερος χαρακτήρας των λαϊκών, είναι «ο κοσμικός χαρακτήρας». Το γεγονός ότι ζούμε ως λαϊκοί μέσα στην κοινωνία μάς καθιστά περισσότερο υπευθύνους να εργαστούμε, καθότι έχουμε ένα επιπλέον «ιδίωμα» που μπορούμε να θέσουμε στην υπηρεσία της Αποστολής της Εκκλησίας και του Ευαγγελισμού. Στην καθημερινή ζωή της Εκκλησίας οι λαϊκοί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή για την αποστολή του Ευαγγελισμού. Συχνά είναι οι μόνοι που μπορούν να μεταδώσουν την Καλή Αγγελία εκεί όπου βρίσκονται, π.χ. στο χώρο εργασίας. Αυτή είναι η πρώτη αποστολή μας ως λαϊκοί: ο κόσμος, η καθημερινή ζωή μας. Οι λαϊκοί είμαστε το σημείο συνάντησης της Εκκλησίας με τον κόσμο.

        « Ο Ιησούς Χριστός, Αρχιερέας παρμένος από τους ανθρώπους (Εβρ.5,1-5), έκανε το νέο λαό «βασίλειο, ιερείς για το Θεό και Πατέρα του» (Αποκ. 1,6 5, 9-10). Πραγματικά, με την αναγέννηση τους και το χρίσμα του Αγ. Πνεύματος, οι βαπτισμένοι καθιερώνονται σε πνευματικό οικοδόμημα και άγιο ιεράτευμα, για να προσφέρουν, με όλα τα χριστιανικά τους έργα, θυσίες πνευματικές και να κηρύττουν τα θαυμάσια Εκείνου, που τους κάλεσε από τα σκοτάδια στο θαυμαστό του φως (Α’ Πετρ. 2,4-10). Επομένως, όλοι οι μαθητές του Χριστού, προσκαρτερώντας στην προσευχή και δοξάζοντας το Θεό (Πραξ. 2,24-47), ας προσφέρουν τον εαυτό τους θυσία ζωντανή, αγία, ευάρεστη στο Θεό (Ρωμ. 12,1), ας δίνουν παντού τη μαρτυρία τους για το Χριστό και ας εξηγούν, σ ’όποιον ρωτά, τους λόγους της ελπίδας τους στην αιώνια ζωή (Α’ Πετρ. 3,15)». («Φως των Εθνών»).

        Όσοι λαϊκοί εργάζονται μέσα στην Εκκλησία, δεν αναζητούν να ασκήσουν εξουσία αλλά να προσφέρουν υπηρεσία. Ας θυμόμαστε πάντα το Κύριο που έπλυνε τα πόδια των μαθητών. Αυτό το παράδειγμα άφησε σε εμάς (Ιων. 13, 12-15). Αλλά και ο ποιμένας, ο εφημέριος, καλεσμένος από το Χριστό να επαγρυπνά για το ποίμνιό του (Ιων. 21,17) απεσταλμένος από τον Επίσκοπό του, ούτε εκείνος ασκεί εξουσία. Αντίθετα, όντας εκείνος που στο όνομα του Χριστού λέει «εγώ», στα μυστήρια π.χ. «Εγώ σε Βαπτίζω…», διδάσκει και καθοδηγεί, βρίσκεται στην υπηρεσία των υπηρετών που είναι βαπτισμένοι. Στην πραγματικότητα η διαφορά μεταξύ των υπηρετούντων στην αποστολή της Εκκλησίας που είναι η σωτηρία του λαού του θεού, έγκειται στη διαφορά του χαρίσματος που έχει λάβει ο καθένας. Είναι νομίζω η στιγμή να θυμηθούμε την πολύ γνωστή περικοπή του Αποστόλου Παύλου: ένα σώμα με πολλά μέλη: «Κι εμείς όλοι, είτε Ιουδαίοι είτε μη Ιουδαίοι, είτε δούλοι, είτε ελεύθεροι, γίναμε με το βάπτισμα δια του ενός Πνεύματος ένα σώμα…. Εσείς όλοι αποτελείται το σώμα του Χριστού και είστε μέλη του ο καθένας ξεχωριστά. Γι’ αυτό στην εκκλησία ο θεός τοποθέτησε τον καθένα στην ορισμένη του θέση …… » (Α’ Κορ. 12, 12-31). Ο καθένας λοιπόν μέσα στην Εκκλησία έχει τη δική του ορισμένη θέση, τον δικό του ορισμένο ρόλο. Ας τον υπηρετεί λοιπόν με ζήλο, βοηθώντας και τους άλλους, δίνοντας όχι μόνο την γνώμη και την άποψή του αλλά και με τη συνεργασία και την πρωτοβουλία του, ώστε αυτό το σώμα να βλέπει όλα τα μέλη του να εργάζονται για την αποστολή τους.      

        Ήδη στο Διάταγμα «Ad Gentes», Προς τα Έθνη το 1965, παρουσιάζεται ο ρόλος του λαϊκού μέσα στην κοινωνία: «Πρέπει να φαίνεται σε αυτούς ο νέος άνθρωπος…… έτσι ώστε η πίστη στο Χριστό και η ζωή της Εκκλησίας να μην αποτελούν πραγματικότητα ξένη προς την κοινωνία…… αλλά να διεισδύουν μέσα της και να τη μεταμορφώνουν» («Προς τα Έθνη», 21), και συνεχίζει «…… αλλά και οι λειτουργοί της Εκκλησίας οφείλουν να έχουν μεγάλη εκτίμηση για την ιεραποστολική δραστηριότητα των λαϊκών».  

       Ο Πάπας Φραγκίσκος μιλώντας στους Επισκόπους της Χιλής, στις 16 Ιανουαρίου 2018, έλεγε: « οι λαϊκοί δεν είναι ούτε οι εργάτες ούτε οι υπάλληλοί μας. Αντίθετα είναι τα χέρια, τα πόδια, τα μάτια, τα αυτιά των ιερέων. Εκεί όπου οι ιερείς δεν μπορούν να πάνε, οι λαϊκοί οφείλουν να είναι παρόντες». Στις 26 Μαρτίου 2015  στην Ιαπωνία έλεγε: « Η αποστολή των λαϊκών είναι διπλή: η δέσμευση μέσα στη ενορία και την τοπική Εκκλησία και να διεισδύσουν στην κοινωνία με τη χριστιανική μαρτυρία τους». Πράγματι, χάρη στους λαϊκούς η κοινωνία οσμίζεται «τη ευωδία του Ευαγγελίου» και πολλές φορές όταν βλέπουμε ότι λείπει αυτή η μαρτυρία δεν είναι γιατί οι λαϊκοί δεν επιθυμούν να είναι ιεραπόστολοι αλλά περισσότερο γιατί πιστεύουν ότι δεν είναι ικανοί ή ντρέπονται ή είναι απροετοίμαστοι  να εκπληρώσουν αυτή την αποστολή. Ο ίδιος ο Πάπας, ενθαρρύνει τους ιερείς να εμπνεύσουν στους πιστούς την βαθιά κατανόηση του καλέσματός τους και με την απαραίτητη καθοδήγηση-επιμόρφωση να τους οδηγήσουν στην εκπλήρωση της αποστολής τους με γενναιοδωρία και θάρρος.  

        Άλλωστε η Αποστολική Παραίνεση «Η Χαρά του Ευαγγελίου» αναφέρεται στη σπουδαιότητα της επιμόρφωσης των λαϊκών οι οποίοι «δεν είναι εκπαιδευμένοι για να αναλάβουν σημαντικές ευθύνες, διότι δε βρήκαν χώρο στις τοπικές τους Εκκλησίες για να μπορέσουν να εκφραστούν και να δράσουν, εξαιτίας ενός υπερβολικού κληρικαλισμού που τους κρατά στο περιθώριο των αποφάσεων». Πολλές φορές, η προσφορά των λαϊκών «περιορίζεται σε ενδοεκκλησιαστικά καθήκοντα, χωρίς μια πραγματική δέσμευση για την εφαρμογή του Ευαγγελίου στη μεταμόρφωση της κοινωνίας» ( «Η Χαρά του Ευαγγελίου», 102)

       Βέβαια δεν θα πρέπει να αγνοούμε ότι σήμερα, μέσα στην Εκκλησία υπάρχουν νέες μορφές χριστιανικής ζωής – αναφέρομαι στα διάφορα εκκλησιαστικά κινήματα - οι οποίες έχουν μια αυτονομία και αναπτύσσονται με μια μεγαλύτερη ωριμότητα στην πίστη και περισσότερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς της Εκκλησίας. Είναι η ανανέωση της χριστιανικής ζωής πολλών πιστών και αυτό είναι ένα καλό σημάδι εφόσον ζουν και δημιουργούν Εκκλησία: λαό του Θεού, κοινότητα που βιώνει το μήνυμα του Ευαγγελίου, με την προσευχή και την προσφορά προς το συνάνθρωπο. Άλλωστε ας μη ξεχνάμε ότι πολλοί Άγιοι πριν γίνουν άγιοι ήταν πιστοί λαϊκοί στην υπηρεσία της Εκκλησίας έχοντας καταλάβει πολύ νωρίς το ρόλο τους μέσα στην εκκλησία. Γι’ αυτό και η εκκλησία τους προσφέρει σε όλους εμάς ως παραδείγματα.

       «Η έννοια «λαός του Θεού», τόσο στη δογματική διάταξη «Φως των εθνών» (Lumen Gentium), όσο και στην Ποιμαντική Διάταξη « Η χαρά και η ελπίδα, Η εκκλησία μέσα στο σύγχρονο κόσμο» (Gaudium et Spes), γράφει ο Πάπας Φραγκίσκος, το 2012 κατά την 50η επέτειο της Δεύτερης Συνόδου του Βατικανού «έτσι όπως την καθόρισε η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού δεν βλέπει τους λαϊκούς ως μέλη δεύτερης κατηγορίας, στην υπηρεσία της ιεραρχίας, απλούς εκτελεστές εντολών εκ των άνωθεν. Αντιθέτως οπαδοί του Χριστού… καλούνται να εμψυχώνουν το περιβάλλον τους με δραστηριότητες και ανθρώπινες σχέσεις σύμφωνα με το πνεύμα του Ευαγγελίου, μεταφέροντας το φως, την ελπίδα, τη φιλανθρωπία σε χώρους που διαφορετικά είναι αποκλεισμένοι από τη χάρη του Θεού και εγκαταλειμμένοι στη μιζέρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Κανείς δεν μπορεί να εκπληρώσει καλύτερα τον ουσιαστικό σκοπό της καταγραφής του θεϊκού νόμου στη ζωή της επίγειας πολιτείας».

Επίλογος

        Ο πρώτος ρόλος του λαϊκού είναι να αισθάνεται υπεύθυνος για την Εκκλησία και ο Πάπας Φραγκίσκος προσκαλεί το Μάιο του 2018 τους λαϊκούς να είναι στην πρώτη γραμμή: «Οι λαϊκοί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ζωής της Εκκλησίας. Ας ευχαριστήσουμε τους λαϊκούς που παίρνουν ρίσκα, δεν φοβούνται και προσφέρουν λόγους ελπίδας στους άπορους, τους αποκλεισμένους, τους περιθωριοποιημένους. Λαϊκούς με όραμα για το μέλλον, που δεν αφήνουν τους εαυτούς τους κλειδωμένους στις λεπτομέρειες της ζωής, που τολμούν να ονειρευτούν και να συμμετάσχουν περισσότερο στην κοινωνία, που αφιερώνονται στις πραγματικότητες  της ζωής: την οικογένεια, την επαγγελματική ζωή, την κοινωνική ζωή, την ενοριακή και τοπική εκκλησιαστική ζωή». « Έτσι», μας λέει, «μπορείτε να συμβάλλετε, όπως μια ζύμωση, ώστε να εισάγεται το πνεύμα του Ευαγγελίου στην ιστορία μέσω της μαρτυρίας της πίστης, της ελπίδας και της φιλανθρωπίας. Ας παρακαλέσουμε οι λαϊκοί πιστοί να εκπληρώνουν από κοινού την συγκεκριμένη αποστολή τους, την αποστολή που έχουν λάβει στο βάπτισμα, θέτοντας τη δημιουργικότητά τους στην υπηρεσία των προκλήσεων του σημερινού κόσμου».

       Αυτός λοιπόν είναι ο ρόλος μας η αποστολή μας ως λαϊκοί μέσα στον σύγχρονο κόσμο και μέσα στην Εκκλησία: να δίνουμε μαρτυρία για το Χριστό σε κάθε έκφανση της ζωής μας. Αν έχουμε ξεχάσει το ρόλο μας, ας τον θυμηθούμε. Αν δεν τον γνωρίζαμε, είναι μια ευκαιρία να τον μάθουμε και να τον υπηρετούμε. Στην πραγματικότητα λάβαμε ένα δώρο το οποίο δεν μπορεί να παραμένει αναξιοποίητο. Και όπως ανέφερε σε μια ομιλία του και ο Αρχιεπίσκοπός μας «εσύ θα λαβαίνεις μόνο, δε θα δίνεις;;;;;» : «Δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε».

       Ας κρατήσουμε, κλείνοντας, τη σκέψη από το Διάταγμα «Ad Gentes», Προς τα Έθνη: «Με σεβασμό, λοιπόν, προς τα ειδικά καθήκοντα και ευθύνες των Ποιμένων και των λαϊκών, όλη η νέα Εκκλησία, ας δίνει μια μοναδική μαρτυρία ζωντανή και αποτελεσματική». Πιστεύω ότι για να είμαστε πραγματικά μια νέα Εκκλησία που δίνει μαρτυρία ζωντανή και αποτελεσματική, οφείλουμε να καλλιεργήσουμε την «κουλτούρα της συνάντησης» στην οποία μας καλεί ο Πάπας Φραγκίσκος: περισσότερος διάλογος μεταξύ μας, λιγότερη αποξένωση, περισσότερες γέφυρες και δράσεις από κοινού, αρχίζοντας από την ενορία μας.                                                                          

 Σας ευχαριστώ

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  • Διάταξη «Lumen Gentium », το «Φως των Εθνών», 1964
  • Ποιμαντική Διάταξη «Gaudium et Spes», Η Χαρά και η Ελπίδα, Η EΕκκλησία μέσα στο σύγχρονο κόσμο», 1965
  • Διάταγμα «Apostolicam Actuositatem», Για την Ιεραποστολή των λαϊκών, 1965
  • Διάταγμα «Ad Gentes», Προς τα Έθνη, 1965
  • Αποστολική Παραίνεση «Christifideles Laici », Οι Λαϊκοί Πιστοί, Πάπας Ιωάννης-Παύλος ΙΙ, 1988
  • Αποστολική Παραίνεση «Evangelii Gaudium», Η Χαρά του Ευαγγελίου, (Για την αναγγελία του Ευαγγελίου στο σημερινό κόσμο), Πάπας Φραγκίσκος, 2013
  • Αποστολική Παραίνεση: «Gaudete et Exsultate», Να χαίρεστε και να αγάλλεστε, (Για την κλήση στην Αγιοσύνη μέσα στον σύγχρονο κόσμο), Πάπας Φραγκίσκος, 2018
Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian